Accenture: Αντίστροφη μέτρηση για την επίτευξη μηδενικών εκπομπών

Φωτ. Προσωπικού Αρχείου

Οι επιχειρήσεις οφείλουν να αξιοποιήσουν τις ψηφιακές τεχνολογίες και να αναθεωρήσουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους, προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους για μηδενικές εκπομπές ρύπων έως το 2050. Πρωτίστως όμως απαιτείται να διαχειριστούν τα προγράμματα μείωσης εκπομπών ρύπων με την ίδια πειθαρχία που επιδεικνύουν και στους προϋπολογισμούς τους.

*Από τον Γιωργή Κριτσωτάκι, Managing Director, Accenture

Αναμφισβήτητα, η κλιματική αλλαγή αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες και πλέον πιεστικές προκλήσεις του πλανήτη, γεγονός που υποχρεώνει τις εταιρείες σε ολόκληρο τον κόσμο να επανεξετάσουν συνολικά την πρόοδο που έχουν σημειώσει από τη Συμφωνία του Παρισιού το 2015.

Και σίγουρα, η πρόοδος είναι πλέον ορατή, με τις επιχειρήσεις να στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. Χαρακτηριστικά, παρατηρούμε ότι οι εταιρικές ανακοινώσεις και δεσμεύσεις για μηδενικό αποτύπωμα αυξήθηκαν ραγδαία τα τελευταία δύο χρόνια. Συγκεκριμένα, η ανάλυσή μας δείχνει ότι σχεδόν το 1/3 των 1.000 και πλέον μεγαλύτερων ευρωπαϊκών εταιρειών στοχεύει να επιτύχει μηδενικό αποτύπωμα (πεδία εκπομπών 1, 2 και 3) έως το 2050, ενώ αυτοί οι στόχοι μεταφράζονται σε απτά αποτελέσματα. Η έρευνά μας «Reaching Net Zero by 2050» διαπίστωσε ότι οι εταιρείες με σαφές πλάνο μηδενικών εκπομπών μείωσαν όντως -κατά μέσο όρο 10%- τις εκπομπές τους την τελευταία δεκαετία, ενώ εκείνες που δεν είχαν σαφείς στόχους παρουσίασαν τελικά αύξηση.

Παρότι τα παραπάνω μπορεί να ακούγονται καθησυχαστικά, με μια πιο προσεκτική ματιά κατανοούμε την ανάγκη δραστικών πρωτοβουλιών για την επίτευξη των επιστημονικών στόχων της συμφωνίας του 2015. Και αυτό διότι με τον τρέχοντα ρυθμό, μόνο 1 στις 10 (9%) ευρωπαϊκές εταιρείες θα επιτύχει μηδενικές εκπομπές στις δραστηριότητές της έως το 2050. Συνεπώς, ο ρυθμός μείωσης των εκπομπών θα πρέπει να διπλασιαστεί αυτή τη δεκαετία – και στη συνέχεια να επιταχυνθεί περαιτέρω, γεγονός που υπογραμμίζει την κρισιμότητα της κατάστασης.

Βρισκόμαστε σε κομβικό σημείο

Επτά κλάδοι -κυρίως σε τομείς υπηρεσιών, όπως οι επαγγελματικές υπηρεσίες, η πληροφορική και οι επικοινωνίες- θα επιτύχουν μηδενικό αποτύπωμα στις δραστηριότητές τους (που καλύπτουν εκπομπές του πεδίου 1 και 2) έως το 2050 εάν διπλασιάσουν το ρυθμό τους την επόμενη δεκαετία και στη συνέχεια επιταχύνουν κατά 50%-70% στα επόμενα 10 χρόνια.

Ωστόσο, για πέντε κλάδους που αντιπροσωπεύουν το 42% των εκπομπών -συμπεριλαμβανομένων της αυτοκινητοβιομηχανίας, των κατασκευών και της μεταποίησης- απαιτούνται ακόμη πιο ριζικές δράσεις.

Πώς όμως είναι αυτό εφικτό; Οι απαντήσεις βρίσκονται στην πλήρη αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών, όπως η τεχνητή νοημοσύνη (AI), το IoT και το cloud. Οι εταιρείες οφείλουν να χρησιμοποιήσουν αυτά τα εργαλεία ως μοχλούς καινοτομίας για την ανάπτυξη πιο φιλικών προς το περιβάλλον υλικών -ειδικά στις κατασκευές- και την ενίσχυση της βιωσιμότητας των αλυσίδων εφοδιασμού. Μάλιστα, ορισμένοι κλάδοι και επιχειρήσεις, πιθανά θα χρειαστεί να αναθεωρήσουν συνολικά τις διαδικασίες και τα επιχειρηματικά τους μοντέλα.

