Η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει στη «ζώνη κινδύνου»

Η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει στη «ζώνη κινδύνου»

Η επόμενη Ευρωβουλή ίσως κληθεί να κάνει επώδυνες επιλογές για να επαναφέρει πραγματικά την ανάπτυξη στα ευρωπαϊκά κράτη.

του Σον Τάλι

Στη διάρκεια του περασμένου έτους ακούγαμε ότι η παγκόσμια ανάπτυξη και οι παγκόσμιες χρηματαγορές θα δεχθούν σημαντική ώθηση από μια σταδιακή ανάκαμψη στην Ευρώπη.

Πράγματι, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία επέστρεψαν πρόσφατα στις αγορές με καλά επιτόκια, και η ελληνική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι σύντομα θα είναι σε θέση να εκδώσει ομόλογα. Οι αποδόσεις για το δημόσιο χρέος παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές και σταθερές. Είναι αναμφισβήτητο ότι μια ηρεμία έχει επιστρέψει στην ευρωζώνη.

Αλλά η ηρεμία δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ανάπτυξη, καθώς τα στοιχεία για το ΑΕΠ που ανακοινώθηκαν στις 15 Μαΐου από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurostat) καταδεικνύουν ανησυχητικά σημάδια. Η ευρωζώνη αναπτύχθηκε κατά μόλις 0,2% το πρώτο τρίμηνο του 2014, το ήμισυ  των προβλέψεων των οικονομολόγων.

Η Γερμανία, ως συνήθως, κατείχε ηγετική θέση, σημειώνοντας ανάπτυξη 0,8%. Το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς στις χώρες όπου παρατηρείται δήθεν επιστροφή στην ανάπτυξη: τα «πολιορκούμενη» κράτη της νότιας Ευρώπης, καθώς και την Ιρλανδία.

Τα τελευταία στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι οι περισσότερες από αυτές τις χώρες δεν βελτιώνονται καθόλου. Η οικονομία της Ιταλίας συρρικνώθηκε κατά 0,1% τους πρώτους τρεις μήνες του 2014, ακολουθώντας τον μέσο όρο των τριών προηγούμενων τριμήνων. Η Γαλλία, αφού αυξήθηκε 0,6% το 2ο τρίμηνο του 2013, κατέγραψε μηδενική ανάπτυξη. Η Πορτογαλία συρρικνώθηκε 0,7%, μετά από θετικούς αριθμούς στους προηγουμένους εννέα μήνες. Μολονότι δεν υπήρχαν στοιχεία για την Ελλάδα και την Ιρλανδία στο 1ο τρίμηνο, καμία χώρα δεν παρουσιάζει ανάπτυξη. Το ελληνικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 2,5% τους τελευταίους τρεις μήνες του περασμένου έτους, και η Ιρλανδία αναπτυσσόταν αργά με 0,2%.

Η μοναδική χώρα που εμφανίζει μια συνεχή ανοδική τάση, παρότι μέτρια, είναι η Ισπανία. Σημείωσε ανάπτυξη 0,4% το πρώτο τρίμηνο του 2014, μετά από μια στασιμότητα τους τελευταίους εννέα μήνες του 2013.

Ο Χάραλντ Ούλιγκ, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, παρέχει μια ισορροπημένη άποψη των κινδύνων που υπάρχουν για την ευρωζώνη. Κατά τον Ούλιγκ, είναι ζωτικής σημασίας να κατανοήσουμε τα αποκλίνοντα διδάγματα που λαμβάνονται από τη Γερμανία και τις νότιες χώρες από την εισαγωγή του ευρώ το 1999, και το πώς οι πολιτικές αυτές έχουν οδηγήσει σε άνισα οικονομικά αποτελέσματα σε αυτές τις χώρες σήμερα. «Ο πληθωρισμός ήταν πάντα ένα μεγάλο πρόβλημα στη νότια Ευρώπη», λέει. «Οι τιμές ήταν υψηλές, και είχαν επίσης ένα μεγάλο «ασφάλιστρο κινδύνου, επειδή δεν μπορούσε κανείς να είναι σίγουρος ότι οι ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες δεν θα έκαναν κάτι τρελό, προκαλώντας περισσότερο πληθωρισμό».

Η θέσπιση ενός ενιαίου νομίσματος στην Ευρώπη οδήγησε στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία και τότε και τώρα χαράσσει τη νομισματική πολιτική με ένα αυστηρό, προβλέψιμο τρόπο. «Οι τιμές έπεσαν, και οι κρατικές και καταναλωτικές δαπάνες σημείωσαν εκρηκτική άνοδο, οδηγώντας σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης», λέει ο Ούλιγκ. Αυτό που συχνά παραβλέπεται, σημειώνει, είναι ότι η Γερμανία δεν ακολουθούσε στο ξέφρενο αυτό πάρτι. «Η Γερμανία ήταν ο “μεγάλος ασθενής” της Ευρώπης. Υπέφερε όταν εισήχθη το ευρώ, σε αντίθεση με τις χώρες του Νότου. Η Γερμανία είχε κακά αποτελέσματα στο ΑΕΠ στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ενώ της Ιρλανδίας, της Ελλάδας, και της Ισπανίας κατέγραφαν ανόδους».

Στη συνέχεια, η Γερμανία έκανε μια στροφή η οποία, εκ των υστέρων, φαίνεται εκπληκτική. Ο καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ (που υπηρέτησε από το 1998 μέχρι το 2005) υπερασπίστηκε τις μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούσαν στη δημιουργία μιας πολύ πιο ευέλικτης αγοράς εργασίας. «Το μοντέλο του ήταν οι ΗΠΑ», λέει ο Ούλιγκ. «Πριν συμβεί αυτό, οι ηγέτες στη Γερμανία, οι οποίοι δεν ήθελαν να προβούν σε μεταρρυθμίσεις, λέγανε αυτό που ακούμε τώρα στη Νότια Ευρώπη: “Αν έχουμε μόνο μεγαλύτερη ανάπτυξη τα επόμενα πέντε χρόνια, θα απαλλαγούμε από το πρόβλημα της ανεργίας”. Η ανάπτυξη, όμως, δεν ήρθε ποτέ».

Ο Σρέντερ μείωσε αποφασιστικά το κόστος των συντάξεων και το επίδομα ανεργίας, και έδωσε στις εταιρείες μεγαλύτερη ευελιξία για τις προσλήψεις και τις απολύσεις. Πλήρωσε όμως βαρύ τίμημα για τις πιο δραματικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. «Θα έπρεπε να ανταμειφθεί, αλλά τιμωρήθηκε σκληρά», λέει ο Ούλιγκ.

Ο Σρέντερ έχασε την καγκελαρία από την Άνγκελα Μέρκελ το 2005. Οι καρποί των μεταρρυθμίσεών του δεν φάνηκαν μέχρι περίπου το 2006, όταν η γερμανική οικονομία αναδείχθηκε ως ο ισχυρότερος παίκτης στην Ευρώπη, όπως αποδεικνύεται από την ανάκαμψή της από την οικονομική κρίση.

Οι «φουσκωμένοι» μισθοί στη Νότια Ευρώπη και η αύξηση της παραγωγικότητας δεν μπορούσαν να διατηρηθούν, δηλαδή το κόστος εργασίας στην Ισπανία και τη Γαλλία για κάθε μονάδα αυτοκίνητου ή χάλυβα που παραγόταν αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό από ότι στη Γερμανία ή τις ΗΠΑ.

Η κατάρρευση απεκάλυψε το χάσμα ανταγωνιστικότητας στη νότια Ευρώπη και την Ιρλανδία. Οι διεθνείς πελάτες αγόραζαν όλο και λιγότερο ακριβές εξαγωγές από τη Νότια Ευρώπη.  Οπότε, τι μπορούν να κάνουν οι χώρες αυτές τώρα;

«Το πρόβλημα μπορεί να λυθεί με δύο τρόπους», λέει ο Ούλιγκ. «Ο ένας είναι η έξοδος από το ευρώ, έτσι ώστε το κόστος να μειωθεί στο νέο νόμισμα σε σχέση με το κόστος σε άλλες χώρες. Ο άλλος είναι ένας συνδυασμός της αύξησης της παραγωγικότητας και μείωσης του κόστους εργασίας. Αυτό θα ήταν μια πολύ καλύτερη πορεία».

Ο Ούλιγκ ανησυχεί ιδιαίτερα για την επιδείνωση στη Γαλλία. «Η Ευρώπη κατά παράδοση είχε δύο μεγάλους σταθεροποιητές, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Τώρα έχει έναν. Στη Γαλλία, η ηλικία συνταξιοδότησης είναι πολύ χαμηλή, και οι εταιρείες συχνά διοικούνται από πρώην κυβερνητικά στελέχη και είναι πολύ συνδεδεμένες με πολιτικούς, έτσι ώστε να είναι δύσκολο για τους επιχειρηματίες να αμφισβητήσουν εδραιωμένες εταιρείες.» Ανησυχεί ότι το μέλλον της ευρωζώνης είναι όλο «στους ώμους μόνο της Γερμανίας».

Ο Ούλιγκ ανησυχεί για τις πιθανές εξελίξεις που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη στις πιστωτικές αγορές. «Αν η Ελλάδα χρεοκοπήσει, θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια επιδημία που θα αύξανε τα ποσοστά για τις άλλες χώρες, προκαλώντας περισσότερες χρεοκοπίες και μια πιθανή έξοδο από το ευρώ». Ο Ούλιγκ θα προτιμούσε τη διατήρηση του ευρώ, και το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί με τη μέθοδο του Σρέντερ. Δυστυχώς, λέει, η εμπειρία του Σρέντερ στοιχειώνει τους σημερινούς ηγέτες της Ευρώπης: «Φοβούνται ότι θα καταλήξουν σαν το Σρέντερ και τους Σοσιαλδημοκράτες».

Η νότια Ευρώπη μπορεί να έχασε την ευκαιρία. Η καλύτερη στιγμή για τέτοιες μεταρρυθμίσεις ήταν επί παχεών αγελάδων στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Είναι πολύ πιο δύσκολο να αναιρεθούν κανονισμοί και περιορισμοί που επιβάλλονται επί δεκαετίες, όταν οι οικονομίες βρίσκονται σε αδιέξοδο και οι προϋπολογισμοί στα όριά τους, καθιστώντας τις δημοσιονομικές περικοπές των δαπανών άκρως επικίνδυνες.

Οι ηγέτες της Ευρώπης συνέχεια παρεκκλίνουν από τη μια «λύση» στην άλλη, έχοντας εμμονή στις γερμανικές εκλογές, στη συνέχεια στις παρατηρήσεις για την ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών, στη συνέχεια σε τεράστια προγράμματα νομισματικών μέτρων τόνωσης για την αποτροπή πιθανού αποπληθωρισμού. Δεν κάνουν αυτό που πραγματικά πρέπει να γίνει.

Εάν η Ευρώπη δεν πάρει κάποιες δύσκολες αποφάσεις, η αγορά θα κάνει τις επιλογές της. Αυτό θα έχει επιπτώσεις σε όλο τον κόσμο…

Διαβάστε ακόμη:

«Μουσικές καρέκλες» α λα ευρωπαϊκά

Ευρωφοβικός «εμφύλιος» προ της ευρωκάλπης

Η τελική πρόγνωση του PollWatch2014 για τις ευρωεκλογές

O «γρίφος» της ευρω-αποχής

H Bank of America φοβάται πολιτικό «ατύχημα» στην Ελλάδα