Από το Pegasus στην AI των 3 δισ. δολαρίων: Ο άνθρωπος πίσω από το spyware θέλει να απεξαρτήσει τις κυβερνήσεις από τις ΗΠΑ

Από το Pegasus στην AI των 3 δισ. δολαρίων: Ο άνθρωπος πίσω από το spyware θέλει να απεξαρτήσει τις κυβερνήσεις από τις ΗΠΑ
Photo: AFP
Ο Σάλεβ Χούλιο, πρώην επικεφαλής της NSO Group και συνιδρυτής της Dream, καλεί τις κυβερνήσεις να αποκτήσουν τα δικά τους μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης. Η νέα εταιρεία του έχει συγκεντρώσει πάνω από 400 εκατ. δολάρια, αποτιμάται στα 3 δισ. και διεκδικεί συμβόλαια εθνικής ασφάλειας, παρά το αμφιλεγόμενο παρελθόν του ιδρυτή της.
  • Ο Σάλεβ Χούλιο, συνιδρυτής της NSO Group που ανέπτυξε το κατασκοπευτικό λογισμικό Pegasus, προτρέπει τις κυβερνήσεις να μη βασίζονται αποκλειστικά σε αμερικανικές εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης για τη διαχείριση ευαίσθητων κρατικών δεδομένων.
  • Η νέα εταιρεία του, Dream, έχει αντλήσει περισσότερα από 400 εκατ. δολάρια και αποτιμήθηκε στα 3 δισ. δολάρια τον Ιούνιο του 2026, με επενδυτές όπως η Bain Capital Ventures.
  • Η πλατφόρμα Atlas επιτρέπει την ανάπτυξη εξειδικευμένων κρατικών μοντέλων AI σε υποδομές που ελέγχουν οι ίδιες οι κυβερνήσεις, ενώ η Dream δηλώνει ότι παρέχει ήδη λύσεις κυβερνοασφάλειας σε περισσότερες από δώδεκα χώρες.

Ο άνθρωπος που συνδέθηκε με ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα ψηφιακής παρακολούθησης της τελευταίας δεκαετίας επιστρέφει στο επίκεντρο της τεχνολογικής βιομηχανίας, αυτή τη φορά με ένα διαφορετικό επιχειρηματικό αφήγημα: την τεχνολογική ανεξαρτησία των κυβερνήσεων στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ο Σάλεβ Χούλιο, συνιδρυτής και πρώην διευθύνων σύμβουλος της ισραηλινής NSO Group, της εταιρείας που ανέπτυξε το διαβόητο κατασκοπευτικό λογισμικό Pegasus, υποστηρίζει ότι τα κράτη δεν πρέπει να εμπιστεύονται τα πιο ευαίσθητα δεδομένα τους αποκλειστικά σε μεγάλους αμερικανικούς τεχνολογικούς ομίλους.

Σε συνέντευξή του στους Financial Times, ο 45χρονος επιχειρηματίας προέτρεψε τις κυβερνήσεις να δημιουργήσουν και να φιλοξενούν τα δικά τους μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης, ώστε να διατηρούν τον έλεγχο των συστημάτων που χρησιμοποιούν για κρίσιμες κρατικές λειτουργίες.

Το νέο του επιχειρηματικό εγχείρημα, η Dream, επιχειρεί να τοποθετηθεί στην αναδυόμενη αγορά της λεγόμενης κυρίαρχης Τεχνητής Νοημοσύνης (sovereign AI), προσφέροντας συστήματα κυβερνοασφάλειας και εξειδικευμένα μοντέλα για κυβερνήσεις.

Η εταιρεία, που συνίδρυσε με τον πρώην καγκελάριο της Αυστρίας Σεμπάστιαν Κουρτς και τον Γκιλ Ντόλεβ, έχει ήδη συγκεντρώσει χρηματοδότηση άνω των 400 εκατ. δολαρίων, ενώ τον Ιούνιο του 2026 η αποτίμησή της έφτασε τα 3 δισ. δολάρια.

Η ταχεία ανάπτυξη της Dream συνοδεύεται, ωστόσο, από ένα κρίσιμο ερώτημα: πόση εμπιστοσύνη μπορούν να δείξουν οι κυβερνήσεις σε έναν επιχειρηματία του οποίου η προηγούμενη εταιρεία βρέθηκε στο επίκεντρο διεθνών αποκαλύψεων για ψηφιακή κατασκοπεία;

Η προειδοποίηση προς τις κυβερνήσεις για την αμερικανική AI

Σύμφωνα με τον Χούλιο, η Τεχνητή Νοημοσύνη εξελίσσεται σε υποδομή στρατηγικής σημασίας, αντίστοιχη με τα δίκτυα ενέργειας, τις τηλεπικοινωνίες και τα συστήματα εθνικής ασφάλειας.

Η εξάρτηση από τεχνολογίες τρίτων χωρών μπορεί, όπως υποστηρίζει, να δημιουργήσει κινδύνους για την επιχειρησιακή αυτονομία ενός κράτους.

Ο βασικός του προβληματισμός αφορά το ενδεχόμενο μια κυβέρνηση να βασίζεται σε μοντέλα AI που δεν ελέγχει, τα οποία λειτουργούν σε υποδομές ξένων παρόχων και ενδέχεται να υπόκεινται σε περιορισμούς πρόσβασης.

Για τον ίδιο, η λύση είναι η ανάπτυξη κρατικών μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης, προσαρμοσμένων στις ανάγκες κάθε χώρας και εγκατεστημένων σε υποδομές υπό τον δικό της έλεγχο.

Η προσέγγιση αυτή αντανακλά μια ευρύτερη συζήτηση που εξελίσσεται διεθνώς γύρω από την ψηφιακή κυριαρχία, την προστασία δεδομένων και τη στρατηγική εξάρτηση από ξένες τεχνολογικές εταιρείες.

Οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να αξιοποιήσουν την AI για τη δημόσια διοίκηση, τις υπηρεσίες πληροφοριών και την εθνική ασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα εξετάζουν πώς θα προστατεύσουν ευαίσθητες πληροφορίες.

Dream: Η εταιρεία των 3 δισ. δολαρίων που ιδρύθηκε με τον Σεμπάστιαν Κουρτς

Η Dream δημιουργήθηκε ως επιχειρηματικό εγχείρημα κυβερνοασφάλειας μετά τη συνεργασία του Χούλιο με τον πρώην καγκελάριο της Αυστρίας Σεμπάστιαν Κουρτς.

Οι δύο άνδρες επιδίωξαν να αξιοποιήσουν την εμπειρία τους στην κυβερνητική τεχνολογία και στις σχέσεις με κρατικούς οργανισμούς, αναπτύσσοντας εργαλεία προστασίας κρίσιμων υποδομών.

Η εταιρεία άρχισε να δραστηριοποιείται εμπορικά στα τέλη του 2024, ενώ επέκτεινε σταδιακά τις δραστηριότητές της από την παραδοσιακή κυβερνοασφάλεια στην Τεχνητή Νοημοσύνη.

Τον Ιούνιο του 2026, ανακοίνωσε νέο γύρο χρηματοδότησης ύψους 260 εκατ. δολαρίων, ανεβάζοντας το σύνολο των κεφαλαίων που έχει συγκεντρώσει σε περίπου 412 εκατ. δολάρια.

Μετά τη χρηματοδότηση, η αποτίμηση της Dream διαμορφώθηκε στα 3 δισ. δολάρια, σχεδόν τριπλάσια σε σχέση με την αποτίμησή της τον Φεβρουάριο του 2025.

Στους επενδυτές περιλαμβάνονται η Bain Capital Ventures, καθώς και άλλα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια, ενώ οι Financial Times αναφέρονται και στην παρουσία της Tau Capital, με έδρα το Άμπου Ντάμπι.

Η Dream εδρεύει στο Τελ Αβίβ, με παρουσία στη Βιέννη και στο Άμπου Ντάμπι, και αριθμεί περίπου 350 εργαζομένους.

Sphere, Hero και Atlas: Τα τρία προϊόντα της Dream

Το επιχειρηματικό μοντέλο της Dream βασίζεται σε τρεις βασικές πλατφόρμες, σχεδιασμένες για διαφορετικές ανάγκες κυβερνήσεων και οργανισμών κρίσιμων υποδομών.

Sphere: Άμυνα σε κυβερνοεπιθέσεις

Η πλατφόρμα Sphere αποτελεί το σύστημα κυβερνοάμυνας της εταιρείας σε εθνική κλίμακα.

Σύμφωνα με τη Dream, αξιοποιεί εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης για την προστασία κυβερνητικών συστημάτων και κρίσιμων υποδομών από προηγμένες κυβερνοεπιθέσεις, συμπεριλαμβανομένων απειλών που συνδέονται με κρατικούς φορείς.

Στόχος είναι ο εντοπισμός απειλών και η ενίσχυση της δυνατότητας αντιμετώπισής τους από τις εθνικές αρχές κυβερνοασφάλειας.

Hero: Αυτόματος εντοπισμός και διόρθωση ευπαθειών

Το Hero επικεντρώνεται στον εντοπισμό κενών ασφαλείας σε πληροφοριακά συστήματα.

Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η πλατφόρμα μπορεί να αναγνωρίζει ευπάθειες και να προχωρά αυτόνομα σε ενέργειες αποκατάστασης, περιορίζοντας την ανάγκη χειροκίνητων παρεμβάσεων.

Η φιλοσοφία του προϊόντος βασίζεται στην εκτίμηση ότι οι μελλοντικές κυβερνοεπιθέσεις θα πραγματοποιούνται με αυξανόμενο βαθμό αυτονομίας, καθιστώντας αναγκαία την ανάπτυξη αντίστοιχων αμυντικών μηχανισμών.

Atlas: Κρατικά μοντέλα AI χωρίς εξάρτηση από εξωτερικό cloud

Το νεότερο προϊόν της Dream είναι το Atlas, το οποίο παρουσιάστηκε τον Ιούνιο του 2026.

Η πλατφόρμα επιτρέπει, σύμφωνα με την εταιρεία, σε κυβερνήσεις να αναπτύσσουν εξειδικευμένα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης, εκπαιδευμένα και προσαρμοσμένα στα δικά τους δεδομένα.

Σε αντίθεση με δημοφιλή μοντέλα γενικής χρήσης, όπως το ChatGPT της OpenAI ή το Claude της Anthropic, το Atlas προωθεί μια προσέγγιση περισσότερο εστιασμένη σε συγκεκριμένες κρατικές λειτουργίες.

Ενδεικτικές εφαρμογές περιλαμβάνουν την ανάλυση διαβαθμισμένων πληροφοριών, την επεξεργασία κυβερνητικών δεδομένων και τη βελτίωση διαδικασιών προμηθειών.

Το βασικό πλεονέκτημα που προβάλλει η Dream είναι ότι τα μοντέλα μπορούν να λειτουργούν στις υποδομές της ίδιας της κυβέρνησης, χωρίς να απαιτείται η αποθήκευση ή επεξεργασία των δεδομένων σε εξωτερικά συστήματα cloud.

Μικρότερα μοντέλα αντί για τεράστιες υποδομές AI

Η στρατηγική του Χούλιο διαφοροποιείται από τον ανταγωνισμό των μεγαλύτερων τεχνολογικών εταιρειών, οι οποίες επενδύουν δισεκατομμύρια στην ανάπτυξη ολοένα ισχυρότερων μοντέλων γενικής χρήσης.

Η Dream υποστηρίζει ότι πολλές κρατικές ανάγκες μπορούν να καλυφθούν αποτελεσματικότερα από μικρότερα και εξειδικευμένα μοντέλα, τα οποία δεν χρειάζονται την ίδια υπολογιστική ισχύ.

Σύμφωνα με τον ιδρυτή της, ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε, ανάλογα με την εφαρμογή, να λειτουργεί ακόμη και με μία έως τρεις μονάδες επεξεργασίας γραφικών (GPUs).

Η προσέγγιση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια περίοδο κατά την οποία η υψηλή ζήτηση για υπολογιστικούς πόρους δημιουργεί αυξημένες ανάγκες κεφαλαίων και ενέργειας.