Επιπρόσθετα, η Ευρώπη, στο σύνολό της, πρέπει να συμφωνήσει και να δεσμευτεί για πιο σαφή πρότυπα που σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, καθώς και έναν ξεκάθαρο, κοινό μηχανισμό απολογιστικών εκθέσεων (reports). Στην κατεύθυνση αυτή επιχειρήσεις και κλάδοι οφείλουν να συνεργαστούν από κοινού.

Ενδεικτικά, ας δούμε την αυξανόμενη δέσμευση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση των εκπομπών (πεδίο 3) στην αλυσίδα αξίας τους, που αποτελεί έναν κρίσιμο παράγοντα επιτυχίας, με βασική προϋπόθεση επιχειρήσεις και κλάδοι να ευθυγραμμίσουν τις προσπάθειές τους. Για παράδειγμα, η συνεργασία μεταξύ εταιρειών χάλυβα και πετροχημικών για την ενίσχυση της παραγωγής πράσινου υδρογόνου με στόχο τη διάθεση χάλυβα χαμηλών εκπομπών άνθρακα θα βοηθήσει τους κατασκευαστές αυτοκινήτων να μειώσουν τις εκπομπές τους γρηγορότερα. Πρόσθετα, οι επιθετικές επενδύσεις στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας σε ηλεκτρικά οχήματα θα επιτρέψουν την ταχύτερη απαλλαγή από τον άνθρακα στον τομέα των μεταφορών. Και οι ευρωπαϊκές κατασκευαστικές εταιρείες που χρησιμοποιούν εναλλακτικά υλικά, συμπεριλαμβανομένου του σκυροδέματος χαμηλής περιεκτικότητας ή απορρόφησης άνθρακα, θα χρησιμοποιούν οχήματα μηδενικών εκπομπών για τη μεταφορά των υλικών τους.

Παράλληλα, μπορεί να αυξηθεί η «διάρκεια ζωής» σε γέφυρες, κτίρια και δρόμους με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, IoT και ανάλυσης δεδομένων για την εξ αποστάσεως παρακολούθηση της κατάστασής τους σε πραγματικό χρόνο. Αυτά τα εργαλεία μπορούν να προβλέψουν τις αναγκαίες επισκευές και να ενημερώνουν έγκαιρα όταν απαιτείται συντήρηση, ώστε να επιλύονται προβλήματα εν τη γενέσει τους.

Προοπτικές με προϋποθέσεις

Ένας αυξανόμενος αριθμός ευρωπαϊκών εταιρειών δείχνει το δρόμο. Η γαλλική εταιρεία λογισμικού Dassault Systémes, για παράδειγμα, δημιούργησε ένα «ψηφιακό δίδυμο» της Σιγκαπούρης για την προσομοίωση του κλίματος και της κυκλοφορίας, ενώ η σουηδική κατασκευαστική εταιρεία Skanska πειραματίζεται με την τεχνητή νοημοσύνη για να μειώσει τον χρόνο ρελαντί της μηχανής, να συντονίσει διαδρομές και να μειώσει τις εκπομπές της.  Η επίτευξη μηδενικού αποτυπώματος άνθρακα έως το 2050 – πόσο μάλλον νωρίτερα – θα είναι εφικτή μόνο με γρήγορη και αποφασιστική δράση σε αυτή τη δεκαετία. Οι λύσεις σίγουρα διαφέρουν ανά κλάδο και εταιρεία, και όλες έχουν διαφορετικές αφετηρίες, ευκαιρίες και προκλήσεις. Σε κάθε περίπτωση όμως, όλες οι επιχειρήσεις οφείλουν να προχωρήσουν δυναμικά, αναγνωρίζοντας ότι η επιτάχυνση της προόδου στην παρούσα δεκαετία είναι πλέον απαίτηση.

Και αυτό το αίσθημα ευθύνης είναι ήδη ισχυρό και σε επίπεδο ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Οι οργανισμοί κατανοούν την σοβαρότητα και την κρισιμότητα της κατάστασης και αναλαμβάνουν συγκεκριμένες δράσεις, ωστόσο οφείλουμε όλοι -πολιτεία, επιχειρήσεις, πολίτες- να επιταχύνουμε τον βηματισμό μας. Έχουμε ένα εξαιρετικά θετικό momentum και είμαι προσωπικά αισιόδοξος ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις θα επαληθεύσουν την προσέγγισή μας ότι «every business is a sustainable business». Για την Accenture, η βιωσιμότητα αποτελεί μια κοινωνική και περιβαλλοντική πρόκληση παράλληλα με μια επιχειρηματική ευκαιρία. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε  όχι απλώς ως μεμονωμένη CSR ενέργεια ή επικοινωνιακό τέχνασμα, αλλά και ως κεντρικό πυλώνα επιχειρησιακής στρατηγικής, στη βάση ανάπτυξης και παραγωγής αξίας.

*Το άρθρο αναδημοσιεύεται από το νέο τεύχος του Fortune Greece που κυκλοφορεί στα περίπτερα.