Fortune Talks

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΙΑΡΓΚΟΒΑΣ

Καθηγητής στην έδρα Jean Monnet

Ο πρώην επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού τονίζει ότι η Ελλάδα δεν έχει το περιθώριο να κάνει τα λάθη του παρελθόντος.   

Πόσο πραγματικά χτυπήθηκε η ελληνική οικονομία από τα οκτώ χρόνια μνημονίων, και τι αναμένουμε πλέον να δούμε στη λεγόμενη εποχή μετά τα προγράμματα;  Ο Παναγιώτης ΛιαργκόβαςΚαθηγητής στην έδρα Jean Monnet στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και πρώην επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, μιλά στο FortuneGreece σχετικά με τις συνέπειες της περιόδου από το 2010 ως το 2018, την έξοδο από την επιτήρηση και την επόμενη μέρα για την Ελλάδα και την οικονομία.

Mετά από μία οκταετία εφαρμογής μνημονίων, ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι πιο σημαντικές συνέπειες για την ελληνική οικονομία;

Νομίζω πως υπήρξαν και αρνητικά και θετικά. Δεν θεωρώ ότι οι συνέπειες βρίσκονται μόνο από τη μία πλευρά. Ας ξεκινήσουμε από τα θετικά. Το θετικό της οκταετίας αυτής ήταν ότι εξαφανίσαμε κάποιες παθογένειες στον δημοσιονομικό τομέα κυρίως, αλλά και στον εξαγωγικό τομέα. Είχαμε στο παρελθόν για δεκαετίες υψηλά δίδυμα ελλείμματα, έφταναν κάποιες εποχές το 10% του ΑΕΠ. Είχαμε το έλλειμμα στον δημόσιο τομέα, το οποίο μειώσαμε πάρα πολύ, ενώ σχεδόν μηδενίσαμε και το έλλειμμα στον εξωτερικό τομέα, δηλαδή το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Νομίζω αυτές ήταν δύο παθογένειες που μας κυνηγούσαν εδώ και δεκαετίες, και καλώς εξισορροπήθηκαν. Καταφέραμε στον δημοσιονομικό τομέα να έχουμε και πλεονάσματα – ίσως το παρακάναμε βέβαια. Έχουμε, όμως, μια εξυγίανση, όσον αφορά στα ελλείμματα.

Έχει επίσης υπάρξει μεγάλη πρόοδος και στη διακυβέρνηση, ιδίως όσον αφορά τον δημόσιο τομέα, υπάρχει μεγαλύτερη διαφάνεια.Έχουμε κάποιους θεσμούς, όπως το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, το οποίο δεν υπήρχε πριν από τα μνημόνια. Έγιναν κάποια πράγματα, κάποιες μεταρρυθμίσεις στη διάρκεια αυτών των ετών.

Το αρνητικό, όμως, είναι ότι πολλές φορές, η βελτίωση των μεν οδήγησε και συνεισέφερε κατά κάποιο τρόπο στην επιδείνωση των δε, ειδικά στον κοινωνικό τομέα. Έχουμε τεράστια ανεργία, ειδικά στους νέους, δεν είχαμε τέτοια ανεργία στο παρελθόν. Άρα δημιουργήθηκαν αρκετά κοινωνικά προβλήματα.

Η άλλη μεγάλη αρνητική συνέπεια είναι η παραγωγή που μειώθηκε κατά 25%. Άρα λοιπόν κερδίσαμε κάτι, κυρίως στον μακροοικονομικό τομέα, αλλά χάσαμε πολλά στην πραγματική οικονομία και στον κοινωνικό τομέα. Επίσης κάτι που δεν είχαμε στο παρελθόν, κι αυτό έγινε κυρίως τα τελευταία χρόνια, δημιουργήθηκε κι ένα ιδιωτικό χρέος τεράστιο, το οποίο μαζί με το δημόσιο χρέος είναι δύο πληγές που θα μας κυνηγάνε στο μέλλον.

Η έξοδος από το πρόγραμμα δημοσιονομικής επιτήρησης θα είναι «καθαρή»;

Εκείνο που και επισήμως διατυπώνεται και η κυβέρνηση υποστηρίζει, είναι ότι θα έχουμε μια «καθαρή έξοδο». Θεωρώ ότι δεν υπάρχει ουσία στον όρο «καθαρή», γιατί τα επίσημα κείμενα από την άλλη πλευρά, αυτά που έχουν υπογραφεί μεταξύ ημών και των θεσμών, δείχνουν ότι θα υπάρχουν πολλές δεσμεύσεις μετά την έξοδο. Άρα βγαίνοντας από το μνημόνιο από το τέλος Αυγούστου και μετά θα εξακολουθεί να υπάρχει εποπτεία, αλλά ενδεχομένως με διαφορετική μορφή. Θα υπάρχει, όμως, εποπτεία, αφού τέσσερις φορές τον χρόνο θα γίνονται αξιολογήσεις για την πορεία της οικονομίας μας από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν κάποια μέτρα τα οποία έχουν ήδη γίνει γνωστά από τώρα, όπως το 2019 η μείωση των συντάξεων, το 2020 η διεύρυνση της φορολογικής βάσης (μείωση του αφορολόγητου), αλλά και άλλα μέτρα λιγότερο γνωστά, τα οποία έχουν περιγραφεί με λεπτομερή τρόπο στο τελευταίο επίσημο κείμενο των ευρωπαϊκών θεσμών, το συμπληρωματικό μνημόνιο, το οποίο έχει σαφή χρονοδιαγράμματα μέχρι το 2022 για το ποιες θα είναι οι υποχρεώσεις μας.

Επομένως δεν μπορούμε να πούμε ότι επιστρέφουμε σε μια αυτονομία που είχαμε πριν μπούμε στα μνημόνια. Θα είμαστε σε μια κανονικότητα που θα έχουν κι άλλες χώρες, αλλά δεν θα είναι ακριβώς η ίδια για εμάς, και για έναν πρόσθετο λόγο: ότι χρωστάμε ακόμα στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και θα είμαστε υπό έλεγχο μέχρι να αποπληρώσουμε το 75% του χρέους μας. Άρα ο ESM, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους θεσμούς, θα παρακολουθεί την πορεία της οικονομίας, μέχρις ότου αποπληρωθεί το 75%  του χρέους.

Για τη χώρα η έξοδος είναι καλό γεγονός ψυχολογικά, αφού δεν θα έχει πια αυτόν τον αυστηρό και στενό κορσέ των μνημονίων. Αλλά δεν είμαστε μόνοι μας. Ανήκουμε σαφώς στην  ευρωπαϊκή οικογένεια και έχουμε τους περιορισμούς που τίθενται από το ευρωπαϊκό πλαίσιο, συν κάποιους επιπλέον, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας και του χρέους αυτού.

Ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι μεγαλύτερες προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση στο προσεχές διάστημα; 

Η πρώτη πρόκληση θα είναι η οικονομική πολιτική να συμπεριφέρεται αξιόπιστα. Επειδή ακριβώς δεν θα έχουμε αυτήν την στενή παρακολούθηση, ενδεχομένως να υπάρξει η εσφαλμένη εντύπωση από το πολιτικό προσωπικό, κυρίως από τους ασκούντες την οικονομική πολιτική, ότι «μπορούμε να κάνουνε ό,τι θέλουμε». Μόνο που δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε.  Δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξουν πελατειακού τύπου πρακτικές, όπως στο παρελθόν, π.χ. των διορισμών πριν από τις εκλογές. Αυτό αν γίνει θα το πληρώσουμε πολύ ακριβά, γιατί αμέσως οι αγορές θα μας τιμωρήσουν με πολύ υψηλά επιτόκια. Άρα μια μεγάλη πρόκληση είναι να μη συμπεριφερθεί καμία κυβέρνηση από εδώ και στο εξής όπως συμπεριφερόταν κακώς στο παρελθόν.

Μια δεύτερη πρόκληση είναι να συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις, πολλές από τις οποίες δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί. Κάποιες έγιναν κατά το ήμισυ, υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος, για παράδειγμα στη δικαιοσύνη ή με το κτηματολόγιο. Υπάρχουν ακόμη ανοιχτά ζητήματα.

Και το τρίτο που παραμένει ως πρόκληση είναι το χρέος, το οποίο είναι πάρα πολύ μεγάλο, καθώς έχει ξεπεράσει το 180% του ΑΕΠ. Θα περιμένουμε να δούμε τη ρύθμιση για το χρέος τις επόμενες μέρες. Όποια και να είναι  η ρύθμιση όμως, σίγουρα το χρέος θα αποτελεί ένα βάρος, θα συνεχίσει να υπάρχει και να κρέμεται σαν «δαμόκλειος σπάθη» πάνω από κάθε επενδυτική προσπάθεια. Και σε κάποιο βαθμό θα αποτρέπει εν δυνάμει επενδυτές.

Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το καλό και το άσχημο σενάριο σχετικά με το χρέος;

Το χρέος πάντοτε έχει δύο, όπως το τανγκό. Εμείς από την πλευρά μας πρέπει να ολοκληρώσουμε γρήγορα τα προαπαιτούμενα, να κλείσει, όπως όλα δείχνουν, η αξιολόγηση. Γιατί οι Ευρωπαίοι μας είπαν «ασχοληθείτε με τις μεταρρυθμίσεις, ικανοποιείστε τα προαπαιτούμενα και εφόσον κάνετε αυτό, είναι δική μας σειρά να δούμε τί θα κάνουμε με το χρέος». Πρέπει λοιπόν να κλείσει η αξιολόγηση, έτσι ώστε να έχουμε κάθε λόγο να υποστηρίζουμε ότι κάναμε όσα έπρεπε να κάνουμε, «είναι η σειρά σας».

Νομίζω πως το γεγονός ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα που διαμορφώσαμε τα τελευταία δύο-τρία χρόνια ήταν σε ύψος μεγαλύτερο από αυτό που μας ζητούσαν -πέρυσι ήταν 4,2%, ενώ ο στόχος ήταν χαμηλότερος- έχει κάνει τους Ευρωπαίους να λένε «αφού τα καταφέρνετε, συνεχίστε έτσι». Δεν έχουν δει, όμως, με ποιο τρόπο το έχουμε καταφέρει, ότι αυτό έχει γίνει εις βάρος της πραγματικής οικονομίας. Αυτό νομίζω ήταν κάτι που ζήτησε τότε ο Σόιμπλε, κι εμείς πέσαμε στην παγίδα και καταπιαστήκαμε με τα πρωτογενή πλεονάσματα για να δείξουμε ότι μπορούμε να έχουμε πρωτογενή πλεονάσματα, κι αυτό μας έχει κάνει ζημιά ως προς τη διαπραγματευτική μας δύναμη όσον αφορά τα μέτρα ρύθμισης του χρέους.

Το σενάριο του «γαλλικού κλειδιού», που είναι μία πιθανότητα, προβλέπει ότι όταν είναι χαμηλοί οι ρυθμοί δεν θα ζητούνται πολλά από εμάς. Αλλά προβλέπει ακόμη πως αν είναι υψηλοί οι ρυθμοί ανάπτυξης, θα μας παίρνουν περισσότερα. Είναι σαν να μας τιμωρούν όταν πηγαίνουμε καλά. Εφόσον επιλεγεί μια τέτοια ρύθμιση, θα πρέπει να διορθωθεί κάπως ώστε να μην είναι ένας μηχανισμός που όταν πάμε να ξεφύγουμε, θα μας σπρώχνει προς τα κάτω.

Οι στόχοι για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα είναι εφικτοί;

Όταν ήμουν στο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή κάναμε εκτεταμένη έρευνα για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων για να δούμε ποιες χώρες το έχουν καταφέρει και για πόσο χρονικό διάστημα το είχαν καταφέρει. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ελάχιστες χώρες έχουν καταφέρει να έχουν υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα πάνω από 3,5%.

Είναι μεγάλος δημοσιονομικός άθλος το να πετυχαίνουμε τόσο μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα. Το ότι τα πετυχαίνουμε εδώ και δυο χρόνια έγινε εις βάρος της πραγματικής οικονομίας, φορολογώντας και παίρνοντας πόρους από δραστηριότητες που θα οδηγούσαν σε ανάπτυξη.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι καλό να δημιουργούνται όταν υπάρχει ανάπτυξη. Μεγαλώνει η πίτα, άρα περισσεύει και ένα κομμάτι για το δημόσιο. Το να πετυχαίνεις πρωτογενή πλεονάσματα όταν υπάρχει στενότητα, οδηγεί στο να μειώνεις διαρκώς τη δυνατότητα της οικονομίας να αναπτυχθεί. Εάν φορολογούμε τα πάντα και δεν ξεφεύγει κανείς, δεν θα αλλάξει αυτό. Αφήστε που η υψηλή φορολογία ευνοεί και τη φοροδιαφυγή.

Δείτε ακόμη: Αθανάσιος Βαμβακίδης (BofA): Η Ελλάδα έχει την κύρια ευθύνη για το πεπρωμένο της

Τί μας δείχνουν για την πραγματική οικονομία και την προσέλκυση επενδύσεων οι πρόσφατες ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ, αλλά και του ΔΝΤ, για τον ρυθμό ανάπτυξης; 

Οι ρυθμοί ανάπτυξης αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ήταν ανοδικά για το τελευταίο τρίμηνο, αλλά αυτό είχε να κάνει με τις εξαγωγές που αυξήθηκαν. Γιατί; Γιατί η Ευρώπη πάει καλά τα τελευταία τρία χρόνια, οπότε αγοράζει κι από εμάς και αυξάνονται οι εξαγωγές, βοηθώντας την αύξηση του ΑΕΠ. Από την άλλη, όμως, είδαμε σε ετήσια βάση οι επενδύσεις να μειώνονται πάνω από 20%. Αυτό σημαίνει ότι αν σταματήσει η Ευρώπη να αναπτύσσεται και δεν έχουμε τον μηχανισμό των εξαγωγών, θα έχουμε ελάχιστες επενδύσεις. Η κατανάλωση επίσης μειώθηκε σε σχέση με πέρυσι.

Με όποιον δείκτη κι αν μετρήσουμε την ελκυστικότητα της οικονομίας, τον δείκτη ανταγωνιστικότητας και άλλους μηχανισμούς, θα καταλήξουμε στο ίδιο συμπέρασμα: η ανταγωνιστικότητά μας επιβαρύνεται κυρίως από στρεβλώσεις που υπάρχουν στη δομή της οικονομίας μας, τη γραφειοκρατία, τα διάφορα εμπόδια στο επιχειρείν και τη φορολογία, τις ασφαλιστικές κρατήσεις.

Οι τελευταίες αναλογιστικές μελέτες έδειξαν ότι το ασφαλιστικό είναι βιωσιμο, αλλά πιστεύω πως το πρόβλημα του ασφαλιστικού δεν είναι λογιστικό, είναι οικονομικό. Δηλαδή, η βασικότερη λύση για να λυθεί και το ασφαλιστικό είναι να έχουμε ρυθμούς ανάπτυξης. Μόνο έτσι θα μπορούν να συνεισφέρουν και οι νέοι εργαζόμενοι.

Νομίζω πως ήρθε η ώρα για να αλλάξει η λογική και αντί να έχουμε το κάρο μπροστά από το άλογο, να το αντιστρέψουμε, να έχουμε την ανάπτυξη μπροστά, να στοχεύουμε στην ανάπτυξη. Για να πετύχει αυτό πρέπει να μειωθούν και η φορολογία και οι ασφαλιστικές κρατήσεις, να αλλάξει το κλίμα στην αγορά και να αυξηθεί η πίτα, έτσι ώστε να κερδίσουμε όλοι με την ανάπτυξη.

Πρέπει να το κάνουμε γρήγορα, δεν υπάρχει πολύς χρόνος. Ό,τι προλάβουμε κατά την άποψή μου μέχρι το 2030, γιατί τότε λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της υπογεννητικότητας, αντιστρέφονται τα πράγματα και δεν θα είναι εύκολο μετά, το βάρος θα είναι μεγάλο, θα αυξηθούν απότομα οι συνταξιούχοι. Άρα έχουμε μια τελευταία ευκαιρία νομίζω, μέχρι το 2030 να έχουμε ρυθμούς ανάπτυξης, ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο, μια άλλη αντίληψη.

