Ντόναλντ Τραμπ: Το πολιτικό κόστος της εκλογικής ήττας και η νέα ισορροπία δυνάμεων στην Ουάσιγκτον
- 04/11/2026, 19:43
- SHARE
- Η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ΗΠΑ περιορίζει την πολιτική ισχύ του Ντόναλντ Τραμπ και ενισχύει τους Δημοκρατικούς.
- Ο πόλεμος στο Ιράν, η ακρίβεια και οι αυξημένες τιμές της βενζίνης ενίσχυσαν τη δυσαρέσκεια των Αμερικανών ψηφοφόρων.
- Οι Δημοκρατικοί αποκτούν τον έλεγχο του Κογκρέσου, ανοίγοντας τον δρόμο για κοινοβουλευτικές έρευνες και νέες πολιτικές συγκρούσεις με τον Λευκό Οίκο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από την εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές, υποστηρίζοντας ότι το όνομά του δεν βρισκόταν στα ψηφοδέλτια. «Αν ήμουν υποψήφιος, θα είχαμε κερδίσει με συντριπτική διαφορά», έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το βράδυ της Τρίτης.
Ωστόσο, η εκλογική αναμέτρηση είχε έντονα το αποτύπωμα του Αμερικανού προέδρου. Ο πόλεμος με το Ιράν, η άνοδος των τιμών της βενζίνης, οι ανησυχίες για το κόστος ζωής και οι καταγγελίες για οικονομικά οφέλη του ίδιου και του στενού του περιβάλλοντος διαμόρφωσαν ένα ιδιαίτερα αρνητικό κλίμα για τους Ρεπουμπλικανούς, όπως αναφέρει σε εκτενές δημοσίευμα το Bloomberg.
Παράλληλα, υποψήφιοι για τη Γερουσία που είχαν επιλεγεί προσωπικά από τον Τραμπ σε παραδοσιακά συντηρητικές πολιτείες, όπως το Τέξας και η Νότια Καρολίνα, αποδείχθηκαν ιδιαίτερα αντιδημοφιλείς, επιτρέποντας στους Δημοκρατικούς να επικρατήσουν σε περιοχές όπου είχαν να κερδίσουν εδώ και δεκαετίες.
«Η στρατηγική των Δημοκρατικών ήταν να μετατρέψουν τις εκλογές σε μια αναμέτρηση για τον ίδιο τον Τραμπ», δήλωσε ο Στιβ Μπάνον, πρώην επικεφαλής στρατηγικής του Αμερικανού προέδρου, σημειώνοντας ότι η εκλογική αναμέτρηση εξελίχθηκε σε δημοψήφισμα για τον ίδιο.
Οι Δημοκρατικοί αποκτούν τον έλεγχο του Κογκρέσου
Η εκλογική ανατροπή αποδείχθηκε ευρύτερη από τις αρχικές εκτιμήσεις. Μέχρι το πρωί της Τετάρτης, οι Δημοκρατικοί είχαν εξασφαλίσει τουλάχιστον 228 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ξεπερνώντας τις 218 που απαιτούνται για την πλειοψηφία.
Στη Γερουσία, αναμενόταν να εξασφαλίσουν τουλάχιστον 54 έδρες, με τα αποτελέσματα στην Αλάσκα και το Μισισίπι να παραμένουν ανοιχτά.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Bloomberg, η ήττα σηματοδοτεί μια σοβαρή υποχώρηση για το κίνημα του Τραμπ. Η δυναμική που είχε αναπτύξει το 2024, προσελκύοντας νεότερους ψηφοφόρους, Αφροαμερικανούς και ισπανόφωνους, φαίνεται να έχει εξασθενήσει.
Η δυσαρέσκεια επικεντρώθηκε σε δύο βασικές προεκλογικές υποσχέσεις του προέδρου:
- τη μείωση του κόστους ζωής
- και την αποφυγή νέων πολέμων.
Οι υψηλές τιμές κατοικίας και τα αυξημένα επιτόκια επιβαρύνουν τα αμερικανικά νοικοκυριά, ενώ η άνοδος της τιμής της βενζίνης ενίσχυσε την απογοήτευση για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης.
Ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι οι τιμές των καυσίμων επηρέασαν αρνητικά την εικόνα της οικονομίας, επιμένοντας ωστόσο ότι οι ψηφοφόροι εξακολουθούν να στηρίζουν τον πόλεμο με το Ιράν.
Από την πλευρά τους, οι Δημοκρατικοί φαίνεται να κέρδισαν διατηρώντας την προσοχή των ψηφοφόρων στραμμένη στην οικονομία. Η ενότητα του κόμματος στη Βουλή και στη Γερουσία αποτέλεσε, σύμφωνα με τον Τζιμ Μεσίνα, επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Μπαράκ Ομπάμα το 2012, καθοριστικό παράγοντα.
Περιορισμένα περιθώρια για τον Τραμπ
Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν αναμένεται να αποσυρθεί από την πολιτική σκηνή. Εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικανών και να διαμορφώσει την πορεία του συντηρητικού κινήματος για τα επόμενα χρόνια.
Παράλληλα, η κυβέρνησή του προετοιμάζεται να εντείνει τις μονομερείς παρεμβάσεις της σε ζητήματα όπως η μετανάστευση και το εμπόριο. Ωστόσο, η απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου αναμένεται να περιορίσει σημαντικά τις νομοθετικές του δυνατότητες.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι θα μπορούσε να συνεργαστεί με τους Δημοκρατικούς στο μεταναστευτικό, αλλά μια ουσιαστική συμφωνία θεωρείται δύσκολη, καθώς οι δύο πλευρές βρίσκονται σε έντονη αντιπαράθεση.
Την ίδια ώρα, οι Δημοκρατικοί στρέφουν ήδη το βλέμμα τους στις προεδρικές εκλογές του 2028. Θα πρέπει, ωστόσο, να αποδείξουν ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της ακρίβειας, το οποίο είχε επιβαρύνει την προηγούμενη κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν και αναμένεται να παραμείνει στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Έρευνες και πολιτικές πιέσεις
Η ήττα των Ρεπουμπλικανών ενδέχεται να οδηγήσει σε αλλαγές στο στελεχιακό δυναμικό της κυβέρνησης, ενώ ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο πιέσεων.
Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί έχουν δεσμευθεί να εντείνουν τις κοινοβουλευτικές έρευνες για τις δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ.
Ο Ρόμπερτ Γκαρσία, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει την ηγεσία της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, έχει προσδιορίσει τέσσερις βασικούς άξονες ερευνών:
- τη μερική δημοσιοποίηση των φακέλων του Τζέφρι Έπστιν,
- τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ,
- υποθέσεις εταιρικής διαφθοράς
- και την αυστηρή μεταναστευτική πολιτική του προέδρου.
Στο στόχαστρο θα μπορούσαν να βρεθούν και εταιρείες που έχουν χρηματοδοτήσει έργα στον Λευκό Οίκο, όπως η κατασκευή μιας μεγάλης αίθουσας χορού, ενός νέου ελικοδρομίου και μιας σχεδιαζόμενης θριαμβικής αψίδας.
Η μάχη για τη διαδοχή
Η εκλογική ήττα σηματοδοτεί και την έναρξη της μάχης για τον διάδοχο του Τραμπ. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς παραμένει το πρόσωπο που βρίσκεται πιο κοντά στην ηγεσία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, χωρίς ωστόσο ο Τραμπ να έχει εκφράσει ξεκάθαρη στήριξη προς το πρόσωπό του.
Στην κούρσα για το προεδρικό χρίσμα θα μπορούσαν να συμμετάσχουν επίσης ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο γερουσιαστής του Τέξας Τεντ Κρουζ και άλλοι πολιτικοί.
Ο Βανς καλείται να προετοιμάσει την υποψηφιότητά του ενώ παραμένει αντιπρόεδρος μιας ολοένα και πιο αντιδημοφιλούς κυβέρνησης, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ψηφοφόροι στην πολιτεία καταγωγής του στράφηκαν προς τους Δημοκρατικούς.
Παράλληλα, ο Τραμπ θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αμερικανική πολιτική. Ωστόσο, μετά την εκλογική ήττα, η πολιτική του πορεία ενδέχεται να μην εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τις δικές του αποφάσεις.
Οι ψηφοφόροι περίμεναν από τον πρόεδρο να βελτιώσει την οικονομική τους κατάσταση και να περιορίσει τις διεθνείς συγκρούσεις. Η αποτυχία του να ανταποκριθεί σε αυτές τις προσδοκίες έχει πλέον πολιτικό κόστος, το οποίο αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά τα επόμενα δύο χρόνια της προεδρίας του.