Από τον Τζορτζ Φλόιντ στη Ρενέ Γκουντ: Η νέα μάχη για την αστυνομική βία στις ΗΠΑ

Από τον Τζορτζ Φλόιντ στη Ρενέ Γκουντ: Η νέα μάχη για την αστυνομική βία στις ΗΠΑ
Demonstrators rally outside of the federal court and then march to the US Immigration and Customs Enforcement building in Washington, DC, on January 8, 2026. A US Immigration and Customs Enforcement (ICE) agent shoots and kills an American woman on the streets of Minneapolis on January 7, 2026, leading to huge protests and outrage from local leaders who reject White House claims that she is a domestic terrorist. The woman, identified in local media as 37-year-old Renee Nicole Good, is mentioned in reports on January 11, 2026, in Washington, DC. (Photo by Andrew Thomas/NurPhoto) (Photo by Andrew Thomas / NurPhoto via AFP) Photo: AFP
Πέντε χρόνια μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, ένα νέο περιστατικό στη Μινεάπολη επαναφέρει στο προσκήνιο τη βία των δυνάμεων επιβολής του νόμου, αυτή τη φορά μέσα σε ένα πολύ πιο πολωμένο και αμφίσημο οπτικό και πολιτικό περιβάλλον.

Η δολοφονία της Ρενέ Γκουντ, η οποία έπεσε νεκρή από πυρά πράκτορα της ICE ενώ βρισκόταν μέσα στο όχημά της, άνοιξε εκ νέου έναν βαθύ διχασμό στις Ηνωμένες Πολιτείες γύρω από τη χρήση φονικής βίας από τις αρχές. Η υπόθεση έρχεται πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ, ένα γεγονός που είχε λειτουργήσει ως καταλύτης για μαζικές κινητοποιήσεις και θεσμικές συζητήσεις.

Σε αντίθεση με το 2020, όπου ένα και μόνο βίντεο αποτέλεσε αδιάσειστο τεκμήριο, τα οπτικά ντοκουμέντα της υπόθεσης Γκουντ είναι πολλαπλά αλλά λιγότερο καθαρά. Τα διαθέσιμα πλάνα δεν αποσαφηνίζουν αν το όχημά της χτύπησε τον πράκτορα πριν από τους πυροβολισμούς, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για πολιτική ερμηνεία.

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ και στελέχη της, όπως η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ, υιοθέτησαν από νωρίς το αφήγημα της αυτοάμυνας, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να χαρακτηρίσουν τη Γκουντ «εγχώρια τρομοκράτισσα». Ο δήμαρχος της Μινεάπολης Τζέικομπ Φρέι απέρριψε δημόσια τον χαρακτηρισμό, υπογραμμίζοντας ότι δεν τεκμηριώνεται από τα στοιχεία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Στον αντίποδα, Δημοκρατικοί πολιτικοί, όπως ο επικεφαλής της μειοψηφίας στη Γερουσία Τσακ Σούμερ, κατηγόρησαν την κυβέρνηση για παραπλάνηση της κοινής γνώμης. Η δημόσια αντιπαράθεση εντάθηκε περαιτέρω μετά την ανάρτηση βίντεο από τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος υποστήριξε ότι ο πράκτορας κινδύνευσε άμεσα.

Η σύγχυση ενισχύεται από το ευρύτερο ψηφιακό περιβάλλον. Όπως επισημαίνουν αναλύσεις του Associated Press, της Washington Post και των New York Times, ακόμη και ο συνδυασμός πολλαπλών λήψεων δεν οδηγεί σε ξεκάθαρο συμπέρασμα. Την ίδια στιγμή, η κυκλοφορία ψεύτικων ή αλλοιωμένων εικόνων μέσω τεχνητής νοημοσύνης, όπως κατέγραψε το BBC Verify, υπονομεύει περαιτέρω την εμπιστοσύνη στο οπτικό υλικό.

Αναλυτές εκτιμούν ότι, παρά τη σοβαρότητα της υπόθεσης, δύσκολα θα πυροδοτήσει κοινωνική κινητοποίηση αντίστοιχη με εκείνη του 2020. Η κόπωση της κοινής γνώμης και η υπερπληθώρα εικόνων βίας φαίνεται να περιορίζουν τον συλλογικό αντίκτυπο, ακόμη και όταν τα ερωτήματα για τη χρήση φονικής βίας παραμένουν αναπάντητα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: