Τραμπ – Πούτιν: Deal για 4,8 εκατ. τόνους ρωσικού ντίζελ – Πτώση τιμών και οργή Ζελένσκι

Τραμπ – Πούτιν: Deal για 4,8 εκατ. τόνους ρωσικού ντίζελ – Πτώση τιμών και οργή Ζελένσκι
Photo: AFP
Η Ουάσιγκτον ανοίγει τον δρόμο για την επιστροφή του ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, επιχειρώντας να περιορίσει τις τιμές των καυσίμων πριν από τις αμερικανικές εκλογές – Οι αμφιβολίες για την παραγωγική ικανότητα των ρωσικών διυλιστηρίων.
  • Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τη διάθεση έως 4,8 εκατ. τόνων ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές.
  • Οι τιμές χονδρικής του ντίζελ στη Νέα Υόρκη υποχώρησαν περίπου 4,5% μετά την ανακοίνωση, ενώ οι ΗΠΑ προχωρούν σε προσωρινή χαλάρωση των σχετικών κυρώσεων.
  • Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι καταδίκασε τη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι θα ενισχύσει οικονομικά τη Ρωσία και θα χρηματοδοτήσει τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία.

Σε μια συμφωνία με σημαντικές προεκτάσεις για τη διεθνή αγορά ενέργειας κατέληξαν ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βλαντίμιρ Πούτιν, με στόχο την επιστροφή μεγάλων ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στις παγκόσμιες αγορές και τη συγκράτηση των τιμών των καυσίμων.

Σύμφωνα με τους Financial Times, η συμφωνία προβλέπει τη σταδιακή διάθεση έως 4,8 εκατ. τόνων ντίζελ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στην Ουκρανία έχουν περιορίσει τη διεθνή προσφορά καυσίμων.

Η κίνηση της Ουάσιγκτον έρχεται λίγες εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, με την άνοδο των τιμών του ντίζελ να επιβαρύνει σημαντικά μεταφορές, βιομηχανία και αγροτική παραγωγή.

Ωστόσο, η συμφωνία προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Κιέβου, το οποίο υποστηρίζει ότι η χαλάρωση των περιορισμών στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές θα προσφέρει στη Μόσχα πρόσθετα έσοδα για τη χρηματοδότηση του πολέμου.

Πώς θα διατεθούν τα 4,8 εκατ. τόνοι ντίζελ

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, μέσω της πλατφόρμας Truth Social, ότι είχε μια επιτυχημένη συνομιλία με τον Ρώσο ομόλογό του, κατά την οποία επιτεύχθηκε συμφωνία για την αύξηση των εξαγωγών ντίζελ.

Σύμφωνα με τον Τραμπ, το χρονοδιάγραμμα προβλέπει:

  • 300.000 τόνους που θα διατεθούν άμεσα στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά.
  • 500.000 επιπλέον τόνους κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου.
  • 1 εκατ. τόνους που θα ακολουθήσουν αμέσως μετά.
  • Έως 3 εκατ. επιπλέον τόνους, ανάλογα με την κατάσταση και τη δυνατότητα λειτουργίας των ρωσικών διυλιστηρίων.

Το συνολικό ποσό φτάνει έτσι τα 4,8 εκατ. τόνους, αν και η διάθεση των τελευταίων 3 εκατ. τόνων εξαρτάται από την παραγωγική ικανότητα της Ρωσίας.

Το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε τη συμφωνία, με τον Πούτιν να εκφράζει την εκτίμηση ότι η αύξηση της προσφοράς θα έχει θετικές επιπτώσεις στη διεθνή οικονομία.

Πτώση 4,5% στο ντίζελ μετά την ανακοίνωση

Οι αγορές ενέργειας αντέδρασαν άμεσα στην ανακοίνωση της συμφωνίας.

Η τιμή χονδρικής του ντίζελ με παράδοση στο λιμάνι της Νέας Υόρκης υποχώρησε περίπου 4,5%, στα 4,67 δολάρια ανά γαλόνι.

Η αποκλιμάκωση έρχεται έπειτα από μια περίοδο έντονων ανατιμήσεων, κατά την οποία οι τιμές του ντίζελ στα αμερικανικά πρατήρια είχαν φτάσει σε επίπεδα-ρεκόρ, αγγίζοντας τα 6,53 δολάρια ανά γαλόνι.

Το υψηλό κόστος καυσίμων αποτελεί σημαντική πηγή πίεσης για την αμερικανική οικονομία, καθώς επηρεάζει άμεσα τους αγρότες, τους μεταφορείς και τις επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τις οδικές μεταφορές.

Παράλληλα, οι αυξήσεις στο ντίζελ μπορούν να μετακυλιστούν στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.

Προσωρινή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων

Για να διευκολυνθεί η εφαρμογή της συμφωνίας, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι η Υπηρεσία Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) εκδίδει προσωρινή γενική άδεια για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στη διεθνή αγορά.

Πρόκειται για σημαντική αλλαγή στην αμερικανική πολιτική περιορισμού των ρωσικών ενεργειακών εσόδων, η οποία εφαρμόστηκε μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Η Ουάσιγκτον είχε ήδη προχωρήσει σε σειρά παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης, μεταξύ των οποίων πιέσεις προς τους Ευρωπαίους συμμάχους για διάθεση πρόσθετων αποθεμάτων καυσίμων.

Παράλληλα, είχε επιδιώξει να περιοριστούν οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, ενώ χαλάρωσε και ορισμένους περιορισμούς στη χρήση ειδικών κατηγοριών ντίζελ στις οδικές μεταφορές.

Παρά τις παρεμβάσεις αυτές, οι τιμές των καυσίμων παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα.

Ζελένσκι: Η συμφωνία χρηματοδοτεί τον πόλεμο

Η ανακοίνωση προκάλεσε σφοδρή αντίδραση από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι με την απόφασή της ενισχύει οικονομικά τη Μόσχα.

Ο Ουκρανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η δυνατότητα της Ρωσίας να πουλά ξανά πετρελαϊκά προϊόντα στη διεθνή αγορά θα μπορούσε να εξασφαλίσει πρόσθετους πόρους για τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Σε δημόσια τοποθέτησή του, χαρακτήρισε τη συμφωνία «αδύναμη απόφαση» και τόνισε ότι τα οικονομικά οφέλη για τη Ρωσία δεν συμβάλλουν στην προσπάθεια επίτευξης ειρήνης.

Ο Ζελένσκι επανέλαβε ότι η αποκλιμάκωση θα πρέπει να είναι αμοιβαία, επισημαίνοντας ότι η άρση περιορισμών στις ρωσικές εξαγωγές, χωρίς αντίστοιχες δεσμεύσεις από τη Μόσχα, κινδυνεύει να υπονομεύσει τις διπλωματικές προσπάθειες.

Παράλληλα, υψηλόβαθμος Ουκρανός αξιωματούχος δήλωσε στους Financial Times ότι το Κίεβο σκοπεύει να συνεχίσει τα πλήγματα μεγάλης εμβέλειας κατά των ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μπορεί η Ρωσία να παραδώσει τις συμφωνημένες ποσότητες;

Παρά την αρχική θετική αντίδραση των αγορών, αναλυτές εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με την ικανότητα της Ρωσίας να αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές της.

Σύμφωνα με τους Financial Times, οι ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης λειτουργούν περίπου στο 60% της παραγωγικής τους δυναμικότητας, εξαιτίας διακοπών λειτουργίας και ζημιών που έχουν προκαλέσει οι ουκρανικές επιθέσεις.

Η Μισέλ Μπρουχάρντ (Michelle Brouhard), επικεφαλής πολιτικής και γεωπολιτικού κινδύνου της εταιρείας ενεργειακών δεδομένων Kpler, εξέφρασε αμφιβολίες για την προέλευση των επιπλέον ποσοτήτων.

Όπως εξήγησε, το βασικό πρόβλημα της Ρωσίας δεν είναι μόνο οι περιορισμοί στις εξαγωγές, αλλά κυρίως η κατάσταση των ίδιων των διυλιστηρίων.

Τα στοιχεία της Kpler δείχνουν ότι πριν από το 2025 η Ρωσία εξήγαγε δια θαλάσσης κατά μέσο όρο περίπου 2,6 εκατ. τόνους ντίζελ τον μήνα.

Το 2026, όμως, οι ποσότητες μειώθηκαν δραστικά, καθώς οι περιορισμοί στις εξαγωγές και οι επιπτώσεις των επιθέσεων στις ενεργειακές εγκαταστάσεις περιόρισαν σημαντικά τις διαθέσιμες προμήθειες.

Περιορισμένες οι προηγούμενες εισαγωγές των ΗΠΑ

Ένα ακόμη ερώτημα αφορά το πόσο από το ρωσικό ντίζελ θα κατευθυνθεί τελικά στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι ΗΠΑ δεν αποτελούσαν παραδοσιακά μεγάλο αγοραστή ρωσικού ντίζελ, ενώ οι τελευταίες σχετικές εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν τον Ιούλιο του 2022.

Όταν η αμερικανική αγορά εισήγαγε το συγκεκριμένο προϊόν από τη Ρωσία, οι μέσες μηνιαίες ποσότητες διαμορφώνονταν περίπου στους 77.000 τόνους.

Η υψηλότερη επίδοση είχε καταγραφεί τον Ιανουάριο του 2022, όταν οι εισαγωγές έφτασαν τους 210.000 τόνους.

Επομένως, ακόμη κι αν εφαρμοστεί πλήρως η συμφωνία, δεν είναι σαφές πόσες από τις νέες ποσότητες θα διοχετευθούν απευθείας στην αμερικανική αγορά και πόσες θα κατευθυνθούν σε άλλες χώρες.

Επιφυλακτική η Βρετανία

Η συμφωνία αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα και από ευρωπαϊκούς συμμάχους της Ουάσιγκτον.

Το Ηνωμένο Βασίλειο ξεκαθάρισε ότι θα εξακολουθήσει να ασκεί οικονομική πίεση στη Ρωσία, διατηρώντας το καθεστώς κυρώσεων που έχει επιβάλει μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Εκπρόσωπος της βρετανικής κυβέρνησης επανέλαβε ότι το Λονδίνο θα συνεχίσει να στηρίζει την Ουκρανία, τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά.

Η στάση αυτή αναδεικνύει τις διαφορετικές προτεραιότητες που διαμορφώνονται μεταξύ των δυτικών συμμάχων, καθώς από τη μία πλευρά επιδιώκεται η συγκράτηση των τιμών ενέργειας και από την άλλη η διατήρηση της πίεσης προς τη Μόσχα.

Το ενεργειακό στοίχημα πριν από τις αμερικανικές εκλογές

Η συμφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία καθώς πραγματοποιείται λίγες εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ.

Η άνοδος των τιμών των καυσίμων αποτελεί σημαντική πρόκληση για την κυβέρνηση Τραμπ, καθώς αυξάνει το κόστος μεταφορών και παραγωγής και επιβαρύνει την καθημερινότητα των Αμερικανών.

Ο Μπομπ ΜακΝάλι (Bob McNally), πρώην ενεργειακός σύμβουλος του Τζορτζ Μπους και πρόεδρος της Rapidan Energy, εκτίμησε ότι η Ρωσία ήδη εξέταζε μια περιορισμένη χαλάρωση των περιορισμών στις εξαγωγές ντίζελ για πρακτικούς λόγους.

Η εξέλιξη αυτή συνέπεσε με την προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αντιμετωπίσει την εκτόξευση των τιμών.

Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η επιστροφή του ρωσικού ντίζελ δεν αποτελεί από μόνη της λύση στη διεθνή ενεργειακή κρίση.

Μάλιστα, σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, μια απότομη πτώση της τιμής του ντίζελ σε σχέση με το αργό πετρέλαιο θα μπορούσε να περιορίσει τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων και να οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής σε άλλες περιοχές, όπως η Ασία.

Έτσι, παρά την αρχική αποκλιμάκωση των τιμών, το πραγματικό αποτέλεσμα της συμφωνίας θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα μπορεί η Ρωσία να αυξήσει την παραγωγή της και από το εάν οι επιπλέον ποσότητες θα επαρκούν για να περιορίσουν τις ελλείψεις στη διεθνή αγορά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: