Deutsche Bank: Μεταμορφωμένες προς το καλύτερο οι ελληνικές τράπεζες – Στο 6% τα ΝPEs το 2022

Τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα βρίσκονται εν τω μέσω μιας μετάβασης, αναφέρει η Deutsche Bank

Μεταμορφωμένες προς το καλύτερο είναι οι ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με ανάλυση της Deutsche Bank, την οποία σας παρουσιάζει το FortuneGreece.

Ειδικότερα, όπως αναφέρεται σχετικά, τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα βρίσκονται εν τω μέσω μιας μετάβασης από την κατοχύρωση της επιβίωσης στην παραγωγή, πλέον, κερδών, με τα βάρη, βέβαια, του παρελθόντος να παραμένουν – έως έναν βαθμό.

Σε γενικές γραμμές, η Deutsche Bank εκτιμά ότι η ανησυχία που υπήρχε για την κεφαλαιακή επάρκεια τείνει να εξαλειφθεί – ιδίως αν ληφθεί υπόψη πως οι εναπομένουσες προσπάθειες για τον καθαρμό από τα κόκκινα δάνεια είναι σχεδόν απίθανο να επηρεάσουν τις προβλέψεις επί επισφαλειών.

Ως εκ τούτου, το μειωμένο κόστος κινδύνου, σε συνδυασμό με την πιστωτική επέκταση που ήδη σημειώνεται λόγω της οικονομικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, θα αποτελέσουν τους κύριους παράγοντες για τη στήριξη της κερδοφορίας των τραπεζών.

Κάπως έτσι, η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) κατά μέσο όρο θα κινηθεί στο 7% μέχρι το 2023, παρά τα κάπως υποτονικά έσοδα. 

Γιατί η ποιότητα του ενεργητικού δεν πρέπει να ανησυχεί;

Η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων σαφώς ανησυχεί λιγότερο τον τελευταίο καιρό, λόγω των τιτλοποιήσεων των τραπεζών. 

Με τις ήδη προγραμματισμένες δράσεις και τις περιορισμένες νέες εισροές, ο δείκτης NPE θα πρέπει να είναι περίπου 6% κατά μέσο όρο μέχρι το τέλος του 2022, γεγονός που, σε συνδυασμό με τα υψηλά επίπεδα κάλυψης, αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντική μείωση του κόστους κινδύνου, σε περίπου 60 μ.β. έως το 2024, και στη συνέχεια να γίνει ο κύριος μοχλός για τη βελτίωση της κερδοφορίας. 

Επιπλέον, οι περισσότερες τράπεζες έχουν υπερεπαρκή κεφάλαια (εκτός από την Πειραιώς, λαμβάνοντας υπόψη τα χαμηλότερα επίπεδα κάλυψης έναντι των ανταγωνιστών), επιτρέποντας πιθανότατα την επιστροφή των μερισμάτων σχετικά σύντομα.

Αύξηση εσόδων

Οι υποκείμενες τάσεις των εσόδων πρόκειται να βελτιωθούν χάρη στην αύξηση των δανείων, αλλά τα καθαρά έσοδα από τόκους (NII) πιθανότατα θα παραμείνουν υπό πίεση λόγω της μείωσης της συνεισφοράς από τα NPEs. Αυτό είναι απίθανο να αντισταθμιστεί πλήρως παρά την ισχυρή απόδοση που αναμένεται από τις προμήθειες. Τούτου λεχθέντος, οι δείκτες κόστους προς βασικό εισόδημα για τις ελληνικές τράπεζες θα συγκλίνουν στο 50% περίπου έως το 2024, χάρη σε περαιτέρω αύξηση της αποτελεσματικότητας.

Τιμές στόχοι

Eν συνόλω, η Deutsche Bank διατηρεί μια θετική άποψη για τις ελληνικές τράπεζες, αν και κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου είναι απίθανο να έχουν σημειώσουν παρόμοια αποτελέσματα με τις ευρωπαϊκές τράπεζες. 

Σε αυτό το πλαίσιο, η γερμανική τράπεζα προκρίνει για την αγορά μετοχών την Εθνική (τιμή στόχος τα 4,5 ευρώ) και την Alpha Bank (τιμή στόχος  στο 1,55), καθώς και οι δύο παρουσιάζουν ισχυρά κεφάλαια (ιδιαίτερα Εθνική) και πιθανή καλή κερδοφορία. 

Η Eurobank (τιμή στόχος 1,15 ευρώ) έχει πιο ώριμο προφίλ, αλλά, σύμφωνα με την Deutsche Bank. Τέλος, η Πειραιώς (τιμή στόχος 1,55 ευρώ) πιθανότατα υστερεί σε κερδοφορία, κεφάλαια και κάλυψη και είναι σε εύλογη τιμή.

Βοηθούν τα μάκρο

Μετά από μια σχεδόν δεκαετή περίοδο ύφεσης και υποαπόδοσης του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, τα πράγματα αρχίζουν να πηγαίνουν καλύτερα, παρότι το 2020 η πανδημία επιβάρυνε πολύ την ελληνική οικονομία, με το πραγματικό ΑΕΠ να συρρικνώνεται κατά -8,8% το 2020 έναντι -6,5% της Ευρωζώνης. 

Αυτό μπορεί να αποδοθεί στη μεγάλη συμβολή των επιχειρήσεων που σχετίζονται με τον τουρισμό στο συνολικό ΑΕΠ (πάνω από 20% προ Covid), το οποίο μειώθηκε κατά περισσότερο από 60% το 2020. Ως αποτέλεσμα, η ανάκαμψη του ΑΕΠ της Ελλάδας είναι πιθανό να είναι υψηλότερη από την ευρωζώνη, δεδομένου ότι η οικονομία άνοιξε και οι περιορισμοί κινητικότητας άρθηκαν, οδηγώντας σε αύξηση των ταξιδιών. 

H Deutsche Bank προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ +8,7% το 2021 έναντι 5,1% της Ευρωζώνης. Για το 2023 εκτιμάται ανάπτυξη περίπου 3,8% έναντι 2,8% στην Ευρωζώνη.

Παράλληλα, η αγορά κατοικίας ανοίγει τον δρόμο για ένα σταθερό τραπεζικό τοπίο.

Η ανάκαμψη των τιμών στις κατοικίες (+8% ετησίως το 3ο τρίμηνο του 21 από τα χαμηλά πανδημίας περίπου, 4% το 2ο τρίμηνο του 20) δείχνει εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία. 

Αξίζει να αναφερθεί ότι ενώ η εγχώρια ζήτηση στα ελληνικά ακίνητα είναι έντονη, το πρόγραμμα Golden Visa, βάσει του οποίου επιτρέπεται σε ξένους να επενδύσουν σε ελληνικά ακίνητα,  έπαιξε σημαντικό ρόλο στις τιμές. 

Στην πραγματικότητα, οι καθαρές άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα στα ακίνητα παρουσίασαν τις υψηλότερες τριμηνιαίες ροές το β’ τρίμηνο του 2021 (+76% ετησίως) από το ξέσπασμα της πανδημίας, ενώ το τρίτο τρίμηνο του 2021 σημείωσαν άνοδο 52% σε ετήσια βάση. Αυτό είναι απόδειξη της αυξανόμενης εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών στην ελληνική οικονομία. Μια ισχυρή αγορά κατοικίας προοιωνίζεται τόσο απορρόφηση πιστώσεων όσο και ποιότητα πίστωσης, καθώς και χαμηλότερες προβλέψεις – συνεπεία και της πτώσης στο ποσοστό ανεργία, που είναι πλέον στο 13,2%.