Τραμπ: Σφίγγει τον οικονομικό κλοιό γύρω από το Ιράν – Οι 5 κινήσεις που εξετάζουν οι ΗΠΑ
- 16/08/2026, 12:04
- SHARE
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει τα επόμενα βήματα για την ενίσχυση της οικονομικής πίεσης στο Ιράν, με τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, να προαναγγέλλει μια «πρωτοφανή» εκστρατεία κατά της Τεχεράνης.
Το Ιράν βρίσκεται ήδη αντιμέτωπο με χιλιάδες αμερικανικές κυρώσεις, ενώ η Ουάσινγκτον έχει προχωρήσει και σε ναυτικό αποκλεισμό. Ωστόσο, σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg, εξακολουθούν να υπάρχουν σημεία στα οποία θα μπορούσαν να στοχεύσουν οι ΗΠΑ, προκειμένου να περιορίσουν περαιτέρω τα έσοδα και την πρόσβαση της Τεχεράνης στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Το πρόβλημα είναι ότι τα περιθώρια για νέα μέτρα δεν είναι απεριόριστα. Ορισμένες από τις επιλογές που βρίσκονται στο τραπέζι θα μπορούσαν να προκαλέσουν σημαντικές γεωπολιτικές και οικονομικές παρενέργειες, από μια νέα σύγκρουση με την Κίνα έως την περαιτέρω άνοδο των τιμών του πετρελαίου.
«Εκτός εάν ο πρόεδρος αποφασίσει να δώσει προτεραιότητα στην αντιμετώπιση της ιρανικής απειλής έναντι όλων των άλλων ζητημάτων, και κυρίως της Κίνας, είναι απίθανο οποιαδήποτε απόφαση λάβουν να αλλάξει ουσιαστικά την κατάσταση με το Ιράν», εκτιμά ο αναλυτής της Bloomberg Economics Κρις Κένεντι.
Με βάση την ανάλυση του Bloomberg, οι βασικές επιλογές της Ουάσινγκτον είναι οι εξής:
Πίεση στην Κίνα για το ιρανικό πετρέλαιο
Η Κίνα αγοράζει περισσότερο από 90% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν, γεγονός που την καθιστά τον σημαντικότερο οικονομικό αγοραστή της Τεχεράνης.
Η επιβολή νέων κυρώσεων σε εταιρείες και άλλες οντότητες που διευκολύνουν αυτές τις αγορές θα μπορούσε να περιορίσει άμεσα τα πετρελαϊκά έσοδα του Ιράν.
Η Ουάσινγκτον έχει ήδη επιβάλει κυρώσεις σε κινεζικά διυλιστήρια και εταιρείες από τότε που οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τον πόλεμο κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, έχει αποφύγει να στοχεύσει τις μεγάλες κινεζικές τράπεζες που χρηματοδοτούν το εμπόριο.
Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη για τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας, καθώς θα έφερνε την Ουάσινγκτον σε νέα αντιπαράθεση με το Πεκίνο ενόψει της προγραμματισμένης συνάντησης του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ.
Υπάρχει όμως και μια σημαντική οικονομική παράμετρος. Εάν περιοριστούν οι ιρανικές εξαγωγές, θα αφαιρεθούν από την παγκόσμια αγορά ποσότητες αργού που πωλούνται με έκπτωση. Αυτό θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τις ήδη υψηλές τιμές του πετρελαίου.
Τον Μάιο, η Κίνα έδωσε εντολή στις εγχώριες εταιρείες να μην συμμορφώνονται με τις αμερικανικές κυρώσεις σε πέντε διυλιστήρια. Την ίδια στιγμή, οι μεγαλύτερες κινεζικές τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με το δίλημμα μεταξύ της συμμόρφωσης με τις οδηγίες του Πεκίνου και του κινδύνου να χάσουν την πρόσβασή τους στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Στο στόχαστρο τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος
Ένα δεύτερο σημείο πίεσης είναι το δίκτυο ανταλλακτηρίων συναλλάγματος σε χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία βοηθούν το Ιράν να επαναπατρίζει κεφάλαια.
Ακόμη και μετά την πώληση του πετρελαίου, η Τεχεράνη χρειάζεται ανταλλακτήρια και μεσάζοντες για να μετατρέψει τις πληρωμές —οι οποίες συχνά πραγματοποιούνται σε κινεζικά γιουάν— σε νομίσματα που μπορεί να αξιοποιήσει.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει ήδη εντοπίσει αυτή την αδυναμία. Στο πλαίσιο της εκστρατείας «Economic Fury» του Μπέσεντ, έχει επιβάλει κυρώσεις σε ορισμένα ιρανικά ανταλλακτήρια, κατηγορώντας τα ότι βοήθησαν στη διακίνηση και το ξέπλυμα δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ξένο νόμισμα.
Μια ευρύτερη επιχείρηση θα μπορούσε να περιορίσει την πρόσβαση του Ιράν σε σημαντικό μέρος των κεφαλαίων του.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου μέτρου δεν είναι δεδομένη. Η Τεχεράνη έχει περάσει χρόνια δημιουργώντας εναλλακτικά κανάλια μεταφοράς χρημάτων εκτός του επίσημου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Ως αποτέλεσμα, το κλείσιμο συγκεκριμένων ανταλλακτηρίων θα μπορούσε απλώς να μεταφέρει τις συναλλαγές σε νέους μεσάζοντες, άλλα νομίσματα ή ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, χωρίς να τις σταματήσει οριστικά.
Δευτερογενείς κυρώσεις στους εμπορικούς εταίρους
Μια ακόμη πιο επιθετική επιλογή θα ήταν η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε οποιαδήποτε εταιρεία ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα συνεχίζει να πραγματοποιεί συναλλαγές με το Ιράν.
Η προσέγγιση θα μπορούσε να θυμίζει την πολιτική που ακολούθησε ο Τραμπ απέναντι στη Βόρεια Κορέα το 2017.
Στην πράξη, οι ξένες επιχειρήσεις θα καλούνταν να επιλέξουν ανάμεσα στη διατήρηση των εμπορικών τους σχέσεων με την Τεχεράνη και στην πρόσβασή τους στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Μια τέτοια πολιτική θα επέκτεινε σημαντικά την επιρροή της Ουάσινγκτον, καθώς δεν θα στόχευε μόνο εταιρείες που συμμετέχουν άμεσα στο πετρελαϊκό εμπόριο του Ιράν.
Στο στόχαστρο θα μπορούσαν να βρεθούν επιχειρήσεις και τράπεζες στη Ρωσία και την Κίνα, αλλά και σε χώρες που συνορεύουν με το Ιράν, όπως η Τουρκία, η οποία διατηρεί σημαντικούς εμπορικούς δεσμούς με την Τεχεράνη.
Ο Τραμπ έχει ήδη απειλήσει με δασμούς 25% τις χώρες που πραγματοποιούν επιχειρηματικές συναλλαγές με το Ιράν, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει εφαρμόσει την απειλή.
Τα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό
Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε επίσης να εξετάσει την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του ιρανικού κράτους που βρίσκονται υπό αμερικανική δικαιοδοσία, πηγαίνοντας ένα βήμα πέρα από το πάγωμά τους.
Προηγούμενο αποτελεί η κίνηση της κυβέρνησης Μπους μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Ωστόσο, τα περιθώρια είναι πιθανό να είναι περιορισμένα. Το απόθεμα ιρανικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκεται πραγματικά εντός της αμερικανικής δικαιοδοσίας ενδέχεται να μην είναι μεγάλο.
Επιπλέον, η κατάσχεση είναι νομικά και διπλωματικά πολύ πιο περίπλοκη από το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων. Μεγάλο μέρος του ιρανικού πλούτου βρίσκεται σε τρίτες χώρες, κάτι που σημαίνει ότι η Ουάσινγκτον θα χρειαζόταν τη συνεργασία άλλων κυβερνήσεων για να προχωρήσει.
Ο «σκιώδης στόλος» του Ιράν
Τελευταίο αλλά ιδιαίτερα σημαντικό μέτωπο είναι ο λεγόμενος «σκιώδης στόλος», μέσω του οποίου πραγματοποιούνται μεταφορές ιρανικού πετρελαίου.
Ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός έχει ήδη περιορίσει την κίνηση προς τα ιρανικά λιμάνια. Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε, ωστόσο, να επιχειρήσει μια ευρύτερη εκστρατεία, η οποία δεν θα περιορίζεται στην επιβολή κυρώσεων σε μεμονωμένα πλοία.
Στο στόχαστρο θα μπορούσαν να βρεθούν οι εταιρείες, οι τερματικοί σταθμοί και οι υποδομές που καθιστούν δυνατές τις συγκεκριμένες μεταφορές.
Οι ΗΠΑ έχουν ήδη επιβάλει κυρώσεις σε πλοία και ορισμένες οντότητες που συνδέονται με τον σκιώδη στόλο.
Το επόμενο βήμα, εφόσον επιλεγεί, θα ήταν να περιοριστούν ακόμη περισσότερο τα κανάλια μέσω των οποίων η Τεχεράνη εξάγει πετρέλαιο και μετατρέπει τα έσοδά της σε διαθέσιμο συνάλλαγμα.
Το δίλημμα της Ουάσινγκτον
Οι επιλογές που εξετάζονται δείχνουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να διαθέτει εργαλεία για να αυξήσει την οικονομική πίεση στο Ιράν. Ωστόσο, καμία από αυτές δεν είναι χωρίς κόστος.
Η στόχευση της Κίνας θα μπορούσε να προκαλέσει νέα ένταση μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, ενώ ο περιορισμός των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου θα μπορούσε να ενισχύσει τις διεθνείς τιμές.
Αντίστοιχα, η προσπάθεια αποκλεισμού των χρηματοπιστωτικών και εμπορικών δικτύων της Τεχεράνης θα μπορούσε να οδηγήσει το Ιράν σε ακόμη πιο σύνθετα και λιγότερο διαφανή κανάλια συναλλαγών.
Έτσι, το βασικό ερώτημα για τον Τραμπ δεν είναι μόνο πόσο περισσότερο μπορεί να πιέσει οικονομικά το Ιράν, αλλά και πόσο μακριά είναι διατεθειμένος να φτάσει η Ουάσινγκτον χωρίς να προκαλέσει παράλληλες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές και στις σχέσεις της με τους βασικούς εμπορικούς εταίρους της.