Το ελληνικό κρασί αντεπιτίθεται

Το ελληνικό κρασί αντεπιτίθεται

Η πορεία του Βαγγέλη Γεροβασιλείου από τις σπουδές του στο Μπορντό ως την παγκόσμια καταξίωση.

Έχουμε συνηθίσει να λέμε πως, όταν η ποιότητα ενός προϊόντος είναι αξεπέραστη, τότε οφείλουµε να το επιλέξουµε «µε κλειστά µάτια». Στην περίπτωση του Βαγγέλη Γεροβασιλείου, µια «τυφλή» δοκιµή των κρασιών του από τους ειδικούς του φηµισµένου περιοδικού Wine & Spirits ανάµεσα σε 12.500 δείγµατα τοποθέτησε το κτήµα του για πέµπτη συνεχή χρονιά στα εκατό καλύτερα οινοποιεία του πλανήτη και τον ίδιο στους έξι καλύτερους παραγωγούς παγκοσµίως.

Οι κορυφαίες διακρίσεις του Κτήµατος Γεροβασιλείου από το έγκυρο αµερικανικό περιοδικό κρασιού αποτελούν µέρος της καθηµερινότητας του Βορειοελλαδίτη παραγωγού. Και δεν είναι οι µόνες. «Η διάκριση από το Wine & Spirits ήταν η αρχή για φέτος» λέει στο Fortune. «Τον Νοέµβριο ανακοινώθηκε ότι και το αµερικανικό περιοδικό Wine Spectator αξιολόγησε τα κρασιά µας στα 100 κορυφαία του κόσµου, σε σύνολο 18.000 οίνων».

Για τον Βαγγέλη Γεροβασιλείου, η οινολογία και η ενασχόληση του µε το κρασί είναι χωρίς δεύτερη σκέψη η «καλύτερη δουλειά του κόσµου». Με καταγωγή από την Επανοµή Θεσσαλονίκης και προερχόµενος από αγροτική οικογένεια, επέλεξε έναν δρόµο τον οποίο ο πατέρας του δεν ενέκρινε – τουλάχιστον στην αρχή. «Θυµάµαι τον πατέρα µου να δουλεύει από το πρωί µέχρι το βράδυ στα χωράφια. Το όνειρο των γονιών τότε ήταν να σπουδάσουµε και να πάµε στο Δηµόσιο! Όταν τελείωσα τις σπουδές µου και είπα ότι θα κάνω δική µου δουλειά στον τοµέα της γεωργίας, µε αποθάρρυνε. Ήταν αντίθετος. Όµως εγώ επέµενα, δικαιώθηκα και ο ίδιος καµάρωσε το ξεκίνηµά µου».

Το πρώτα βήµατα στο δρόµο του κρασιού
Με σπουδές οινολογίας στο Μπορντό στα µέσα της δεκαετίας του 1970, ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου γύρισε στην Ελλάδα και εργάστηκε από το 1997 για 23 χρόνια ως οινολόγος στο Κτήµα Porto Carras – µια εµπειρία η οποία αποτέλεσε το µεγαλύτερο «σχολείο» για τον ίδιο. «Βγήκαµε πολλές φορές ανάµεσα στα καλύτερα κρασιά του κόσµου, όπως µε το Chateau Carras του 1993. Εκείνα τα χρόνια αυτή η επιτυχία για την Ελλάδα ήταν κάτι πρωτοφανές. Το κτήµα Porto Carras αποτέλεσε ένα παράδειγµα για τους επόµενους και φυσικά και για µένα».

Παράλληλα µε το Porto Carras, ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου αρχίζει για πρώτη φορά τη δική του προσπάθεια. Επιστρέφει στις ρίζες του, την Επανοµή Θεσσαλονίκης, µια περιοχή µε µακρά παράδοση στην αµπελουργία και τον αγροτικό τοµέα, και ξεκινά το δικό του Κτήµα το 1983. Όπως λέει ο ίδιος, η επιλογή του τόπου δεν ήταν τυχαία. «Η περιοχή της Επανοµής είναι µια µικρή χερσόνησος που κλείνει τον κόλπο του Θερµαϊκού. Έχουµε θάλασσα από τρεις πλευρές και ένα διαρκές δροσερό αεράκι, που χαµηλώνει τις θερµοκρασίες του σταφυλιού».

Το ιδανικό µικροκλίµα της Επανοµής συνδυάστηκε µε τις κατάλληλες συνθήκες του αµµώδους και αργυλοασβεστώδους εδάφους για να δώσει αµέσως εξαιρετικά δείγµατα ποιοτικού ελληνικού οίνου, σε µια εποχή όπου η φήµη των ελληνικών κρασιών δεν βοηθά την εξάπλωσή τους στις αγορές του εξωτερικού. «Μόλις την τελευταία 20ετία το ελληνικό κρασί και ιδιαίτερα το λευκό γίνεται αποδεκτό στο εξωτερικό» αναφέρει ο ίδιος. «Αυτό είναι κάτι που το βλέπουµε συνεχώς. Τα περιοδικά, οι διαγωνισµοί και οι γευσιγνώστες δείχνουν ότι υπάρχει µια δυναµική στο ελληνικό κρασί, και αυτό είναι ξεκάθαρο».

Η αναβίωση της Μαλαγουζιάς
Έχοντας δώδεκα αρχικά στρέµµατα του πατρικού κτήµατος και αγοράζοντας άλλα 36, ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου φύτεψε µόνο ελληνικές ποικιλίες – κυρίως µαλαγουζιά και ασύρτικο. Η πίστη του στο ελληνικό κρασί τον οδήγησε στην καθιέρωσή του ως αναβιωτή της µαλαγουζιάς, αν και η καλλιέργειά της ξεκίνησε, όπως ο ίδιος λέει, συγκυριακά. «Όταν ήµουν στο Porto Carras, συνεργαζόµασταν µε τον καθηγητή Αµπελουργίας Βασίλη Λογοθέτη, που συνέλεγε ξεχασµένες και άγνωστες ποικιλίες για να τις διασώσει. Από αυτές που έφερε, η µία ήταν η µαλαγουζιά. Είδαµε το ποιοτικό της δυναµικό, την πολλαπλασιάσαµε και κάναµε τα πρώτα κρασιά το διάστηµα 1977-1978». Η εξέλιξη της µαλαγουζιάς και η καλλιέργεια άλλων ελληνικών ποιοτικών ποικιλιών έφεραν το Κτήµα Γεροβασιλείου στην εξαιρετικά ευχάριστη θέση να διαθέτει ανελλιπώς τα τελευταία 30 χρόνια ολόκληρη την παραγωγή του στην αγορά. Μια άκρως ευνοϊκή δραστηριότητα, η οποία ενισχύει τον τζίρο της εταιρείας κατά 10-15% ετησίως, ανάλογα µε την αύξηση της παραγωγής, επεκτείνοντας την έκταση του Κτήµατος Γεροβασιλείου στα 560 στρέµµατα και ανεβάζοντας την παραγωγή στις 300.000-350.000 φιάλες ετησίως. Μεταξύ αυτών, το 75% είναι λευκός οίνος και το υπόλοιπο ερυθρός, ενώ, όπως ήταν αναµενόµενο, η έµφαση δίνεται στη µαλαγουζιά και το ασύρτικο από τα λευκά και στο ληµνιό από τα ερυθρά. Χωρίς αυτό να σηµαίνει ότι και οι υπόλοιπες ελληνικές ποικιλίες (µαυροτράγανο, µαυρούδι) δεν τραβούν την προσοχή. Άλλωστε, το Avaton 2011 (ληµνιό, µαυρούδι και µαυροτράγανο) κέρδισε µια θέση στα 100 καλύτερα κρασιά του κόσµου στη φετινή λίστα του Wine & Spirits. Αξίζει να σηµειωθεί πως από τα αµπέλια της Επανοµής Θεσσαλονίκης παράγονται και οι ποικιλίες Sauvignon Blanc, Chardonnay, Viognier και Syrah.

Οι δυνατότητες του ελληνικού οίνου
Η φήµη του ελληνικού κρασιού κερδίζει διαρκώς έδαφος στις αγορές του εξωτερικού τα τελευταία χρόνια, ενώ επανέρχεται δυναµικά στις επιλογές του εγχώριου νεανικού κοινού. «Ξαναβρήκαµε τις ρίζες µας» σχολιάζει ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου, θέλοντας να τονίσει την άνοδο του κρασιού στις προτιµήσεις των νέων τα τελευταία χρόνια, παρότι η οικονοµική κρίση που άρχισε το 2008 έριξε για µικρό χρονικό διάστηµα την κατανάλωση. Μια άνοδος η οποία συνοδεύεται κι από την ενισχυµένη παρουσία των κρασιών του στο εξωτερικό, µε τη θέση τους στις αγορές των ΗΠΑ και του Καναδά να ισχυροποιείται. «Σήµερα εξάγουµε περίπου το 30-35% της παραγωγής µας. Η Ευρώπη δείχνει –ακόµη– περισσότερο ενδιαφέρον για το ελληνικό κρασί, όµως αυτό ανατρέπεται και ισχυροποιείται η παρουσία µας στην αγορά της Βόρειας Αµερικής. Αυτή η εξέλιξη µας δίνει κουράγιο, γιατί οι µη ευρωπαϊκές χώρες είναι πολύ πιο ανοιχτές στα ποιοτικά κρασιά, χωρίς να έχουν κάποια προκατάληψη, όπως στην Ευρώπη».

