Ακρίβεια και γεωπολιτική αστάθεια «φρενάρουν» την ελληνική οικονομία
- 31/03/2026, 16:08
- SHARE
- Ανάπτυξη υπό πίεση: Ο ρυθμός μεγέθυνσης αναθεωρείται στο 2,0% για το 2026, με πιθανή περαιτέρω επιβράδυνση αν αυξηθούν οι τιμές ενέργειας ή σκληρύνει η νομισματική πολιτική.
- Επιτάχυνση πληθωρισμού: Ο πληθωρισμός στο 3,1% ξεπερνά την Ευρωζώνη, με κίνδυνο περαιτέρω ανόδου και ανάγκη για ψηφιακή εποπτεία της αγοράς μέσω AI.
- Δομικές προκλήσεις: Υψηλό δημόσιο χρέος, επίμονα χρηματοδοτικά εμπόδια για ΜμΕ και ευπάθεια σε διεθνείς κρίσεις παραμένουν βασικά ρίσκα για την οικονομία.
Αύξηση του πληθωρισμού και κάμψη της ανάπτυξης λόγω της διεθνούς αστάθειας και της νέας ενεργειακής κρίσης διαβλέπει στην Τριμηνιαία Έκθεσή του για την Οικονομία (Μάρτιος 2026) το Γραφείο Προϋπολογισμού του κράτους στη Βουλή.
Σε κάθε περίπτωση, σε σχέση με τις αντίστοιχες προβλέψεις του Γραφείου τον περασμένο Δεκέμβριο, εκτιμάται ότι μετά και τα μέτρα στήριξης που θέτει σε ισχύ από αύριο το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η υστέρηση Ανάπτυξης για φέτος περιορίζεται σε 0,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τόσο στο βασικό όσο και στο δυσμενές σενάριο για τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία το 2026.
Παρουσιάζοντας την Έκθεση ο επικεφαλής του Γραφείου, καθηγητής Ιωάννης Τσουκαλάς τόνισε ότι απαιτούνται μέτρα παρακολούθησης και ελέγχου των τιμών ακόμα και με εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης για αποτροπή κρουσμάτων αισχροκέρδειας. Ενώ τονίζει ότι, σε σχέση με τις δημοσιονομικές επιδόσεις και την συγκράτηση των παρεμβάσεων που θα απαιτηθούν, «η αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους αποτελεί απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση».
Στα θετικά της τρέχουσας κατάστασης, η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή επισημαίνει τα εξής:
– Ανάπτυξη: η ελληνική οικονομία διατηρεί ανθεκτικές μακροοικονομικές επιδόσεις, παρά την αυξανόμενη αβεβαιότητα που απορρέει από τη γεωπολιτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Το ΑΕΠ κατέγραψε ρυθμό ανάπτυξης 2,1% για το σύνολο του 2025 και 2,4% κατά το τέταρτο τρίμηνο — έναντι ισχνής ανάπτυξης 1,4% στην Ευρωζώνη. Στην επίδοση αυτή συνέβαλαν η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης (2,5%), η αύξηση των εξαγωγών (2,7%) και η αξιοσημείωτη ενίσχυση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου κατά 8,9% το 2025 -«ένα πολύ καλό ποσοστό αν το συγκρίνει κανείς με την επίδοση του 2024» όπως τόνισε ο κ. Τσουκαλής
– Απασχόληση: Θετική είναι και η εικόνα στην αγορά εργασίας. Το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 8,4% το δ’ τρίμηνο 2025 (έναντι 9,6% ένα χρόνο πριν), με μείωση που αφορά και τα δύο φύλα, καθώς και τους νέους 15-29 ετών, για τους οποίους η ανεργία περιορίστηκε στο 15,2% από 18,6%. Το σύνολο των απασχολουμένων ανήλθε σε 4,37 εκατ. άτομα, αυξημένο κατά 73.000 σε ετήσια βάση.
– Δημοσιονομικές επιδόσεις: το Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα Γενικής Κυβέρνησης για το δωδεκάμηνο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου 2025 ανήλθε σε πλεόνασμα 12,67 δισ. ευρώ (5,1% του ΑΕΠ), αυξημένο κατά 1,24 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το 2024. Η αύξηση αποδίδεται κατά κύριο λόγο στην ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, με τον φόρο εισοδήματος να αυξάνεται κατά 2,55 δισ. ευρώ και τα έσοδα ΦΠΑ κατά 1,43 δισ. ευρώ. Με βάση τα ταμειακά αυτά στοιχεία, το Γραφείο εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα σε ESA-λογιστική βάση θα διαμορφωθεί στο 4,5% του ΑΕΠ, δηλαδή πολύ υψηλότερα 3,7% που προέβλεπε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στον προϋπολογισμό.
