Commerzbank: Στα ύψη οι τιμές στην Ενέργεια και το 2022 – Η εξάρτηση από τη Ρωσία και η… Κίνα 

Στα ύψη παραμένουν και θα συνεχίσουν να βρίσκονται οι τιμές στην Ενέργεια για το 2022…

Στα ύψη παραμένουν και θα συνεχίσουν να βρίσκονται οι τιμές στην Ενέργεια για το 2022, με την υφιστάμενη κρίση να μετατρέπεται σε συστημικό κίνδυνο. Βασικός παράγοντας είναι τα αποθέματα φυσικού αερίου, που εξακολουθούν να κινούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να παρουσιάζει, σύμφωνα με τη γερμανική Commerzbank, σε τεράστια εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο – κάτι το οποίο έχει ως αποτέλεσμα η Δύση να δέχεται πιέσεις για παραχωρήσεις σε πολιτικό επίπεδο.

Και η αλήθεια είναι ότι η η αναπλήρωση των ρωσικών προμηθειών από άλλη πηγή δεν είναι εφικτή. Κάπως έτσι η Μόσχα έχει ήδη πετύχει να αυξήσει την πίεσή της στην Ουκρανία, κλιμακώνοντας την ένταση και σέρνοντας τις ΗΠΑ σε συνομιλίες… Οι Ευρωπαίοι, λέει η Commerzbank, μέχρι στιγμής έχουν μείνει εκτός «παιχνιδιού», προαναγγέλλοντας κυρώσεις εάν η Ρωσία κλιμακώσει περαιτέρω την ένταση, ωστόσο είναι αμφίβολο αν θα είναι αποτελεσματικές, δεδομένης της εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Σε κάθε περίπτωση, τα αποθέματα φυσικού αερίου παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, με τον χειμώνα να είναι μπροστά μας. Η ΕΕ καταναλώνει περίπου 400 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως (23% των απαιτήσεων πρωτογενούς ενέργειας). 

Δεδομένου ότι το φυσικό αέριο χρησιμοποιείται κυρίως για θέρμανση, πέρα από τις βιομηχανικές εφαρμογές και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η κατανάλωση έχει σαφές εποχικό μοτίβο, με τις ανατιμήσεις να κορυφώνονται –δεν αποτελεί έκπληξη– το πρώτο τρίμηνο.

Εισαγωγές

Η εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου στην ΕΕ ανήλθε σε 54 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα το 2020. Συνεπώς, η μερίδα του λέοντος της ζήτησης καλύφθηκε από τις εισαγωγές, που ανήλθαν σε 326 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα το 2020. Ο σημαντικότερος προμηθευτής είναι η Ρωσία με ποσοστό 48%, ενώ ακολουθούν η Νορβηγία με 24% και η Αλγερία με 12%.

Οι εισαγωγές θα συνεχίσουν να αυξάνονται τα επόμενα χρόνια, διότι η παραγωγή φυσικού αερίου στην ΕΕ μειώνεται. Το πιο σημαντικό κοίτασμα φυσικού αερίου στο Χρόνινγκεν της Ολλανδίας πρόκειται μάλιστα να κλείσει σύντομα λόγω περιβαλλοντικών ανησυχιών, ενώ το LNG δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις ρωσικές προμήθειες.

Το πρώτο εξάμηνο του 2021, σχεδόν το ένα τέταρτο των εισαγωγών φυσικού αερίου ήταν υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), το οποίο μεταφέρεται με δεξαμενόπλοια (βλ. πλαίσιο). Υπάρχουν συνολικά 25 τερματικοί σταθμοί εισαγωγής LNG στην ΕΕ (όπου το LNG εκφορτώνεται, μετατρέπεται ξανά σε αέρια κατάσταση και τροφοδοτείται στο σύστημα αγωγών φυσικού αερίου).

Μαζί, αυτοί οι τερματικοί σταθμοί έχουν χωρητικότητα 215 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων ετησίως, πράγμα που σημαίνει ότι θα μπορούσαν θεωρητικά να καλύψουν το ήμισυ των αναγκών φυσικού αερίου της Ευρώπης. Ωστόσο, κατά μέσο όρο στη διάρκεια του έτους, αυτοί οι τερματικοί σταθμοί δεν καλύπτονται ούτε κατά 50%. 

