Ανισότητα: Το μεγαλύτερο πρόβλημα των αμερικανικών επιχειρήσεων

REUTERS

Με τις σπάνιες στο παρελθόν απεργίες να γίνονται όλο και πιο συχνές, τα πράγματα φαίνεται ότι αλλάζουν προς το χειρότερο.

Υποτίθεται ότι μια συνεχώς βελτιούμενη αμερικανική οικονομία θα προσφέρει ελπίδα στον επιχειρηματικό τομέα και θα υποστηρίξει τις αγορές. Όμως, προτού ανοίξουμε τις σαμπάνιες, αξίζει να θυμηθούμε ότι το περασμένο έτος υπήρξε θυελλώδες. Η οικονομική ανισότητα συνεχίζει να διευρύνεται και οι εργατικές απεργίες, που κάποτε ήταν σποραδικές, πλέον αυξάνονται σε συχνότητα.

Η πραγματικότητα είναι ότι παρά την άνοδο της κερδοφορίας και της αξίας των μετοχών, οι αμερικανικές επιχειρήσεις μπορεί να βιώσουν ένα σοβαρό πρόβλημα εργασίας στο εγγύς μέλλον. Όσο νωρίτερα αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, τόσο το καλύτερο.

Γενικά, υπάρχουν τρεις παράγοντες που λειτουργούν εναντίον των ΗΠΑ σήμερα. Ο πρώτος παράγοντας είναι η γήρανση του πληθυσμού που απειλεί όχι μόνο να επιβαρύνει το σύστημα με μεγαλύτερα κόστη κοινωνικών δαπανών και συντάξεων, αλλά και να το αφήσει χωρίς αρκετούς νέους ανθρώπους για να καλύψουν τις αναγκαίες θέσεις. Επιπλέον, ο πληθυσμός που θα βρίσκεται σε εργάσιμη ηλικία στο μέλλον θα απαιτεί καλύτερους όρους εργασίας, ελαστικά ωράρια, μεγαλύτερους μισθούς, και χώρο για δημιουργικότητα, ώστε να νοιώθει κίνητρο. Αυτό το φαινόμενο θα καταστήσει δυσκολότερη για τις επιχειρήσεις την εξασφάλιση και τη διατήρηση ταλέντου.

Αντίθετα, η Κίνα και η Ινδία έχουν τεράστιες ανεκμετάλλευτες «δεξαμενές» εργασίας· 35% του πληθυσμού της Ινδίας είναι ηλικίας 35 ετών και κάτω. Αυτό το γεγονός θα εξασφαλίσει τη ροή νέου και δυναμικού εργατικού δυναμικού για τις επόμενες δεκαετίες. Οι ΗΠΑ έχουν ωφεληθεί ιστορικά από τη φτηνή εργασία, αλλά αυτό θα μπορούσε να αλλάξει καθώς οι οικονομίες αυτές θα ενδυναμώνονται και τα επίπεδα μισθών θα αυξάνονται κατά συνέπεια. Επιπλέον, οι κινεζικές και ινδικές εταιρείες έχουν οι ίδιες αρχίσει να ανταγωνίζονται επιθετικά στην παγκόσμια αρένα, με την υποστήριξη του εργατικού τους δυναμικού, και αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει μειονέκτημα για τις αμερικανικές εταιρείες.

Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων και μια εντεινόμενη αίσθηση οικονομικής αδικίας ανάμεσα στους εργαζόμενους μέσου και χαμηλού εισοδήματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κρίση διαθεσιμότητας και ανταγωνιστικότητας του εργατικού δυναμικού των αμερικανικών εταιρειών τις επόμενες δεκαετίες, εκτός εάν οι εργοδότες βρουν μια ισορροπία ανάμεσα στην κερδοφορία και τις αμοιβές που θα δώσει κίνητρο στους εργαζόμενους. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στους κλάδους της ταχείας εστίασης και της λιανικής πώλησης, που απαιτούν πολυάριθμο εργατικό δυναμικό αλλά προσφέρουν παραδοσιακά χαμηλούς μισθούς και έχουν ολοένα και μεγαλύτερες εντάσεις ανάμεσα σε εταιρείες και εργαζομένους – κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλους κλάδους.

Δυστυχώς, αναζητούμε συνεχώς τη λύση στην κυβέρνηση, το οποίο είναι λάθος. Σήμερα, μια συμφωνία ανάμεσα σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους για ζητήματα όπως οι μισθοί είναι παντελώς αδύνατη. Επιπλέον, η ιδέα που προβάλλεται από οικονομολόγους όπως ο Τομά Πικετί, ότι μπορεί να επιτευχθεί οικονομική ισότητα μέσω φορολογίας, είναι μη ρεαλιστική. Ακόμα κι αν πολιτικά μπορούσε να προχωρήσει, η επιπλέον φορολογία λίγο θα μπορούσε να συμβάλλει στο κλείσιμο του χάσματος ανάμεσα στους εργοδότες και τους εργαζόμενους.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μιας συντονισμένης προσπάθειας κατανόησης και αντιμετώπισης των αναγκών των εργαζομένων από τις ίδιες τις εταιρείες, και απαιτεί τη συμμετοχή των πιο ισχυρών και με επιρροή επιχειρηματικών ηγετών.

Με άλλα λόγια, αυτό που απαιτείται είναι η αναγνώριση, εκ μέρους των CEO που διοικούν τις μεγάλες επιχειρήσεις, της άμεσης σύνδεσης ανάμεσα στην αμοιβή του εργαζόμενους και τη μελλοντική κερδοφορία της εταιρείας.