Ωστόσο, στα αρνητικά, το Γραφείο Προϋπολογισμού επισημαίνει τα εξής:
– Υπό το βάρος της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η βασική εκτίμηση για τον ρυθμό ανάπτυξης το 2026 αναθεωρείται οριακά προς τα κάτω στο 2,0% (έναντι 2,1% στην Έκθεση Δεκεμβρίου 2025), με εύρος πρόβλεψης 1,7%-2,4%. Οι αναθεωρημένες προβλέψεις ενσωματώνουν τα μέτρα στήριξης ύψους 300 εκατ. ευρώ που ανακοινώθηκαν στις 23 Μαρτίου 2026, καθώς και την υπόθεση διατήρησης της τιμής πετρελαίου Brent στα 90 δολάρια ανά βαρέλι κατά μέσο όρο. Σενάριο ανόδου της τιμής στα 100 δολάρια σε συνδυασμό με ενδεχόμενη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ θα οδηγούσε τον ρυθμό ανάπτυξης προς το κατώτατο όριο του εύρους.
– Πληθωρισμός: κρίνεται επιτακτική η ανάγκη ψηφιακής εποπτείας της αγοράς. Ο πληθωρισμός ανήλθε ήδη στο 3,1% τον Φεβρουάριο 2026, υπερβαίνοντας σημαντικά τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,9%). Και όπως τόνισε κατά την παρουσίαση των στοιχείων ο κ. Τσουκαλάς «ο κίνδυνος φυσικά είναι μόνο προς τα πάνω, λόγω της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί». Το γεγονός αυτό επιβαρύνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας και αντανακλάται στο έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών, το οποίο, αν και μειώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025 (έναντι 7,2% το 2024), παραμένει σε υψηλά επίπεδα.
Προκειμένου να περιοριστούν οι δευτερογενείς πληθωριστικές επιδράσεις, το Γραφείο κρίνει επιβεβλημένη την αξιοποίηση ψηφιακής τεχνολογίας για την παρακολούθηση παραμέτρων κόστους και τιμών σε κάθε στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας, μέσω άμεσης ενημέρωσης προς την αρμόδια ανεξάρτητη αρχή. Η εφαρμογή μεθόδων μηχανικής μάθησης στα συλλεγόμενα δεδομένα δύναται να αποτρέψει φαινόμενα αδικαιολόγητης αύξησης τιμών ανά στάδιο παραγωγής και διανομής.
Καταλήγοντας, το Γραφείο επισημαίνει ότι η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αναδεικνύει με ενάργεια την ευπάθεια χωρών με υψηλό λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Η Ελλάδα, ως η πλέον επιβαρυμένη οικονομία της Ευρωζώνης, εκτίθεται περισσότερο στη διεύρυνση των spreads και στην άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Το Γραφείο επαναλαμβάνει — για τρίτη διαδοχική τριμηνιαία έκθεση — ότι η σταθερή και διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους οφείλει να αποτελεί κεντρική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής, ως αναγκαία προϋπόθεση για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των αγορών και τη διαφύλαξη ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης.
Στην έκθεση περιλαμβάνεται και ειδική μελέτη για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων, με έμφαση στις μικρομεσαίες. Αξιοποιώντας μακροοικονομικά και μικροοικονομικά δεδομένα της ΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (έρευνα SAFE, 2010-2025), το Γραφείο διαπιστώνει ότι, παρά τη σύγκλιση του κόστους δανεισμού με τις χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης που κορυφώθηκε το 2025, τα ποσοστά απόρριψης αιτήσεων δανεισμού και οι δείκτες χρηματοδοτικών εμποδίων παραμένουν συστηματικά υψηλότερα στην Ελλάδα.
Οι κυριότεροι παράγοντες που ερμηνεύουν τα εμπόδια αυτά είναι το μικρό μέγεθος επιχείρησης, η ασθενής κεφαλαιακή βάση, το επιβαρυμένο πιστωτικό ιστορικό και η περιορισμένη διάθεση των τραπεζών για ανάληψη πιστωτικού κινδύνου. Το Γραφείο προκρίνει την ενίσχυση του ανταγωνισμού στο τραπεζικό σύστημα και την ανάπτυξη εναλλακτικών, μη τραπεζικών πηγών χρηματοδότησης ως απαραίτητες παρεμβάσεις για τη στήριξη των επενδύσεων και της παραγωγικότητας — ιδίως για καινοτόμες επιχειρήσεις χωρίς επαρκείς εξασφαλίσεις.