Τσάνταλης: Πώς η κήρυξη πτώχευσης επαναφέρει στο τραπέζι το ενδιαφέρον των Ελληνικών Οινοποιείων με νέους όρους

Τσάνταλης: Πώς η κήρυξη πτώχευσης επαναφέρει στο τραπέζι το ενδιαφέρον των Ελληνικών Οινοποιείων με νέους όρους
Close up of a wine glass on a barrel Photo: Shutterstock
Η δικαστική απόφαση βάζει και επισήμως τίτλους τέλους στην ιστορική οινοποιία και αλλάζει το πλαίσιο του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Με τον διορισμό συνδίκου πτώχευσης, η Τσάνταλης περνά σε φάση εκποίησης ενεργητικού και νέας αποτίμησης.

Έχοντας διαγράψει μία πορεία 134 ετών, η ιστορική οινοποιία Τσάνταλης, η οποία έχει ταυτιστεί με το καλό ελληνικό κρασί, ρίχνει και επισήμως αυλαία. Πριν από λίγες ημέρες, η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης να κηρύξει σε πτώχευση την εταιρεία «Ευάγγελος Τσάνταλης Α.Ε. Αμπελουργία – Οινοποιία – Αποσταγματοποιία» καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ανοίγοντας τον δρόμο για την εκποίηση των «ασημικών» της οινοποιίας: αμπελώνες, εγκαταστάσεις, αποθέματα, εμβληματικά brands, γεωγραφικές ενδείξεις και οινοποιητικές άδειες.

Πιο συγκεκριμένα, το δικαστήριο κήρυξε την εταιρεία σε πτώχευση, όρισε ως χρόνο παύσης πληρωμών το έτος 2023 και διόρισε σύνδικο πτώχευσης την «Νικόλαος Δημ. Μαράντος Μονοπρόσωπη ΙΚΕ (NM Asset Management Advisors)». Παράλληλα, διατάχθηκε η εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της εταιρείας ή των επιμέρους λειτουργικών της συνόλων, βάσει του Πτωχευτικού Κώδικα.

Την ίδια στιγμή, η κήρυξη πτώχευσης αναδιαμορφώνει το επενδυτικό ενδιαφέρον γύρω από την Τσάνταλη. «Η πτωχευτική διαδικασία θα αποτυπώσει, ενδεχομένως, τη φθορά που έχει υποστεί το ενεργητικό της εταιρείας, μετά από ένα διάστημα αδράνειας, με αμπελώνες και εγκαταστάσεις να έχουν μείνει χωρίς συστηματική καλλιέργεια και επενδύσεις», εξηγούν πηγές της αγοράς, προσθέτοντας ότι η καθυστέρηση στην επίλυση του χρηματοδοτικού αδιεξόδου αναμένεται να οδηγήσει σε χαμηλότερες προσφορές.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η επενδυτική διάθεση των Ελληνικών Οινοποιείων

Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερο βάρος το ενδιαφέρον του Ηλία Γεωργιάδη, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει ξεδιπλώσει ένα συνεκτικό σχέδιο συγκρότησης ενός ισχυρού ελληνικού οινοποιητικού ομίλου. Μέσω της Ελληνικά Οινοποιεία, ο επικεφαλής της Sterner Stenhus και βασικός μέτοχος της Premia Properties εξετάζει συστηματικά την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ιστορικών οινοποιιών, με στόχο τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας, την αξιοποίηση γεωγραφικών ενδείξεων και την επανατοποθέτηση ελληνικών brands στις διεθνείς αγορές. Στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο του ομίλου περιλαμβάνονται ήδη ιστορικές οινοποιίες και σήματα όπως η Boutari και η Semeli.

Η επενδυτική διάθεση για την Τσάνταλη, ωστόσο, δεν είναι καινούργια. Η Ελληνικά Οινοποιεία είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον ήδη κατά την προηγούμενη προσπάθεια διάσωσης της ιστορικής οινοποιίας με έδρα τον Άγιο Παύλο Χαλκιδικής, όταν το ζητούμενο ήταν η αναδιάρθρωση των οφειλών και η συνέχιση της λειτουργίας της εταιρείας. Παρά το γεγονός ότι το επενδυτικό σχήμα διέθετε την απαιτούμενη τεχνογνωσία και εμπειρία στον κλάδο, η τότε προσέγγιση δεν προχώρησε, καθώς οι αποτιμήσεις και οι όροι που είχαν τεθεί στο τραπέζι δεν έγιναν αποδεκτοί από τις πιστώτριες τράπεζες.

Σήμερα, με την Τσάνταλη σε καθεστώς πτώχευσης και τη διαδικασία εκποίησης να περνά στα χέρια συνδίκου, το πλαίσιο έχει αλλάξει ριζικά. Η επενδυτική προσέγγιση επανέρχεται, όχι όμως ως απόπειρα διάσωσης μιας εν λειτουργία εταιρείας, αλλά ως αξιολόγηση επιμέρους περιουσιακών στοιχείων, με διαφορετικές παραδοχές και αυξημένη έμφαση στην αποτίμηση και στο κόστος επανεκκίνησης της παραγωγικής δραστηριότητας. Τη νέα αυτή πραγματικότητα επιβεβαιώνουν κύκλοι της Premia Properties, οι οποίοι σημειώνουν στο Fortune Greece ότι το ενδιαφέρον των Ελληνικών Οινοποιείων για την Τσάνταλη παραμένει «εντονότατο», χωρίς ωστόσο να συνδέεται με τις αποτιμήσεις που είχαν συζητηθεί στο παρελθόν. 

Υπενθυμίζεται, ότι το φθινόπωρο του 2023, η Ελληνικά Οινοποιεία είχε καταθέσει δεσμευτική πρόταση ύψους 11 εκατ. ευρώ, η οποία προέβλεπε γενναίο «κούρεμα» των υποχρεώσεων της Τσάνταλης. Η πρόταση, σύμφωνα με την εταιρεία, δεν συζητήθηκε από τις πιστώτριες τράπεζες, με αποτέλεσμα η Τσάνταλης να παραμείνει σε παρατεταμένη αδράνεια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

H διαδρομή

Η ιστορία της οινοποιίας Τσάνταλη ξεκινά το μακρινό 1890, όταν η οικογένεια ξεκίνησε να καλλιεργεί αμπέλια, να παράγει κρασί και να κάνει αποστάξεις ούζου και τσίπουρου. Θεμελιωτής της εταιρείας και εμπνευστής του brand που έκανε τον γύρο του κόσμου υπήρξε ο Ευάγγελoς Τσάνταλης, εκπρόσωπος της δεύτερης γενιάς της οικογένειας, ο οποίος κατάφερε να αναδείξει τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση σε έναν δυναμικά αναπτυσσόμενο όμιλο και να βάλει το εμφιαλωμένο κρασί στο ελληνικό τραπέζι, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της ελληνικής οινοποιίας όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. 

Έτη-ορόσημα για την ανάπτυξη και τη σταδιακή εδραίωση της εταιρείας στην αγορά ήταν το 1975, όταν και έγινε το λανσάρισμα του κρασιού Agioritikos, και το 1983 με το λανσάρισμα του κρασιού Μακεδονικός. Στρατηγικής σημασίας κίνηση ήταν η απόκτηση το 1991 του οινοποιείου Ραψάνη, το οποίο ως τότε ανήκε στο υπουργείο Γεωργίας.

Όταν ο Ευ. Τσάνταλης έφυγε από τη ζωή το 1996, το τιμόνι της εταιρείας ανέλαβαν η τρίτη και η τέταρτη γενιά της οικογένειας Τσάνταλη. Ενδεικτικό της κραταιάς θέσης που είχε στο παρελθόν η οινοποιία είναι το γεγονός ότι η Τσάνταλης διέθετε και διαχειριζόταν αμπελώνες χιλιάδων στρεμμάτων στο Άγιο Όρος, στη Ραψάνη, στη Μαρώνεια, στη Νάουσα και στη Χαλκιδική. Έχοντας αναπτύξει ένα ισχυρό δίκτυο πωλήσεων στο εξωτερικό, οι φιάλες κρασιού της Τσάνταλης ταξίδευαν προς 55 χώρες και αντιπροσώπευαν πάνω από το μισό του ετήσιου τζίρου της εταιρείας, αλλά και το 30% περίπου των συνολικών εξαγωγών ελληνικού οίνου.

Η δυσχερής θέση στην οποία είχε περιέλθει τα τελευταία χρόνια η ελληνική οινοποιία αποτυπώνονται και στον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό που αφορά τη χρήση του 2023. «Το 2022 ήταν μια ακόμα δύσκολη χρονιά επηρεασμένη από τις συνέπειες των δυσμενών οικονομικών μέτρων (lock-downs) τα οποία εφαρμόστηκαν για την προστασία από τον Covid-19 και την υγειονομική κρίση ήδη από το 2020. Επιπλέον οι οικονομικές ενισχύσεις που πήρε η εταιρεία κατά την διάρκεια του 2020, μέσα στο 2022 άρχισαν να επιστρέφονται», αναφερόταν, τότε, στην Έκθεση Διαχείρισης του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Μέσα σε αυτό το δυσμενές οικονομικό κλίμα, η εταιρεία κατέγραψε μείωση του κύκλου εργασιών της κατά 3,685 εκατ. ευρώ, δηλαδή από 24,2 εκατ. ευρώ το 2021 σε 20,5 εκατ. ευρώ το 2022. 

Τον Ιανουάριο του 2025, τα στοιχεία που είχαν παρουσιαστεί στη δικαστική διαδικασία αποτυπώνουν το βάθος της κρίσης. Οι συνολικές υποχρεώσεις της εταιρείας υπερβαίνουν τα 66 εκατ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος -περίπου 40 εκατ. ευρώ- να αφορά δανειακές οφειλές προς τις τέσσερις συστημικές τράπεζες (Alpha Bank, Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα), καθώς και την Attica Bank.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: