Δάνεια που θα βγάλουν τους μικρομεσαίους από τη «στενωπό» της κρίσης

Ζυμώσεις για το μοντέλο επιμερισμού του ρίσκου με επιχειρήσεις, τράπεζες και δημόσιο – Η άρση των μέτρων στήριξης ασκεί πιέσεις για σύγκλιση και συμφωνία.

Μοντέλο επιμερισμού του επιχειρηματικού κινδύνου στα νέα δάνεια για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μελετούν οι εμπλεκόμενοι φορείς.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι σε νέες επαφές που πραγματοποιήθηκαν χθες, συζητήθηκε το μοντέλο λειτουργίας της ειδικής επιτροπής που θα συνεισφέρει στην ανάδειξη βέλτιστων πρακτικών. Στόχος είναι η συμφωνία επιχειρηματικών φορέων, τραπεζών και υπουργείου Οικονομικών σε ένα πλαίσιο που θα διευκολύνει τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων χωρίς να «φορτώσει» τις τράπεζες με νέα κόκκινα δάνεια. Εξελίξεις θα πρέπει να αναμένονται μετά το καλοκαίρι καθώς η κάθε πλευρά έχει διαφορετικές διεκδικήσεις. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι πρόταση που προωθείται εν πολλοίς από την πλευρά των επιχειρήσεων και στηρίζεται στο μοντέλο των προγραμμάτων εγγυοδοσίας που έδωσαν την ευκαιρία σε περίπου 108.000 επιχειρήσεις να δανειοδοτηθούν εν μέσω πανδημίας, είναι ο επιμερισμός του κινδύνου κατά 1/3 στις επιχειρήσεις, κατά 1/3 στις τράπεζες και κατά 1/3 στην πολιτεία. Εκτιμούν ότι με τον τρόπο αυτό θα περιοριστούν οι αποκλεισμοί. Εξάλλου, στην Ελλάδα το 22% των αιτήσεων για δανειοδότηση απορρίπτεται όταν στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό είναι στο 8%.

Καθώς η πανδημία έχει διογκώσει τις ανάγκες και έχει οξύνει τα προβλήματα ρευστότητας για χιλιάδες επιχειρήσεις η εξεύρεση ενός μοντέλου που θα περιορίσει τους αποκλεισμούς είναι επιτακτική.

Εξάλλου, η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα (ΜμΕ) αντιμετώπισε έντονες πιέσεις από τη πανδημική κρίση καθώς αποτελεί την κυρίαρχη μορφή δραστηριοποίησης στους κλάδους που επηρεάστηκαν περισσότερο, όπως ο κλάδος των καταλυμάτων και της εστίασης, οι μεταφορές, η διαχείριση ακίνητης περιουσίας κ.α.. Σημειώνεται ότι οι ΜμΕ συμμετέχουν στην απασχόληση με ποσοστό 83% και στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) με 60%, έναντι των χαμηλότερων μέσων όρων των χωρών του ΟΟΣΑ (68% και 59% αντίστοιχα). Μάλιστα όπως σημειώνει ανάλυση της Alpha Bank, οι επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο ρευστότητας, απασχολούν σχεδόν έναν στους δύο εργαζόμενους στην Ελλάδα, ποσοστό που υπερβαίνει σημαντικά τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ (29%).

Διαπιστώνεται δε ότι η διατήρηση του αριθμού των επιχειρήσεων και η συγκράτηση της ανεργίας τον τελευταίο χρόνο είναι αποτέλεσμα των κρατικών μέτρων στήριξης, μέρος των οποίων ήταν και η παροχή εγγυήσεων με στόχο την τόνωση της ρευστότητας των ΜμΕ η οποία διοχετεύθηκε μέσω του τραπεζικού συστήματος. Αυτή η ρευστότητα βοήθησε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να απορροφήσουν τους κραδασμούς, κατά τη διάρκεια της πανδημικής κρίσης. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ, το 58% των ΜμΕ στην Ελλάδα είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης σε κρατική ενίσχυση έναντι χαμηλότερου μέσου όρου για τις χώρες του ΟΟΣΑ (33,6%). Επιπλέον, από τις μορφές κρατικής ενίσχυσης, η πιο δημοφιλής ήταν οι επιδοτήσεις και οι επιχορηγήσεις, καθώς το 34% των ΜμΕ είχαν πρόσβαση σε αυτή τη μορφή ενίσχυσης. Επιπλέον, ο δωδεκάμηνος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις διαμορφώθηκε σε 10%, τον Δεκέμβριο 2020, έναντι 1,7%, τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους. Η χρηματοδότηση αυξήθηκε σημαντικά στους κλάδους που έχουν πληγεί από την πανδημία, δηλαδή στα καταλύματα-εστίαση (+14,8% σε ετήσια βάση), στις μεταφορές-αποθήκευση (+35,1%), στη διαχείριση ακίνητης περιουσίας (+12,4%), στη βιομηχανία (+8,1%), αλλά και στο εμπόριο (+11,1%).

Οι ευκαιρίες από το Ταμείο Ανάκαμψης

Οι αναλυτές της Alpha Bank επισημαίνουν ότι η ψηφιακή ετοιμότητα είναι άμεσα συνυφασμένη με τον κλάδο αλλά και το μέγεθος των επιχειρήσεων. Κι ως εκ τούτου η χρηματοδότηση που αναμένεται να λάβει η χώρα μας μέχρι και το 2026 από το RRF, αποτελεί ταυτόχρονα μια μεγάλη ευκαιρία και ένα κίνητρο για τις ΜμΕ να μεγαλώσουν σε μέγεθος, ώστε να εκμεταλλευτούν τις οικονομίες κλίμακας.

Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0», ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, περιλαμβάνει μία σειρά κινήτρων για την ανάπτυξη συνεργασιών, συγχωνεύσεων ή εξαγορών, με σκοπό την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, της βελτίωσης των παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και κατ’ επέκταση της δημιουργίας θέσεων εργασίας. Επιπρόσθετα, προβλέπει τη διενέργεια επενδύσεων με σκοπό την αναβάθμιση του εξοπλισμού και των υποδομών ειδικά στη μεταποίηση, τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους. Τέλος, σύμφωνα με το Σχέδιο, θα δοθούν ειδικά φορολογικά κίνητρα με σκοπό την ενίσχυση των πράσινων επενδύσεων, π.χ. σε εξοπλισμό σχετικό με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, την ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση υλικών κ.α..

Επιπλέον, η αύξηση του μεγέθους των ΜμΕ θα τις καταστήσει κατάλληλες και επιλέξιμες για τραπεζικό δανεισμό, ώστε να χρηματοδοτήσουν αναπτυξιακές επενδύσεις.