Πρέπει να αλλάξει η αντίληψη του οικονομικού μοντέλου, με περισσότερες μεταρρυθμίσεις. Και πρέπει να πετύχουμε ρυθμούς ανάπτυξης πάνω από το το 3-4%, γιατί αυτοί που υπάρχουν τώρα είναι γύρω στο 1,5-2%, δεν είναι ισχυροί.

Το «ολιστικό Αναπτυξιακό Σχέδιο» που παρουσίασε η κυβέρνηση βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση για την κάλυψη του επενδυτικού κενού, την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας; 

Εμένα μου άρεσε να το διαβάζω, αλλά μου άρεσε γιατί περιέχει ευχάριστα πράγματα, στα οποία δεν μπορεί να διαφωνήσει κανείς. Αλλά αυτό είναι το ζητούμενο; Το σχέδιο που παρουσιάστηκε δεν μπαίνει σε λεπτομέρειες και δεν τονίζει τα κίνητρα. Θα ήθελα να έβλεπα ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για το πώς θα μειωθεί η φορολογία, για να δούμε έπειτα να αυξάνονται τα κίνητρα για το επιχειρείν. Είναι ένα σύνολο ωραίων πραγμάτων, αλλά χωρίς ένα συγκεκριμένο τρόπο επίτευξης αυτών.

Ένα πάγιο αίτημα των επιχειρηματιών είναι να αυξηθεί η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις. Θα υπάρξει μεγαλύτερη ρευστότητα στο προσεχές διάστημα; 

Δεν το πιστεύω, γιατί ενόψει της εξόδου προς τις αγορές τον Αύγουστο, η κυβέρνηση προσπαθεί να χτίσει ένα «μαξιλάρι», ένα κεφαλαιακό απόθεμα. Η έξοδος αυτήν τη στιγμή είναι απαγορευτική, δεν μπορούμε να βγούμε και να δανειστούμε σε 10ετή ομόλογα, λόγω της αναταραχής που υπάρχει στις αγορές. Οπότε η κυβέρνηση προχωρά σε εσωτερικό δανεισμό. Επομένως τραβά ρευστότητα από το εσωτερικό της χώρας, μέσω repos, μέσω καθυστέρησης πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Ουσιαστικά απομυζά τα διάφορα κεφάλαια που υπάρχουν εντός της χώρας, προκειμένου να χτιστεί ένα απόθεμα γύρω στα20-25 δισ. ευρώ. Είναι δύσκολο επομένως να υπάρξει το επόμενο διάστημα μεγαλύτερη ρευστότητα, όταν η κυβέρνηση κάνει αυτήν την προσπάθεια, η οποία είναι εν τέλει επιζήμια για την πραγματική οικονομία.

Ποιος νομίζετε πως θα είναι ο ρόλος του ΔΝΤ την επαύριο της λήξης του προγράμματος επιτήρησης; 

Ο φόβος αυτήν τη στιγμή στους πιστωτές μας και στους Ευρωπαίους γενικότερα -και ενδεχομένως και στην κυβέρνηση- είναι εάν αυτό το «μαξιλάρι» ασφαλείας θα είναι πειστικό, αν θα καταφέρουμε να πείσουμε τις αγορές ότι δεν κινδυνεύουμε. Αν είναι πειστικό, δεν θα χρειάζονται καμία συνεισφορά από άλλους. Το γεγονός ότι γίνονται, όμως, συζητήσεις για το αν θα συμμετέχει το ΔΝΤ, δείχνει ότι υπάρχει μια δυσπιστία στις αγορές για την πορεία μας από εδώ και πέρα, ακόμα κι αν βγούμε με ένα «μαξιλάρι». Άρα το ΔΝΤ θα συνεχίσει να έχει κάποιον ρόλο μετά την έξοδο από το μνημόνιο, περισσότερο για να καθησυχάζει τις αγορές.

Οι διεθνείς εξελίξεις μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την οικονομία;

Νομίζω ότι μαζεύονται πολλά σύννεφα πάνω από το εγγύς μέλλον της χώρας. Ένα μεγάλο είναι στην Ιταλία, όπου έχουμε τρομερή άνοδο των ευρωσκεπτικιστών. Στην Ισπανία με μια σχετικά αδύναμη κυβέρνηση που έχει προβλήματα. Η Τουρκία αποτελεί πρόβλημα επίσης. Αν τα συνδυάσουμε αυτά μαζί με τις εξελίξεις που έχουν να κάνουν με το δολάριο, με τα επιτόκια που ανεβαίνουν σε σχέση με το παρελθόν και με το πετρέλαιο που αυξάνεται η τιμή του, δημιουργείται ένα πιο αρνητικό περιβάλλον σε σχέση με πριν από τρεις μήνες. Νομίζω ότι αυτό θα μας επηρεάσει. Οι αγορές γίνονται πιο νευρικές και όταν συμβαίνει αυτό, επιλέγουν ασφαλή λιμάνια, και όχι λιγότερο ασφαλή, όπως είναι το ελληνικό.

Τι έχουμε μάθει ως χώρα μετά από μία οκταετία εφαρμογής αυστηρών προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής; Ποια λάθη δεν πρέπει να επαναληφθούν, ώστε να εξασφαλιστεί ένα καλύτερο μέλλον για τους πολίτες και η νέα γενιά να παραμείνει στην Ελλάδα; 

Ο μεγάλος φόβος -και δικός μου- είναι το γεγονός ότι εισερχόμαστε σε μια προεκλογική περίοδο. Αυτό θα δημιουργήσει μια πρόσθετη αβεβαιότητα, η οποία θα κάνει ζημιά στην οικονομία. Και για αυτό πρέπει το πολιτικό σύστημα να σταθεί όσο πιο αξιόπιστα και προσηλωμένα γίνεται στις μεταρρυθμίσεις, στη συνέχιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης, αλλά κατά την άποψή μου με άλλο μείγμα, όχι με αυτήν την υπερβολική φορολόγηση. Πρέπει να δούμε τι εξοικονομήσεις μπορεί να προέλθουν και από τις δαπάνες, χωρίς να πειράξουμε μισθούς και συντάξεις. Υπάρχουν δυνατότητες κι έχει φανεί αυτό από το πρώτο πρόγραμμα, το spending review, τις αναθεωρήσεις προς τα πάνω που έχει ξεκινήσει πιλοτικά, μπορεί να υπάρξουν εξοικονομήσεις δαπανών χωρίς να υπάρξει μείωση μισθών.

Νομίζω πρέπει να μεταφερθεί το βάρος προς τα εκεί περισσότερο, να συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις και να ρυθμιστεί το χρέος. Αν δεν γίνει αυτό, πάντα θα υπάρχει μια μεγάλη αβεβαιότητα. Αν δεν είναι γενναία η ρύθμιση του  χρέους, πάντα θα αφήνει ερωτηματικά και οι αγορές θα είναι καχύποπτες.

Πιστεύω ότι έχουμε φτάσει στον πάτο, αλλά το θέμα είναι να μην παραμείνουμε εκεί. Πρέπει να αλλάξουμε το οικονομικό μοντέλο που εφαρμόζεται. Να δώσουμε κίνητρα σε όλους: στον επενδυτή να έρθει να επενδύσει, στον νέο να παραμείνει στη χώρα, στον εργαζόμενο να εργαστεί. Όταν έχουν συνεχώς τείχη μπροστά τους ή βλέπουν ότι δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά η αγορά και χρειάζεται το ρουσφέτι ή να έχεις μπάρμπα στην κορώνη, τότε οι νέοι φεύγουν. Άρα πρέπει να αλλάξουμε. Αν δεν αλλάξουμε τώρα που πραγματικά έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο, τότε δεν έχουμε προοπτική.

Δείτε ακόμη: Έκλεισε η Έκθεση Συμμόρφωσης – Έτοιμο το Eurogroup να επικυρώσει το τέλος του προγράμματος