Για τις κυβερνήσεις, η δυνατότητα ανάπτυξης AI σε τοπικές υποδομές θα μπορούσε να περιορίσει ορισμένες μορφές τεχνολογικής εξάρτησης.

Ωστόσο, η πραγματική αποτελεσματικότητα και το συνολικό κόστος τέτοιων συστημάτων εξαρτώνται από τις απαιτήσεις κάθε εφαρμογής, την ποιότητα των διαθέσιμων δεδομένων και τις ανάγκες ασφάλειας και συντήρησης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η προειδοποίηση για τις αυτόνομες κυβερνοεπιθέσεις

Ο Χούλιο υποστηρίζει ότι οι απειλές στον κυβερνοχώρο μεταβάλλονται ταχύτερα από όσο αρχικά περίμενε η εταιρεία του.

Όταν η Dream άρχισε να αναζητά επενδυτές το 2022, ο ίδιος παρουσίαζε το ενδεχόμενο κυβερνοεπιθέσεων που θα πραγματοποιούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από αυτόνομα συστήματα AI.

Σύμφωνα με τη συνέντευξή του στους Financial Times, αρκετοί υποψήφιοι επενδυτές αντιμετώπισαν αρχικά με επιφυλακτικότητα αυτή την εκτίμηση.

Ωστόσο, τον Αύγουστο του 2026, ερευνητές της Dream ανακοίνωσαν ότι εντόπισαν στοιχεία μιας κυβερνοεπίθεσης εναντίον κρατικού στόχου, την οποία χαρακτήρισαν ως την πρώτη πλήρως αυτόνομη επίθεση από την αρχή έως το τέλος.

Ο ισχυρισμός προέρχεται από την ίδια την εταιρεία και δεν πρέπει να θεωρείται ανεξάρτητα επιβεβαιωμένος χαρακτηρισμός χωρίς πρόσθετη τεχνική αξιολόγηση.

Για τη Dream, η αυξανόμενη αυτονομία των κυβερνοεπιθέσεων ενισχύει την ανάγκη ανάπτυξης συστημάτων που μπορούν να εντοπίζουν και να αντιμετωπίζουν απειλές με αντίστοιχη ταχύτητα.

Το παρελθόν του Pegasus και οι κατηγορίες για παρακολουθήσεις

Η νέα επιχειρηματική δραστηριότητα του Χούλιο δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την προηγούμενη πορεία του στη NSO Group.

Ο Ισραηλινός επιχειρηματίας υπήρξε συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, η οποία ανέπτυξε το Pegasus, ένα προηγμένο κατασκοπευτικό λογισμικό που μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση σε κινητές συσκευές.

Το Pegasus βρέθηκε στο επίκεντρο διεθνών αποκαλύψεων για τη χρήση του εναντίον δημοσιογράφων, πολιτικών, ακτιβιστών και υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το 2019, οι Financial Times αποκάλυψαν πώς η NSO είχε αξιοποιήσει ευπάθεια του WhatsApp για την εγκατάσταση του λογισμικού σε κινητά τηλέφωνα.

Ακολούθησαν νέες αποκαλύψεις και έντονη κριτική από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνείς φορείς.

Τον Νοέμβριο του 2021, η κυβέρνηση των ΗΠΑ συμπεριέλαβε τη NSO Group σε κατάλογο εμπορικών περιορισμών.

Η εταιρεία βρέθηκε επίσης αντιμέτωπη με δικαστική διαμάχη με τη WhatsApp για τις παραβιάσεις που συνδέονταν με το λογισμικό της.

Ο Χούλιο αποχώρησε από τη διοίκηση της NSO Group το 2022, έπειτα από περίπου μία δεκαετία στην ηγεσία της.

Γιατί ο Χούλιο θεωρεί πλεονέκτημα το αμφιλεγόμενο παρελθόν του

Παρά τη διεθνή κριτική για το Pegasus, ο Χούλιο δεν εμφανίζεται να αποστασιοποιείται από την προηγούμενη επαγγελματική του δραστηριότητα.

Αντίθετα, στη συνέντευξή του στους Financial Times υποστήριξε ότι τα προϊόντα της NSO Group βοήθησαν κυβερνήσεις να αποτρέψουν τρομοκρατικές επιθέσεις και να σώσουν ανθρώπινες ζωές.

Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί αποτελούν τη δική του αξιολόγηση και δεν αναιρούν τις τεκμηριωμένες ανησυχίες που έχουν εκφραστεί διεθνώς για την κατάχρηση εργαλείων παρακολούθησης.

Ο ίδιος αντιμετωπίζει τις σχέσεις που δημιούργησε με κυβερνήσεις κατά την περίοδο της NSO ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη Dream.

Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην αγορά της κρατικής κυβερνοασφάλειας, όπου οι συμφωνίες βασίζονται σε μακροχρόνιες σχέσεις και υψηλές απαιτήσεις εμπιστευτικότητας.

Την ίδια στιγμή, όμως, δημιουργεί ερωτήματα για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τους μηχανισμούς ελέγχου που θα πρέπει να συνοδεύουν την ανάπτυξη κρατικών συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης.

Συμβόλαια σε περισσότερες από δώδεκα χώρες

Παρά το αμφιλεγόμενο παρελθόν του ιδρυτή της, η Dream δηλώνει ότι έχει ήδη αποκτήσει σημαντική διεθνή παρουσία.

Σύμφωνα με τους Financial Times, η εταιρεία υποστηρίζει ότι έχει διαθέσει τα εργαλεία κυβερνοασφάλειάς της σε περισσότερες από δώδεκα χώρες, μεταξύ των οποίων οκτώ στην Ευρώπη, πέντε στην Ασία και δύο στη Μέση Ανατολή.

Η Dream δεν δημοσιοποιεί τον πλήρη κατάλογο των κυβερνητικών πελατών της.

Όσον αφορά το Atlas, ο Χούλιο ανέφερε ότι η πλατφόρμα κυρίαρχης Τεχνητής Νοημοσύνης έχει ήδη αναπτυχθεί σε δύο χώρες.

Η εταιρεία επιχειρεί πλέον να επεκταθεί σε μια αγορά όπου οι κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους να ενισχύσουν την κυβερνοασφάλεια, να προστατεύσουν τα δεδομένα τους και να μειώσουν την εξάρτηση από ξένες υποδομές.

Η μεγάλη αντίφαση της κρατικής Τεχνητής Νοημοσύνης

Η περίπτωση της Dream αναδεικνύει ένα ευρύτερο δίλημμα στην ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις επιδιώκουν μεγαλύτερο έλεγχο των δεδομένων και των τεχνολογιών που χρησιμοποιούν.

Από την άλλη, ακόμη και όταν ένα κράτος λειτουργεί τα δικά του μοντέλα AI, εξακολουθεί να χρειάζεται να εμπιστευθεί τους προμηθευτές που αναπτύσσουν, εγκαθιστούν ή συντηρούν τα συστήματα αυτά.

Η τεχνολογική κυριαρχία δεν αφορά επομένως μόνο τον τόπο αποθήκευσης των δεδομένων, αλλά και τη διαχείριση της πρόσβασης, την ασφάλεια του λογισμικού, τη δυνατότητα ελέγχου των συστημάτων και τη λογοδοσία των εμπλεκόμενων εταιρειών.

Για τη Dream, η εμπορική πρόκληση είναι να πείσει περισσότερες κυβερνήσεις ότι μπορεί να προσφέρει ασφαλείς και αποτελεσματικές υποδομές εθνικής AI.

Για τον Χούλιο, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη: να οικοδομήσει μια νέα εταιρεία πάνω στην έννοια της εμπιστοσύνης, έχοντας συνδέσει το όνομά του με ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα εργαλεία ψηφιακής παρακολούθησης.

Με αποτίμηση 3 δισ. δολαρίων και παρουσία σε κυβερνητικά συστήματα πολλών χωρών, η Dream δείχνει ότι η «κυρίαρχη AI» εξελίσσεται σε μια σημαντική νέα αγορά. Το ερώτημα είναι ποιος θα ελέγχει πραγματικά αυτή την τεχνολογία και με ποιες εγγυήσεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: