Ράλι τιμών στα υπερπολυτελή ξενοδοχεία – Πώς διατηρείται στα ύψη η ζήτηση

Ράλι τιμών στα υπερπολυτελή ξενοδοχεία – Πώς διατηρείται στα ύψη η ζήτηση
Photo: Φωτ. Προσωπικού Αρχείου
Οι πλουσιότεροι ταξιδιώτες φαίνεται να απορροφούν ευκολότερα τις αυξήσεις τιμών που κυριάρχησαν τα τελευταία χρόνια.
  • Η μέση τιμή ανά δωμάτιο στα υπερπολυτελή ξενοδοχεία έφτασε τα 1.245 δολάρια.
  • Οι ταξιδιώτες υψηλού εισοδήματος εμφανίζονται ανθεκτικοί στις αυξήσεις.
  • Οι όμιλοι πολυτελούς φιλοξενίας επενδύουν σε υπηρεσίες ευεξίας και τεχνολογίας. 

Σημαντική άνοδο κατέγραψαν το 2024 οι τιμές στα ακριβότερα ξενοδοχεία παγκοσμίως, επιβεβαιώνοντας ότι οι ταξιδιώτες υψηλού εισοδήματος παραμένουν ανθεκτικοί απέναντι στις αυξήσεις που ακολούθησαν την πανδημία.

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται οι Financial Times, η μέση τιμή ανά δωμάτιο στα υπερπολυτελή ξενοδοχεία αυξήθηκε κατά περισσότερο από 8% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 1.245 δολάρια. Την ίδια περίοδο, τα έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο ενισχύθηκαν κατά 10,6%, ποσοστό υπερτριπλάσιο σε σύγκριση με τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης του ευρύτερου ξενοδοχειακού κλάδου, ενώ η πληρότητα αυξήθηκε κατά 2,3%.

Η εικόνα αυτή, αναδεικνύει τη διαφορετική δυναμική που εμφανίζει η αγορά της υπερπολυτελούς φιλοξενίας, καθώς οι πλουσιότεροι ταξιδιώτες φαίνεται να απορροφούν ευκολότερα τις αυξήσεις τιμών που κυριάρχησαν τα τελευταία χρόνια. «Τα ξενοδοχεία δεν θα μπορούσαν ποτέ να τη γλιτώσουν με τέτοιου είδους τιμές πριν από την πανδημία», δήλωσε στην εφημερίδα ο Paul Charles, διευθύνων σύμβουλος του ταξιδιωτικού γραφείου PC Agency. «Όμως, τα τελευταία χρόνια ο πληθωρισμός φαίνεται να είναι πιο αποδεκτός και αυτοί οι καταναλωτές —που είναι εξαιρετικά ανθεκτικοί, τουλάχιστον προς το παρόν— δείχνουν πρόθυμοι να πληρώσουν ό,τι χρειαστεί».

Αντίθετα, στα αμέσως χαμηλότερης κατηγορίας ξενοδοχεία η αύξηση των εσόδων ήταν σαφώς πιο περιορισμένη, κυμαινόμενη μεταξύ 2,1% και 5,8% το 2025. Η απόκλιση αυτή ήταν ιδιαίτερα έντονη στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντανακλώντας, σύμφωνα με αναλυτές, τη διεύρυνση της οικονομικής ανισότητας στον πληθυσμό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πώς το αυξανόμενο κόστος αλλάζει το μοντέλο των ξενοδοχείων

Την ίδια στιγμή, η έλλειψη εργατικού δυναμικού και το αυξανόμενο λειτουργικό κόστος έχουν ωθήσει αρκετούς ξενοδόχους να στραφούν σε στρατηγική υψηλότερων χρεώσεων, αντί να επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση της πληρότητας. Ορισμένα από τα πιο ακριβά ξενοδοχεία παγκοσμίως, όπως το Marina Bay Sands της Las Vegas Sands Corporation στη Σιγκαπούρη, έχουν μάλιστα μειώσει τον αριθμό των διαθέσιμων δωματίων, προκειμένου να δημιουργήσουν μεγαλύτερες και ακριβότερες σουίτες.

«Δίνοντας προτεραιότητα στις υψηλότερες τιμές, τα ξενοδοχεία μπορούν να φροντίσουν καλύτερα τους επισκέπτες τους», δήλωσε στους FT ο Silvio Ursini, εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Bvlgari Hotels & Resorts. Στο ίδιο πλαίσιο, ο όμιλος Bvlgari, όπως και άλλες εταιρείες πολυτελούς φιλοξενίας, έχει επεκτείνει σημαντικά τις παροχές του, επιχειρώντας να δικαιολογήσει την αυξανόμενη τιμολογιακή του ισχύ. Μεταξύ άλλων, τα νέα ξενοδοχεία του ομίλου θα προσφέρουν υπηρεσίες όπως υπερβαρική οξυγονοθεραπεία και ειδικά κρεβάτια, ανταποκρινόμενα στην αυξανόμενη ανησυχία των εύπορων ταξιδιωτών για τη μακροζωία και την ευεξία.

Αντίστοιχη εικόνα περιγράφει και η Irene Forte, ιδρύτρια της ομώνυμης μάρκας περιποίησης δέρματος και σύμβουλος ευεξίας της αλυσίδας Rocco Forte Hotels, η οποία σημειώνει ότι υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μακροζωία και την αισθητική θεωρούνται πλέον δεδομένες από τους πλουσιότερους πελάτες. Το νεότερο ξενοδοχείο του ομίλου, το Carlton Milan, που άνοιξε τον Νοέμβριο, διαθέτει σπα με θεραπείες όπως πιεσοθεραπεία και περιποιήσεις προσώπου με λέιζερ. Οι τιμές των βασικών δωματίων ξεκινούν από περίπου 1.400 ευρώ τη βραδιά, ενώ η προεδρική σουίτα μπορεί να φτάσει έως και τα 17.500 ευρώ σε περιόδους αιχμής.

Τα υπερπολυτελή ξενοδοχεία δικαιολογούν τις υψηλές χρεώσεις υποστηρίζοντας ότι επενδύουν διαρκώς στην τελευταία λέξη της τεχνολογίας και σε ολοκληρωμένες «λύσεις» ευεξίας, επισημαίνει ο Paul Charles του PC Agency. «Δεν πρόκειται πλέον απλώς για ένα μέρος όπου κοιμάσαι και τρως», αναφέρει χαρακτηριστικά. «Πρόκειται για έναν χώρο όπου νιώθεις αναζωογονημένος».

Ωστόσο, ορισμένοι αναλυτές εκφράζουν επιφυλάξεις για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της στρατηγικής συνεχών αυξήσεων. Ο Montour της Barclays προειδοποιεί ότι οι υψηλότερες τιμές ενδέχεται να μετατραπούν σε «ζήτημα αρχών» ακόμη και για τους πλούσιους πελάτες, ενώ η Meredith Jensen, αναλύτρια της HSBC, τονίζει ότι σε αυτά τα επίπεδα τιμών «υπάρχει μηδενική ανοχή για οτιδήποτε λιγότερο από άψογη εκτέλεση».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: