Από τα chips στα data centers: Πού κρίνεται πλέον η υπεροχή στην τεχνητή νοημοσύνη
- 09/02/2026, 11:46
- SHARE
Το κόστος της τεχνητής νοημοσύνης, η ενεργειακή επάρκεια και οι υποδομές αναδεικνύονται σε νέα μέτωπα που θα κρίνουν τον τεχνολογικό ανταγωνισμό μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, σύμφωνα με την έκδοση 2026 του Stanford Emerging Technology Review (SETR).
Η έκθεση, που φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως συνοπτικός οδηγός για τις τεχνολογίες αιχμής, βασίζεται σε έρευνα περισσότερων από 100 επιστημόνων, μηχανικών και ειδικών πολιτικής του Stanford University και καλύπτει δέκα βασικούς τεχνολογικούς τομείς.
Παρουσιάστηκε σε εκδήλωση με τη συμμετοχή των γερουσιαστών Chris Coons και Dave McCormick, της διευθύντριας του Hoover Institution Condoleezza Rice, καθώς και ακαδημαϊκών στελεχών του Stanford.
Το κόστος της AI γίνεται δομικό εμπόδιο
Ο Mark Horowitz, επικεφαλής του τμήματος Ηλεκτρολογικών Μηχανικών του Stanford, έθεσε στο επίκεντρο έναν κρίσιμο περιορισμό: την επιβράδυνση της προόδου στην υπολογιστική απόδοση. Όπως ανέφερε, η αύξηση της υπολογιστικής ισχύος δεν γίνεται πλέον φθηνότερη σε πραγματικούς όρους, γεγονός που καθιστά την κλιμάκωση της AI άμεσα εξαρτώμενη από τεράστιες επενδύσεις σε κεφάλαιο, data centers και αλυσίδες εφοδιασμού.
Η εξέλιξη αυτή μετατρέπει την AI από καθαρά τεχνολογικό ζήτημα σε θέμα βιομηχανικής και γεωπολιτικής ισχύος.
Ενέργεια: από τη βιωσιμότητα στην αξιοπιστία
Στην ενεργειακή διάσταση στάθηκε ο Steven Koonin, senior fellow του Hoover Institution, επισημαίνοντας ότι επί δεκαετίες η πολιτική έδινε προτεραιότητα στη βιωσιμότητα, εις βάρος της αξιοπιστίας και του κόστους.
Οι αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος, η αποβιομηχάνιση οικονομιών όπως η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και η αυξανόμενη ζήτηση από τα data centers της AI, οδηγούν –όπως τόνισε– σε αναθεώρηση της ενεργειακής στρατηγικής. Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξε ότι η πυρηνική ενέργεια και ειδικά οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs) θα πρέπει να διαδραματίσουν μεγαλύτερο ρόλο.
Η γεωπολιτική της τεχνολογικής έκπληξης
Η Amy Zegart, senior fellow του Hoover Institution και συμπρόεδρος του project, προειδοποίησε ότι ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας επιταχύνεται, με την Ουάσινγκτον να καλείται να μειώσει τον κίνδυνο «στρατηγικών εκπλήξεων». Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την αιφνίδια εμφάνιση του κινεζικού μοντέλου AI DeepSeek.
Κατά την ίδια, η ενίσχυση της βασικής έρευνας και των πανεπιστημίων αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση του αμερικανικού πλεονεκτήματος.
Τι χρειάζονται οι ΗΠΑ για να παραμείνουν μπροστά
Στο πολιτικό σκέλος, οι γερουσιαστές Coons και McCormick συμφώνησαν ότι η τεχνολογική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ εξαρτάται από:
-
ευνοϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο,
-
προσέλκυση ταλέντων,
-
στοχευμένη μεταναστευτική πολιτική,
-
και σταθερή χρηματοδότηση της βασικής έρευνας.
Η Condoleezza Rice τοποθέτησε τη συζήτηση σε ευρύτερο πλαίσιο, υπογραμμίζοντας ότι στις δημοκρατίες η τεχνολογική ανάπτυξη συνοδεύεται από λογοδοσία — στοιχείο που μπορεί να αποτελέσει στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι αυταρχικών μοντέλων.