Η κυρίαρχη άποψη ότι η Γαλλία κάνει τα καλύτερα κρασιά δυσχεραίνει την ευρωπαϊκή πορεία του ελληνικού οίνου, δίχως ωστόσο αυτό να αποτελεί τροχοπέδη στην εξαιρετικά επιτυχηµένη παρουσία των κρασιών Γεροβασιλείου σε εστιατόρια και ξενοδοχεία του εξωτερικού. Άλλωστε, όπως τονίζει και ο παραγωγός, η πορεία του ποιοτικού ελληνικού κρασιού κατάφερε να ξεφύγει από την προχειρότητα του παρελθόντος και να κερδίσει µια θέση δίπλα στους µεγάλους ανταγωνιστές του, έχοντας ως εφόδια την ξεχωριστή γεύση των εγχώριων ποικιλιών αλλά και την άριστη σχέση ποιότητας-τιµής. «Όταν ξεκίνησα να ασχολούµαι µε την οινοποιία δεν µπορούσα σε καµία περίπτωση να φανταστώ ότι το ελληνικό κρασί θα σηµείωνε την άνθηση που έχει τα τελευταία χρόνια και εγώ να αποτελώ µέρος της» σχολιάζει ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου.

Η Βιβλία Χώρα και η παρουσία στη Νότια Αφρική
Η εύρεση διεξόδου στο δύσκολο πρόβληµα της περιορισµένης παραγωγής οίνου λόγω του κατακερµατισµένου κλήρου στην Ελλάδα έφερε το 1998 τον Βαγγέλη Γεροβασιλείου και τον κουµπάρο του Βασίλη Τσακτσαρλή στις πλαγιές του όρους Παγγαίου κοντά στην Καβάλα. «Επειδή τα περιθώρια επέκτασης στην Επανοµή ήταν πολύ µικρά και βλέποντας ότι η αγορά του ποιοτικού κρασιού αυξάνει, ιδρύσαµε το Κτήµα Βιβλία Χώρα, που σήµερα φτάνει τα 350 στρέµµατα. Το 2011 ολοκληρώθηκε το οινοποιείο, το οποίο θεωρώ ότι αυτή τη στιγµή είναι το καλύτερο της Ελλάδας, από άποψη τεχνολογίας και οµορφιάς». Τα κρασιά Βιβλία Χώρα συνεχίζουν µια παράδοση που κρατά από τις αρχαίες αποικίες των Φοινίκων, οι οποίοι πρώτοι έφεραν στην περιοχή τη λεγόµενη ποικιλία βυβλία, η οποία παρήγε τον περίφηµο βίβλινο οίνο». Εξ ου και η ονοµασία του κτήµατος, όπως λέει και ο συνιδρυτής του, οι δραστηριότητες του οποίου αύξησαν τον συνολικό αριθµό των εργαζοµένων και τα δύο κτήµατα στους 65.

Παράλληλα, οι δραστηριότητες του Βαγγέλη Γεροβασιλείου επεκτάθηκαν και εκτός Ελλάδας. Μαζί µε τον Βασίλη Τσακτσαρλή και τον Τάκη Σολδάτο δηµιούργησαν το 2006 το οινοποιείο Escapades, στο Stellenbosch της Νότιας Αφρικής. Η κίνηση αυτή συνδύασε την επιχειρηµατική επέκταση σε µια περιοχή µεσογειακού κλίµατος µε το επόµενο βήµα της καθιέρωσης στο εξωτερικό, ξεκινώντας µε την παραγωγή ξένων ποικιλιών όπως Sauvignon, Cabernet, Shiraz, Semillon και Pinotage. «Είναι σύνηθες για πολλά οινοποιεία να επεκτείνονται και σε άλλες χώρες. Η Γαλλία έχει επεκταθεί σε Χιλή, Αργεντινή και Αυστραλία. Δεν είναι κάτι καινούριο» τονίζει ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου.

Το Μουσείο Οίνου και η παράδοση που περνά από γενιά σε γενιά
Όσοι θέλουν να γνωρίσουν από κοντά τα µυστικά του κρασιού έχουν τη δυνατότητα να επισκεφτούν το Κτήµα Γεροβασιλείου, να συµµετάσχουν σε γευσιγνωσίες, αλλά και να θαυµάσουν το µουσείο µε τα εκατοντάδες εκθέµατα της παραδοσιακής παραγωγής οίνου από τα παλαιά οινοποιεία της περιοχής.

Για το µέλλον, ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου ρίχνει όλο το βάρος στη συνέχιση της οικογενειακής παράδοσής του, µε τα παιδιά του να ετοιµάζονται ήδη να προχωρήσουν την επιχείρηση ένα βήµα παραπέρα. Άλλωστε, όπως υποστηρίζει, η γαλλική παιδεία του στο κρασί τού έχει διδάξει από πρώτο χέρι πως τα πιο επιτυχηµένα γαλλικά οινοποιεία βρίσκονται σήµερα στα χέρια της 9ης ή της 10ης γενιάς των οικογενειών που τα ξεκίνησαν.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Fortune που κυκλοφορεί στα περίπτερα