Όταν το AI «σβήνει» τις αρχικές θέσεις εργασίας – Η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί το πρώτο σκαλοπάτι της καριέρας
- 01/02/2026, 12:51
- SHARE
- Η ανεργία στους νέους 16–24 ετών αυξάνεται στις ΗΠΑ
- Οι θέσεις αρχικού επιπέδου μειώνονται δραστικά λόγω AI και αυτοματοποίησης
- Μελέτη της SignalFire δείχνει πτώση 50% στις προσλήψεις νέων αποφοίτων
- Στελέχη και οικονομολόγοι προειδοποιούν για ρήξη στην παραδοσιακή επαγγελματική πορεία
Το ποσοστό ανεργίας στους νέους ηλικίας 16 έως 24 ετών αυξάνεται, την ώρα που η αγορά εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες περνά μία από τις πιο πιεστικές φάσεις μετά την πανδημία. Παράλληλα, η ταχεία ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στις επιχειρήσεις επαναφέρει ένα βαθύτερο ερώτημα: τι απομένει από την παραδοσιακή διαδρομή καριέρας, όπου κάποιος ξεκινούσε από μια βασική θέση και, με τον χρόνο, μπορούσε να φτάσει ακόμη και στη διοίκηση;
Για δεκαετίες, αυτό το μοντέλο αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της αμερικανικής εταιρικής κουλτούρας. Πολλοί από τους σημερινούς CEOs μεγάλων ομίλων ξεκίνησαν από τις χαμηλότερες βαθμίδες: ο Αντόνιο Νέρι στη Hewlett Packard Enterprise εργάστηκε αρχικά σε τηλεφωνικό κέντρο, ο Νταγκ ΜακΜίλον της Walmart ξεκίνησε ως part-time υπάλληλος σε εκφόρτωση φορτηγών, ενώ η Μέρι Μπάρα της General Motors μπήκε στη γραμμή παραγωγής σε ηλικία μόλις 18 ετών.
Σήμερα, αυτές ακριβώς οι θέσεις —το πρώτο σκαλοπάτι της επαγγελματικής εξέλιξης— βρίσκονται στο επίκεντρο της απειλής.
Η αυτοματοποίηση και η γενετική τεχνητή νοημοσύνη αναλαμβάνουν όλο και περισσότερα καθήκοντα που μέχρι πρόσφατα εκτελούνταν από εργαζόμενους χωρίς μεγάλη εμπειρία. Το αποτέλεσμα είναι μια δομική μεταβολή στην αγορά εργασίας, η οποία επηρεάζει όχι μόνο τις προσλήψεις, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρεται η γνώση μέσα στους οργανισμούς.
Ο Ντάριο Αμοντέι, διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, έχει προειδοποιήσει ότι έως και το 50% των θέσεων αρχικού επιπέδου «ενδέχεται να εξαφανιστεί», καθώς η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να εκτελεί εργασίες συνεχώς, χωρίς διαλείμματα ή κόπωση. Η πρόβλεψη αυτή έρχεται σε μια στιγμή που πολλοί νέοι δυσκολεύονται ήδη να εισέλθουν στην αγορά εργασίας.
Τα στοιχεία ενισχύουν την ανησυχία. Μελέτη της εταιρείας επιχειρηματικών κεφαλαίων SignalFire ανέλυσε τα δεδομένα απασχόλησης από το 2019 έως το 2024 σε μεγάλες δημόσιες τεχνολογικές εταιρείες και σε startups που χρηματοδοτούνται από venture capital. Το βασικό εύρημα: οι θέσεις για εργαζόμενους με λιγότερο από έναν χρόνο εμπειρίας μετά την αποφοίτηση μειώθηκαν κατά 50%.
Η πτώση αυτή καταγράφεται σχεδόν σε όλους τους τομείς — από πωλήσεις και μάρκετινγκ έως μηχανική, ανθρώπινο δυναμικό, λειτουργίες, οικονομικά και νομικές υπηρεσίες. Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής έρευνας της SignalFire, Άσερ Μπάντοκ, οι προσλήψεις μπορεί να παρουσιάζουν διακυμάνσεις κάθε χρόνο, ωστόσο η συγκεκριμένη μείωση χαρακτηρίζεται «σαφής και αξιόπιστη» για ολόκληρη την εξεταζόμενη περίοδο.
Παρότι η εικόνα είναι ανησυχητική, η Χέδερ Ντόσεϊ, συνεργάτιδα της SignalFire, τονίζει ότι τα δεδομένα δεν θα πρέπει να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για όσους αναζητούν εργασία. Όπως σημειώνει, η μείωση των παραδοσιακών entry-level ρόλων δεν επηρεάζει μόνο τους νέους πτυχιούχους, αλλά αλλάζει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο οι οργανισμοί αναπτύσσουν και αξιοποιούν το ανθρώπινο δυναμικό τους.
Οι εταιρείες κινούνται πλέον προς πιο «επίπεδες» δομές, με λιγότερα επίπεδα διοίκησης. Η κλασική ιεραρχία δεν εξαφανίζεται, αλλά συμπιέζεται. Το αποτέλεσμα είναι ότι η διαδρομή από τα βασικά καθήκοντα μέχρι την κορυφή γίνεται ακόμη πιο σπάνια — όχι επειδή μειώνονται οι φιλοδοξίες, αλλά επειδή απουσιάζουν τα ενδιάμεσα στάδια εκμάθησης.
Ταυτόχρονα, οι νέες θέσεις που δημιουργούνται απαιτούν συχνά υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από την πρώτη ημέρα. Οι νέοι απόφοιτοι καλούνται να αποκτήσουν γνώσεις μόνοι τους, χωρίς την «προστατευμένη» φάση μιας αρχικής θέσης εργασίας. Όπως επισημαίνει η Ντόσεϊ, κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και στο παρελθόν, όταν το διαδίκτυο και το email μετατράπηκαν σε βασικές επαγγελματικές δεξιότητες — τότε, όσοι νέοι τις κατείχαν απέκτησαν συγκριτικό πλεονέκτημα. Το ίδιο, υποστηρίζει, μπορεί να συμβεί και σήμερα με την τεχνητή νοημοσύνη.
Ωστόσο, η ίδια αναγνωρίζει ότι αυτή η προοπτική δεν προσφέρει άμεση ανακούφιση. Οι απόφοιτοι των ετών 2024, 2025 και 2026 θεωρούνται «πιο ευάλωτοι», καθώς ξεκινούν την επαγγελματική τους πορεία σε μια μεταβατική περίοδο έντονης αβεβαιότητας.
Πιο συγκρατημένος εμφανίζεται ο Άντερς Χούμλουμ, επίκουρος καθηγητής Οικονομικών στο University of Chicago, ο οποίος εκτιμά ότι οι προβλέψεις για τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο της AI παραμένουν σε μεγάλο βαθμό θεωρητικές. Όπως σημειώνει, οι επιχειρήσεις βρίσκονται ακόμη στα πρώτα στάδια προσαρμογής στη γενετική τεχνητή νοημοσύνη, ενώ η εμπειρία από τη μαζική χρήση εργαλείων όπως τα chatbots περιορίζεται σε μόλις δυόμισι χρόνια.
Μέχρι στιγμής, προσθέτει, δεν έχουν καταγραφεί ουσιαστικές αλλαγές στα επίπεδα απασχόλησης ή στα εισοδήματα συγκεκριμένων επαγγελμάτων. Ιστορικά, ακόμη και οι πιο καθοριστικές τεχνολογικές καινοτομίες —από την ατμοκίνηση έως τους υπολογιστές— χρειάστηκαν δεκαετίες για να μεταβάλουν ουσιαστικά την οικονομία.
Το κρίσιμο ζήτημα, σύμφωνα με τον Χούμλουμ, δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να εκτελέσει εργασίες αντίστοιχες με εκείνες ενός υπαλλήλου χωρίς εμπειρία, αλλά πόσο γρήγορα μπορούν οι οργανισμοί να προσαρμοστούν. Για να αποδώσουν τα νέα εργαλεία, οι εργοδότες οφείλουν να επενδύσουν ενεργά στην εκπαίδευση των εργαζομένων και στη σωστή αξιοποίησή τους.
Την ίδια στιγμή, ο προβληματισμός επεκτείνεται πλέον πέρα από τις χαμηλόμισθες ή αρχικές θέσεις. Αρκετοί ειδικοί προειδοποιούν ότι, εφόσον η τεχνητή νοημοσύνη συνεχίσει να βελτιώνεται με ταχείς ρυθμούς, θα μπορούσε να επηρεάσει ακόμη και ανώτερους διοικητικούς ρόλους. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το ερώτημα δεν θα αφορά απλώς ποιες δουλειές χάνονται, αλλά τη συνολική βιωσιμότητα του ανθρώπινου παράγοντα σε ολόκληρη την επαγγελματική πυραμίδα.