Το «ρετσίνι» που κολλάει εκατομμυρια συσκευές παγκοσμίως

Το «ρετσίνι» που κολλάει εκατομμυρια συσκευές παγκοσμίως

Η Resin.io είναι η ελληνική startup που προσφέρει ταχύτητα και ασφάλεια σε µια θεαµατικά αναπτυσσόµενη αγορά που λέγεται «Διαδίκτυο των Πραγµάτων».

Τον όρο «Διαδίκτυο των Πραγµάτων» –ή, αλλιώς, Internet of Things (IoT)– τον έχετε µάλλον ακούσει, εκτός και αν ζείτε σε κάποια σπηλιά τα τελευταία χρόνια. Αλλά τι σηµαίνει αλήθεια και πώς µπορεί να αλλάξει τη ζωή µας; Εν συντοµία, το Διαδίκτυο των Πραγµάτων είναι ένα δίκτυο συσκευών συνδεδεµένων στο ίντερνετ ή σε τοπικά δίκτυα που µπορούν να συλλέξουν και να ανταλλάξουν δεδοµένα, τα οποία, στη συνέχεια, θα τύχουν επεξεργασίας και θα χρησιµοποιηθούν για την ενηµέρωση ενός ανθρώπου, µιας επιχείρησης ή ενός άλλου µηχανήµατος για την εκτέλεση κάποιας λειτουργίας.

Φανταστείτε, για παράδειγµα, έναν άνθρωπο ο οποίος έχει έναν αισθητήρα στην καρδιά του και στέλνει πληροφορίες στον γιατρό του όλο το 24ωρο ή µια οικιακή συσκευή, όπως ένα ψυγείο το οποίο ενηµερώνει για το τι ακριβώς χρειάζεσαι όταν είναι ο ιδιοκτήτης του στο σούπερ µάρκετ ή µία γλάστρα η οποία ενηµερώνει µε email όταν θέλει πότισµα. Διαδίκτυο των Πραγµάτων είναι, επίσης, οι «έξυπνες» οικιακές συσκευές που σας επιτρέπουν να ελέγχετε τον θερµοστάτη και τα φώτα απλώς µε µια φωνητική εντολή.

Μπορεί να φαίνεται και να ακούγεται σύνθετο, όµως τα επόµενα χρόνια το Διαδίκτυο των Πραγµάτων θα αλλάξει τον τρόπο µε τον οποίο ζούµε και αλληλεπιδρούµε, από την καθηµερινότητά µας, µέχρι τις επιχειρήσεις και την εργασία. Η λογική πίσω από τη λειτουργία του βασίζεται σε ένα σχετικά απλό οικοσύστηµα. Ο χρήστης χρησιµοποιεί ένα τηλεχειριστήριο, όπως το «έξυπνο» κινητό του, για να δώσει την εντολή ή να ζητήσει πληροφορίες µέσω ενός δικτύου σε µια συσκευή η οποία επιτελεί την ενέργεια και, στη συνέχεια, την αποστέλλει πίσω µέσω του δικτύου. Κατόπιν, η εντολή ή η πληροφορία εµφανίζεται στο τηλεχειριστήριο. Τα δεδοµένα αυτά µπορούν να αποθηκευθούν στο cloud, σε µια τοπική βάση δεδοµένων, στο τηλεχειριστήριο ή στην ίδια τη συσκευή.

Οι προκλήσεις γύρω από αυτή την αγορά είναι τεράστιες, όπως και τα ζητήµατα που προκύπτουν και έχουν να κάνουν µε την ασφάλεια και την ταχύτητα των δεδοµένων που καλούνται να αντιµετωπίσουν οι υπεύθυνοι διαχείρισης αυτών των υλοποιήσεων IoT, καθώς δισεκατοµµύρια πολύπλοκες συσκευές βρίσκονται καθηµερινά online.

Απαντήσεις σ’ αυτές τις προκλήσεις επιχειρεί να δώσει µια ελληνική startup, η Resin.io, η οποία έχει καταφέρει µέσα σε τρία χρόνια να ξεχωρίσει, πείθοντας µεγάλες εταιρείες στον χώρο της τεχνολογίας, όπως η Ericsson, να την εµπιστευτούν, ώστε να γίνει το «ρετσίνι» (αυτό σηµαίνει, άλλωστε, και το όνοµά της) –ή, διαφορετικά, η κόλλα– που θα ενώσει τον κόσµο του Διαδικτύου των Πραγµάτων.

Όλα ξεκίνησαν από κάποιες ψηφιακές οθόνες πάνω σε κάδους ανακύκλωσης στο Λονδίνο, όπως δηλώνει στο Fortune o Αλέξανδρος Μαρίνος, ιδρυτής και CEO της εταιρείας. «Εγώ έκανα το διδακτορικό µου στην Αγγλία στην επιστήµη των υπολογιστών και µε κάποια άλλα παιδιά αποφασίσαµε να ανοίξουµε µια εταιρεία σχετικά µε ζητήµατα που αφορούν την εκπαίδευση µου. Τα πρώτα δύο χρόνια προσπαθούσαµε να βρούµε λύσεις για προβλήµατα άλλων εταιρειών. Το Resin.io προέκυψε, όταν, στο πλαίσιο ενός project, ήµασταν υπεύθυνοι για τη συντήρηση ενός δικτύου από εκατοντάδες οθόνες ψηφιακής σήµανσης στο Λονδίνο. Ξοδεύοντας απίστευτο χρόνο, πολλές φορές σε δύσκολες καιρικές συνθήκες, για να ενηµερώσουµε το λογισµικό σε καθεµία από αυτές τις οθόνες, µας ήρθε η ιδέα για την πλατφόρµα. Σήµερα, µέσω της πλατφόρµας που έχουµε αναπτύξει, µπορεί οποιοσδήποτε που διαχειρίζεται διασυνδεδεµένες συσκευές (κιόσκια, ψηφιακή σήµανση, έξυπνα ρολόγια, infotainment για οχήµατα, “έξυπνες” οικιακές συσκευές κ.ο.κ.) να διατηρεί το λογισµικό που “τρέχει”  σε αυτές ενηµερωµένο ανά πάσα στιγµή, σε όσο αριθµό συσκευών χρειάζεται. Αυτό καθίσταται δυνατό ασύρµατα, µε ασφάλεια και σε µαζική κλίµακα».

«Λύνοντας» τα χέρια των προγραµµατιστών

Κάπως έτσι άρχισαν όλα.

Το 2013, έπειτα από αρκετές αποτυχίες, όπως αναφέρει ο Αλέξανδρος Μαρίνος, η οµάδα αναπτύσσει µια καινοτόµο πλατφόρµα, µοναδική στο είδος της, για ολοκληρωµένη διαχείριση λογισµικού σε αποµακρυσµένες «έξυπνες» συσκευές Linux. Βασικό χαρακτηριστικό της είναι ότι δίνει τη δυνατότητα στους προγραµµατιστές να αναπτύξουν απερίσπαστοι εφαρµογές για το IoT, χωρίς να χρειάζεται να εγκαταστήσουν λειτουργικό σύστηµα ή να δηµιουργήσουν ένα ασφαλές τοπικό δίκτυο, παρέχοντας ένα ολοκληρωµένο σύστηµα καταγραφής και προβολής των σχετικών αρχείων. Η διαδικασία αυτή εξοικονοµεί πολύτιµο χρόνο στους προγραµµατιστές και µειώνει το κόστος διαχείρισης προσφέροντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα στους κατασκευαστές να βγάλουν γρήγορα στην αγορά νέα προϊόντα.

«Ουσιαστικά, µέσω του Resin.io, η ανάπτυξη εφαρµογών για ενσωµατωµένα συστήµατα (embedded systems) γίνεται το ίδιο εύκολη µε την ανάπτυξη εφαρµογών σε cloud. To Resin.io βοηθά τούς προγραµµατιστές να ακολουθούν τις εξελίξεις στον ταχύτατα αναπτυσσόµενο κλάδο του ΙοΤ, καθώς διαθέτει το πλεονέκτηµα να χρησιµοποιεί containers Linux για την ανάπτυξη κώδικα και ενσωµατωµένων συστηµάτων (embedded systems). Είµαστε πιο µπροστά σ’ αυτόν τον τοµέα από κάθε άλλο. Η πλατφόρµα µας για τον προγραµµατιστή είναι πολύ οικεία, και αυτό είναι το plus µας. Μοιάζει µε όσα ήδη έχει µάθει να κάνει µε ανάλογες εφαρµογές από το cloud» αναφέρει στο Fortune ο Αλέξανδρος Μαρίνος.

Το τρίπτυχο πάνω στο οποίο βασίστηκε η ελληνική startup είναι ότι καταφέρνει µέσω της πλατφόρµας της να µειώσει σηµαντικά τον χρόνο, τη δαπάνη και το κόστος διαχείρισης, γεγονός που φαίνεται ότι έπεισε όχι µόνο σηµαντικούς πελάτες, αλλά και επενδυτές να τοποθετήσουν τα χρήµατά τους στην όλη προσπάθεια, βάζοντας τη Resin.io στην κατηγορία των ελληνικών νεοφυών επιχειρήσεων που «σήκωσαν» τα περισσότερα χρήµατα το 2015. Συγκεκριµένα, η startup ανακοίνωσε τη λήψη συνολικής επένδυσης εννέα εκατοµµυρίων δολαρίων από τους DFJ, GE Ventures, Ericsson και Aspect Ventures το 2015, ενώ είχε προηγηθεί ο πρώτος γύρος χρηµατοδότησης που έφτανε τα τρία εκατοµµύρια δολάρια.

«Τα χρήµατα που έχουν επενδυθεί στην εταιρεία τα αξιοποιούµε ώστε να “χτίσουµε” την κοινότητα των χρηστών µας. Προφανώς ενισχύουµε το προϊόν µας και “ανοίγουµε” το λογισµικό µας για να δηµιουργήσουµε µια κοινότητα από contributors. Αυτή τη στιγµή έχουµε επαρκή χρηµατοδότηση και αυτό που αναζητούµε είναι, κυρίως, το ταλέντο. Προσπαθούµε να µοιραστούµε την τεχνολογία µας µε άλλους προγραµµατιστές που έχουν µεγάλη πείρα στον συγκεκριµένο χώρο» τονίζει ο Αλέξανδρος Μαρίνος από τα γραφεία της εταιρείας στο Σιάτλ.

Μια αγορά µε τεράστιες προοπτικές

Η «επόµενη Βιοµηχανική Επανάσταση» συµβαίνει καθώς µιλάµε, διαπιστώνουµε µε τον Αλέξανδρο και αυτό φαίνεται να το αντιλαµβάνονται όλο και περισσότερο οι µεγάλες εταιρείες παγκοσµίως. Άλλωστε τα νούµερα µόνο για την αγορά του IoT ζαλίζουν.

Ενδεικτικά να αναφέρουµε ότι, σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις της Business Insider Intelligence, το 2020 θα υπάρχουν 24 δισεκατοµµύρια συσκευές Διαδικτύου των Πραγµάτων εγκατεστηµένες παγκοσµίως. Ακόµη µέσα στα επόµενα πέντε χρόνια υπολογίζεται ότι θα επενδυθούν περίπου έξι τρισεκατοµµύρια δολάρια σε λύσεις βασισµένες στο Διαδίκτυο των Πραγµάτων. Αυτή η ανάπτυξη οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, στους οποίους περιλαµβάνονται η διευρυµένη συνδεσιµότητα στο διαδίκτυο σε όλο τον κόσµο, η αυξανόµενη υιοθέτηση κινητών συσκευών, οι αισθητήρες χαµηλού κόστους και η µεγαλύτερη ενεργοποίηση των επενδυτών στον συγκεκριµένο χώρο.

Σύµφωνα µε πρόσφατη µελέτη της εταιρείας ερευνών Gartner, υπολογίζεται ότι το IoT θα επιφέρει οικονοµική πρόσθετη αξία της τάξης του 1,9 τρισεκατοµµυρίου δολαρίων µέχρι το έτος 2020. Μόνο για το 2016 εκτιµάται ότι 5,5 εκατ. συσκευές συνδέονται κάθε µέρα, ενώ ο αριθµός τους θα φτάσει τα 6,4 δισεκατοµµύρια, αυξηµένος κατά 30% σε σχέση µε το 2015.

«Σίγουρα σε πιάνει ίλιγγος κοιτάζοντας αυτές τις εκτιµήσεις. Ο χώρος του IοΤ είναι µεν πολλά υποσχόµενος, κάτι που δείχνουν και οι αριθµοί, αλλά αυτό που λείπει είναι το όραµα για το πώς θα φέρουµε όλες τις συσκευές στην τωρινή εποχή. Παραδόξως θεωρούσα, όταν ξεκινήσαµε την εταιρεία, ότι αυτό που κάνουµε ήδη θα γινόταν από κάποιον άλλο. Όµως, αυτό δεν ισχύει» παρατηρεί ο Αλέξανδρος Μαρίνος και συµπληρώνει: «Η καινοτοµία είναι το βασικό µας χαρακτηριστικό. Παίρνουµε πράγµατα που έχουν αναπτύξει οι προγραµµατιστές εδώ και δεκαετίες και τα φέρνουµε στο Internet of Things. Είναι αλήθεια ότι, παρά τη θεαµατική ανάπτυξη στον χώρο, ο τρόπος που πολλές εταιρείες διαχειρίζονται το λογισµικό παραµένει πολλά χρόνια πίσω».

Η Resin.io αναπτύσσεται µε γρήγορους ρυθµούς, καθώς αυτή τη στιγµή απασχολεί περισσότερα από 30 άτοµα µε γραφεία σε Αθήνα, Λονδίνο και Σιάτλ. Επίσης, η εταιρεία σηµειώνει µεγάλη διασπορά όσον αφορά στους πελάτες που χρησιµοποιούν την πλατφόρµα της, καθώς, όπως αναφέρει ο Αλέξανδρος, µπορείς να βρεις συσκευές µε το λογισµικό της Resin.io από την Ασία µέχρι και την Αφρική. Στην Ελλάδα, µία από τις γνωστές συνεργασίες είναι µε την Intale, µια ελληνική startup που αναπτύσσει ολοκληρωµένες λύσεις βασισµένες σε τεχνολογίες cloud, που βελτιστοποιούν τις επιχειρηµατικές πρακτικές και τις διαδικασίες µικρών καταστηµάτων και περιπτέρων. «Η ελληνική αγορά φυσικά και είναι στη λίστα µας. Τα προβλήµατα στα οποία καλείται να δώσει λύσεις το Ιnternet of Τhings δεν είναι υψηλής τεχνολογίας, αλλά κυρίως ζητήµατα που αφορούν καθηµερινές λειτουργίες µιας επιχείρησης».

Ο ίδιος, αν και πολλά χρόνια στο εξωτερικό, δεν χάνει την ευκαιρία να τονίσει πόσο πιστεύει στις προοπτικές του ελληνικού οικοσυστήµατος νεοφυούς επιχειρηµατικότητας. Όπως αναφέρει, στο επιχειρείν χρειάζεσαι ικανότητες, αλλά και τύχη, και στην περίπτωση της Resin.io «συνδυάστηκαν και τα δύο». Καθοριστική θεωρεί τη γνωριµία του µε τον Παναγιώτη Παπαδόπουλο στην Αθήνα, ο οποίος µαζί µε τον Γιάννη Βλαχογιάννη κατάφεραν να πουλήσουν την BugSense, µια ελληνική startup που συλλέγει και αναλύει τις αναφορές σφαλµάτων σε πραγµατικό χρόνο κατά τη διάρκεια κατασκευής µιας εφαρµογής για κινητά τηλέφωνα, σε έναν διεθνή «κολοσσό» της τεχνολογίας, τη Splunk.

«Ο Πάνος µάς βοήθησε πολύ να βρούµε τους πρώτους επενδυτές, όταν συναντηθήκαµε στην Ελλάδα. Μας ενθάρρυνε να βγούµε έξω και µας έκανε πολλές συστάσεις. Θεώρησε ότι αυτό που κάνουµε έχει σηµασία. Αυτό είναι πολύ όµορφο. Όσο στην Ελλάδα έχουµε exits και επιτυχίες, τόσο περισσότερο το οικοσύστηµα θα αναπτύσσει πετυχηµένες συνέργειες».

Κλείνοντας τη συζήτησή µας, ο Αλέξανδρος δεν ξεχνάει να αναφέρει ότι στην εποχή της τεχνολογίας και των ευκαιριών που αυτή «γεννάει» δεν πρέπει να εγκαταλείπεις την προσπάθεια, ακόµα και αν αντιµετωπίζεις δυσκολίες.

Άλλωστε, κοστίζει λιγότερο πλέον να ανοίξεις µια εταιρεία χωρίς µεγάλο κεφάλαιο αλλά µε έµφαση στον ανθρώπινο παράγοντα και στις ικανότητες της οµάδας, από το να παρακολουθήσεις ένα MBA σε κάποιο πανεπιστήµιο του εξωτερικού, καταλήγει…

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Fortune Νοεμβρίου που κυκλοφορεί στα περίπτερα.