Οι εισαγωγές LNG, π.χ. από τις ΗΠΑ δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τυχόν ελλείψεις στις ρωσικές προμήθειες για τους εξής λόγους:

  • Εκτός από τις εισαγωγές, η Ρωσία αντιπροσωπεύει επί του παρόντος περίπου το ένα πέμπτο των εισαγωγών LNG της ΕΕ (2020: 17 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα).
  • Οι ΗΠΑ, οι οποίες αύξησαν μαζικά τις εξαγωγές LNG τα τελευταία χρόνια, συχνά θεωρούνται «πιθανός προμηθευτής». Οι ΗΠΑ έχουν σήμερα εξαγωγική ικανότητα 120 δισεκατομμυρίων κυβικά μέτρα ετησίως. Προβλέπεται επέκταση της παραγωγικής ικανότητας σε 145 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως για το τέλος του 2022.
  • Ακόμη και αν αγνοήσει κανείς όλες τις υλικοτεχνικές πτυχές (π.χ. η Γερμανία, ο σημαντικότερος αγοραστής ρωσικού φυσικού αερίου, δεν διαθέτει δικό της τερματικό σταθμό εισαγωγής LNG), ακόμη και η πλήρης χωρητικότητα των ΗΠΑ δεν θα επαρκούσε για να αντικαταστήσει πλήρως τις ρωσικές προμήθειες.
  • Αυτό θα απαιτούσε από άλλους προμηθευτές LNG να εκτρέψουν τα δεξαμενόπλοιά τους (π.χ. τον πρώην μεγαλύτερο εξαγωγέα LNG, Κατάρ, ο οποίος ήταν ο δεύτερος σημαντικότερος προμηθευτής στην ΕΕ το 2020 με 18 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως, και τη Νιγηρία, η οποία ακολουθεί τη Ρωσία στην τέταρτη θέση και είναι υπεύθυνη για το 14% των εισαγωγών LNG στην ΕΕ). 

Η μόνιμη αντικατάσταση των ρωσικών προμηθειών από εισαγωγές LNG δεν είναι επομένως ρεαλιστική στο άμεσο μέλλον.

Ο ρόλος της Κίνας

Ωστόσο, είναι επίσης απίθανο οι ρωσικές παραδόσεις θα αυξηθούν, δεδομένου ότι η Μόσχα χρειάζεται εισόδημα και δύσκολα θα μπορέσει να αντισταθμίσει πλήρως και γρήγορα τις απώλειες μέσω αυξημένων εξαγωγών στην Κίνα, για παράδειγμα.

Από την άλλη πλευρά, παρά την έντονη επέκταση των αγωγών προς την Κίνα, η υποδομή του αγωγού, η οποία μέχρι στιγμής έχει προσανατολιστεί σε μεγάλο βαθμό προς τις «δυτικές» αγορές, μιλάει κατά αυτού.

Επιπλέον, οι Κινέζοι θα επωφεληθούν από τη δύσκολη θέση των Ρώσων και θα επιβάλουν σημαντικές μειώσεις τιμών. Από την άλλη πλευρά, είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν τουλάχιστον ορισμένες ελλείψεις με αυξημένες παραδόσεις LNG, κάτι που είναι σίγουρα χρήσιμο σε «μικρότερες» κρίσεις.

Παρεμπιπτόντως, αυτό συμβαίνει αυτόματα χάρη στις πολύ ευαίσθητες ως προς τις τιμές εξαγωγές LNG: ένα σημείο συμφόρησης στην Ευρώπη θα ανέβαζε τις τιμές τόσο πολύ που είναι πιο προσοδοφόρο για τους εξαγωγείς να πουλήσουν LNG σε προς την ΕΕ αντί για την Ασία (αυτό θα μπορούσε ήδη να παρατηρηθεί τον Δεκέμβριο).

Το LNG είναι σημαντικά πιο ευέλικτο από το φυσικό αέριο του αγωγού, λόγω του γεγονότος ότι δεν βασίζεται στην υπάρχουσα υποδομή αγωγών και υπόκειται λιγότερο σε μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις προμήθειας.

Ενώ ορισμένοι πάροχοι LNG όπως η Αυστραλία εξακολουθούν να έχουν σταθερές δεσμεύσεις παράδοσης, οι ΗΠΑ βασίζονται σε ευέλικτες συμβάσεις. Ωστόσο, είναι σαφές ότι αυτή η ευελιξία έχει τα όριά της στις υπάρχουσες ικανότητες.