Deutsche Bank: Γιατί η Λαγκάρντ θα πατήσει το κουμπί της μείωσης των επιτοκίων ξανά – Οι 3 καταλύτες

Deutsche Bank: Γιατί η Λαγκάρντ θα πατήσει το κουμπί της μείωσης των επιτοκίων ξανά – Οι 3 καταλύτες
epa11272526 European Central Bank (ECB) President Christine Lagarde addresses a press conference following the meeting of the ECB Governing Council in Frankfurt am Main, Germany, 11 April 2024. EPA/RONALD WITTEK Photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Παρότι το βασικό σενάριο δείχνει «πάγωμα», η γερμανική τράπεζα αποκαλύπτει τους 3 καταλύτες που μπορούν να αναγκάσουν την Κριστίν Λαγκάρντ να «πατήσει το κουμπί» νωρίτερα.

Παρά τις εκτιμήσεις και διαβεβαιώσεις που θέλουν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να τηρεί στάση αναμονής («on hold») καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026, νέα ανάλυση της Deutsche Bank έρχεται να ταράξει τα νερά. Ενώ το βασικό σενάριο προβλέπει την επόμενη κίνηση επιτοκίων (αύξηση) στα μέσα του 2027, η έκθεση με τίτλο «What would it take for the ECB to cut again?», που σας παρουσιάζει το Fortune Greece αποκαλύπτει τους παράγοντες που θα μπορούσαν να αναγκάσουν την Κριστίν Λαγκάρντ να «πατήσει το κουμπί» των μειώσεων πολύ νωρίτερα.

Ειδικότερα, η τρέχουσα στρατηγική της ΕΚΤ βασίζεται στην πεποίθηση ότι η οικονομία της Ευρωζώνης είναι αρκετά ανθεκτική. Ωστόσο, η Deutsche Bank επισημαίνει ότι η πλάστιγγα των κινδύνων για το 2026 γέρνει σαφώς προς την περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.

Το μεγάλο ερώτημα είναι: Τι θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα;

Τι πρέπει να λάβει υπόψη της η ΕΚΤ αν πρόκειται να μειώσει ξανά 

Πρώτα και κύρια, για να μειώσει ξανά τα επιτόκια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), θα πρέπει να αναμένει μια επαρκώς μεγάλη απόκλιση από τον στόχο του πληθωρισμού: μια υποχώρηση κάτω από τον στόχο του 2% που να είναι τόσο σημαντική όσο και επίμονη.

Ο γενικός πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει κάτω από τον στόχο αργότερα, προς το τέλος του 2026 και μέσα στο 2027 — λιγότερο και καθυστερημένα σε σχέση με ό,τι είχε προηγουμένως υποτεθεί. 

Ένα πιο κατάλληλο σημείο αναφοράς θα μπορούσε να είναι ο δομικός πληθωρισμός, καθώς εξαιρεί τις πιο ευμετάβλητες συνιστώσες. 

Η ΕΚΤ εκτιμά επί του παρόντος ότι ο δομικός δείκτης θα επιβραδυνθεί από 2,4% το τέταρτο τρίμηνο του 2025 σε 2,0% το τέταρτο τρίμηνο του 2026 και θα υποχωρήσει οριακά κάτω από τον στόχο, στο 1,9%, καθ’ όλη τη διάρκεια του 2027, πριν επιστρέψει στον στόχο του 2,0% καθ’ όλη τη διάρκεια του 2028. 

Μια μεγάλη και επίμονη υποχώρηση κάτω από τον στόχο θα προϋπέθετε, πιθανότατα, πληθωρισμό την περίοδο 2027–2028 χαμηλότερο κατά 0,1–0,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με αυτή την πρόβλεψη.

Δεύτερον, δεδομένου ότι τα οφέλη μιας εφάπαξ μείωσης επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης θα θεωρούνταν οριακά (εντός του περιθωρίου σφάλματος των προβλέψεων για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό), η ΕΚΤ είναι πιθανό να χαλαρώσει τη νομισματική πολιτική μόνο εάν κρίνει ότι απαιτούνται περισσότερες από μία μειώσεις των 25 μονάδων βάσης. Αυτό αυξάνει τον πήχη για περαιτέρω χαλάρωση. Πρόσφατα, ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ Philip Lane άφησε να εννοηθεί ότι τα βασικά επιτόκια είναι σε μεγάλο βαθμό «εδραιωμένα» στο 2%, δηλώνοντας ότι «δεν υπάρχει βραχυπρόθεσμη συζήτηση για τα επιτόκια».

Τρίτον, η ΕΚΤ είναι πιο πιθανό να χαλαρώσει τη νομισματική πολιτική εάν οι παράγοντες που οδηγούν σε ασθενέστερη ανάπτυξη ή/και χαμηλότερο πληθωρισμό είναι: (1) κυρίως από την πλευρά της ζήτησης και όχι της προσφοράς, (2) κυκλικοί και όχι διαρθρωτικοί, και (3) πιθανό να επιμείνουν και όχι να αποδειχθούν προσωρινοί. Ιδίως ως προς το τελευταίο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο στόχος της ΕΚΤ αφορά τη μεσοπρόθεσμη σταθερότητα των τιμών, καθιστώντας την επιμονή των τάσεων ιδιαίτερα σημαντική.

Τέταρτον, η ΕΚΤ θα είναι ευαίσθητη σε μια επαρκώς μεγάλη και επίμονη αναθεώρηση προς τα κάτω των προοπτικών για τον πληθωρισμό. Θα λάβει επίσης υπόψη μια επιδείνωση της ισορροπίας των κινδύνων γύρω από αυτές τις προοπτικές. Με άλλα λόγια, μπορεί να υπάρξει ένα σκεπτικό «διαχείρισης κινδύνων» υπέρ της χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής.

Τα 3 σενάρια που «φέρνουν» μειώσεις 

Σύμφωνα με τους αναλυτές της γερμανικής τράπεζας, υπάρχουν τρεις συγκεκριμένοι καταλύτες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέα μείωση:

  1. Η ισχυρή ανατίμηση του ευρώ: Η πρόσφατη άνοδος της ισοτιμίας του ευρώ αποτελεί «πονοκέφαλο». Ένα ισχυρότερο νόμισμα περιορίζει τον πληθωρισμό μέσω των φθηνότερων εισαγωγών, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει την ΕΚΤ σε δράση για να προστατεύσει τον στόχο του 2%.
  2. Ασθενέστερη ανάπτυξη: Αν η εγχώρια ανθεκτικότητα καμφθεί από εξωτερικούς παράγοντες (όπως οι γεωπολιτικές εντάσεις ή οι εμπορικοί δασμοί), η ανάγκη για τόνωση της οικονομίας θα γίνει επιτακτική.
  3. Υποχώρηση του πληθωρισμού κάτω από τον στόχο: Η πιθανότητα ο πληθωρισμός να κινηθεί σημαντικά χαμηλότερα από το 2% το 2026 παραμένει υπαρκτή, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια «προληπτική» μείωση.

Πέρα από τα ως άνω, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ανάλυσης είναι η αναφορά στη διαχείριση ρίσκου. Η Deutsche Bank εκτιμά ότι η ΕΚΤ μπορεί να μην περιμένει την επιβεβαίωση τυχόν οικονομικής επιβράδυνσης. Αν οι κίνδυνοι συσσωρευτούν, η τράπεζα ίσως προχωρήσει σε μια μείωση επιτοκίων ως «δίχτυ ασφαλείας» για να προλάβει τα χειρότερα.

«Η αβεβαιότητα γύρω από την πορεία της νομισματικής πολιτικής έχει αυξηθεί, καθώς η μάχη μεταξύ των εξωτερικών τρωτών σημείων και της εγχώριας ανθεκτικότητας συνεχίζεται», σημειώνει η έκθεση.

Για τους επενδυτές και τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη, το μήνυμα είναι σαφές: Το 2026 δεν θα είναι έτος στασιμότητας. Παρότι το status quo δείχνει σταθερότητα, οι αγορές θα πρέπει να είναι έτοιμες για μεταβολές, ειδικά αν τα μακροοικονομικά δεδομένα από το μέτωπο των εξαγωγών και του πληθωρισμού αρχίσουν να απογοητεύουν.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: