Ένας χρόνος EquiFund​: Ανοίγοντας το «παράθυρο» στην οικονοµία της γνώσης

Tο FORTUNE χαρτογραφεί τη δράση του «υπερταμείου» και αποτυπώνει την ανταπόκριση που βρήκε η πρωτοβουλία έναν χρόνο μετά (Μέρος Α’).

«Mε το Equifund αλλάζουμε ριζικά το τοπίο της χρηματοδότησης των μικρομεσαίων και των νεοφυών επιχειρήσεων στην Ελλάδα». Με αυτήν τη φράση στις 16 Απριλίου 2018, κατά τη διάρκεια μιας μεγαλοπρεπούς εκδήλωσης στην Αθήνα, ο τότε αναπληρωτής υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης, Αλέξης Χαρίτσης, παρουσίασε στο ελληνικό κοινό ένα «καινοτόμο χρηματοοικονομικό εργαλείο, στο πλαίσιο, όπως συμπλήρωσε ο αναπληρωτής υπουργός Έρευνας και Καινοτομίας, Κώστας Φωτάκης, «μιας ολιστικής κυβερνητικής προσέγγισης για τη διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού προτύπου, αυτού της οικονομίας της γνώσης».

Το εργαλείο αυτό δεν είναι άλλο από το λεγόμενο «υπερταμείο» ή «Fund of Funds»: το Ταμείο Επιχειρηματικών Συμμετοχών –Equi(ty)Fund–, το οποίο συγκροτήθηκε από το υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης, σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (EIF), για να στηρίξει ερευνητές, φοιτητές όλων των βαθμίδων, υφιστάμενους και νέους επιχειρηματίες, καθώς και καινοτόμες και δυναμικές επιχειρήσεις που αναζητούν τρόπους υλοποίησης και χρηματοδότησης της επιχειρηματικής τους ιδέας.

Για πρώτη φορά στη χώρα, έπειτα από πολυετείς μελέτες και διαβουλεύσεις, η επενδυτική πλατφόρμα του EquiFund ανέλαβε το έργο της ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας με έναν πρωτοποριακό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα τρόπο, δηλαδή τη διάθεση πόρων μέσα από εννέα funds-υποταμεία, τα οποία συνεπενδύουν στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρικών σχημάτων (equity funding) σε τρία «παράθυρα» δυναμικότητας: στον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας (Innovation Window), τον τομέα γενικής επιχειρηματικότητας για επιχειρήσεις σε αρχικά στάδια (Early Stage Window) και τον τομέα γενικής επιχειρηματικότητας για επιχειρήσεις σε στάδιο ανάπτυξης (Growth Window). Μάλιστα, με το σύστημα του equity financing που εφαρμόζει το EquiFund, τα funds δεν επενδύουν μόνο χρηματικά ποσά, αλλά και τεχνογνωσία, δικτύωση και επιχειρηματικές συμβουλές, δηλαδή «έξυπνο χρήμα» («smart money»), σε αντάλλαγμα για τη συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων.

Έναν χρόνο μετά την ενεργοποίηση του EquiFund και τις αρχικές εκτιμήσεις για διάθεση πόρων που θα μπορούσαν να «αγγίξουν» το ένα δισ. ευρώ, με την περίοδο επένδυσης να έχει οριστεί μεταξύ 2018-2023 και την περίοδο αποεπένδυσης έως το 2028, το Fortune προσπάθησε να «χαρτογραφήσει» τη δράση του «υπερταμείου» και να αποτυπώσει τόσο την ανταπόκριση που βρήκε η πρωτοβουλία όσο και τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει στα επόμενα βήματά της.

Έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον

Για τον γενικό γραμματέα Δημοσίων Επενδύσεων του υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, Παναγιώτη Κορκολή, το EquiFund αποτελεί ένα φιλόδοξο χρηματοδοτικό πρόγραμμα που στοχεύει σε ποιοτικά αποτελέσματα, στην κατεύθυνση ενίσχυσης της καινοτομίας, της εξωστρέφειας και της παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας.

«Το EquiFund σχεδιάστηκε έτσι ώστε να βοηθά στη δημιουργία ενός ελληνικού οικοσυστήματος Equity – Venture Capital, ενσωματώνοντας την πείρα από παλαιότερες πιλοτικές προσπάθειες τύπου Jeremie» εξηγεί και υπενθυμίζει ότι, δεδομένης της χρόνιας δυσκολίας του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει επαρκώς τις ΜμΕ, και ιδιαίτερα τις πιο καινοτόμες εξ αυτών, η έμφαση έπρεπε να δοθεί σε εναλλακτικούς δρόμους χρηματοδότησης.

Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Κορκολή, που κατέχει τη θέση του προέδρου στο Ανώτατο Συμβούλιο του EquiFund, η πορεία υλοποίησης του «υπερταμείου» φαίνεται να δικαιώνει την αρχική απόφαση. «Με την καθοδήγηση του EIF, το χρονοδιάγραμμα για την ενεργοποίηση του EquiFund δεν παρέκκλινε καθόλου, η επιλογή των fund managers ολοκληρώθηκε εμπρόθεσμα και –το κυριότερο– δεσμεύτηκε το σύνολο των δημόσιων πόρων που είχαν αποφασιστεί να διατεθούν από το ΕΣΠΑ, διαμορφώνοντας ένα χαρτοφυλάκιο υπερδιπλάσιο των 200 εκατ. ευρώ των πόρων του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία» (ΕΠΑΝΕΚ), αφού σ’ αυτό προστέθηκαν 210 εκατ. ευρώ ιδιωτών επενδυτών, διαμορφώνοντας το προς επένδυση σύνολο στα 410 εκατ. ευρώ. Αυτό αποτελεί μια πρώτη επιτυχία καθόλου αμελητέα, γιατί αποδεικνύει με έμφαση ότι το ενδιαφέρον των ιδιωτών επενδυτών υπήρξε αρκετά έντονο» επισημαίνει. Παράλληλα εξηγεί ότι σε αυτόν τον πρώτο χρόνο παρουσίας του EquiFund «στο επίπεδο της επενδυτικής δραστηριότητας έχουμε να επιδείξουμε σημαντικά αποτελέσματα πραγματικών επενδύσεων σε εταιρείες. Η δεύτερη σημαντική επιτυχία είναι ότι ο ρυθμός δέσμευσης των κεφαλαίων σε επιχειρήσεις βαίνει αυξανόμενος γεωμετρικά».

Με τη θέση αυτή συμφωνεί και ο Γιάννης Τσακίρης, Head of Division, SE Europe & EU Neighbourhood Mandate Management του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων, που προσθέτει ότι, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία που διαθέτει το υπουργείο Οικονομίας και η Γενική Γραμματεία Έρευνας & Τεχνολογίας του υπουργείου Παιδείας, 33 καινοτόμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις υποστηρίχθηκαν από το EquiFund έως το τέλος του 2018, με το ποσό που επενδύθηκε να ξεπερνά τα 20 εκατ. ευρώ. «Η επενδυτική δραστηριότητα διπλασιάστηκε μέσα σε ένα τρίμηνο και προέρχεται αποκλειστικά από τα παράθυρα Innovation και Early Stage, όπου το μέγεθος των funds έχει φτάσει τα 212 εκατ. ευρώ. Αναμένουμε να δούμε σύντομα τις πρώτες επενδύσεις και στο παράθυρο του Growth, όπου το μέσο ποσό ανά επένδυση είναι σημαντικά υψηλότερο, αλλά και η ωρίμανση των επενδύσεων παίρνει περισσότερο χρόνο».

Σύμφωνα με τον Γιάννη Τσακίρη, γνώστη της αγοράς των Κεφαλαίων Επιχειρηματικών Συμμετοχών (Venture Capital), η αυξημένη μόχλευση των ιδιωτών επενδυτών αποτελεί ένδειξη εμπιστοσύνης προς την οικονομία, αλλά και ένδειξη ότι «ο Έλληνας επιχειρηματίας έχει το ταλέντο και την ιδέα και δεσμεύεται να δημιουργήσει πλούτο για τους μετόχους στην επιχειρηματική του προσπάθεια». Η προσέλκυση επενδυτών, όπως εκτιμά ο ίδιος, θα έχει ως αποτέλεσμα το EquiFund να αποτελέσει καταλύτη για ένα ισχυρό και ολοκληρωμένο οικοσύστημα επιχειρηματικών συμμετοχών, που συνεπάγεται γρήγορη και υγιή ανάπτυξη των εταιρειών.

«Το EquiFund προσφέρει κάτι περισσότερο από χρηματοδότηση – προσφέρει εμπιστοσύνη. Την εμπιστοσύνη που χρειάζονται όλοι οι ενδιαφερόμενοι για να επενδύσουν τον χρόνο τους, την προσπάθειά τους και/ή τα χρήματά τους, συμμετέχοντας στην πρωτοβουλία αυτή, και συνεπώς και στο ελληνικό οικοσύστημα επιχειρηματικών συμμετοχών».

Κομβικό ρόλο στην οικοδόμηση της εμπιστοσύνης παίζει, σύμφωνα με τον Παναγιώτη Κορκολή, η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων στο εγχείρημα, με βάση και την εξειδικευμένη εμπειρία, αξιοπιστία και τεχνογνωσία των συγκεκριμένων χρηματοδοτικών μορφών που διαθέτει. Όπως τονίζει ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομίας, «η δυναμική του Ταμείου Επιχειρηματικών Συμμετοχών μπορεί να αλλάξει τη θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό χάρτη των venture capitals και σταδιακά να καλλιεργήσει άλλη επιχειρηματική κουλτούρα και στροφή στην αναζήτηση τέτοιων σύγχρονων καινοτόμων χρηματοδοτικών εργαλείων. Μην ξεχνάμε ότι το EquiFund είναι το μεγαλύτερο ταμείο με δημόσιους πόρους του είδους του στην Ευρώπη».

Τα επόμενα βήματα του EquiFund  και το «στοίχημα» του νέου παραγωγικού μοντέλου

Για μια χώρα που βρίσκεται στην 22η θέση στην Ε.Ε. των «28» όσον αφορά την επίδοσή της στην ανάπτυξη της καινοτομίας, την ώρα που ήδη εξελίσσεται η Δ’ Βιομηχανική Επανάσταση, και στην οποία οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σύμφωνα με την Κομισιόν, παράγουν το 63,6% της προστιθέμενης αξίας της οικονομίας και το 85,2% της απασχόλησης, υπερβαίνοντας αρκετά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (56,8% και 66,4%, αντίστοιχα), γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι κάθε πρωτοβουλία όπως αυτή του EquiFund που μπορεί να ενισχύσει καινοτόμες startups και ΜμΕ, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και εισάγοντας τεχνογνωσία, αποτελεί προτεραιότητα που πρέπει να στηριχθεί ποικιλοτρόπως.

Εργαζόμενοι σε ΜμΕ στην Ε.Ε.
Εργαζόμενοι σε ΜμΕ στην Ελλάδα.

«Μια πρωτοβουλία αυτού του μεγέθους και της εμβέλειας αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, η επίλυση των οποίων απαιτεί περισσότερα από την εμπειρία του EIF. Απαιτεί εξίσου πολιτική δέσμευση και τεχνική συνεργασία με τις εθνικές αρχές. Το EIF ήταν τυχερό να τα έχει και τα δύο στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας EquiFund. Ο χρόνος είναι επίσης ουσιαστικός για τέτοιες πρωτοβουλίες. Επί του παρόντος ετοιμάζουμε νέες ενέργειες εν όψει και της νέας προγραμματικής περιόδου που ξεκινάει το 2021» επισημαίνει ο Γιάννης Τσακίρης.

Συνολικά 33 καινοτόμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις υποστηρίχθηκαν από το EquiFund έως το τέλος του 2018, με το ποσό που επενδύθηκε να ξεπερνά τα 20 εκατ. ευρώ.

Γιάννης Τσακίρης, European Investment Fund (EIF)

«Έχουμε εισέλθει σε έναν “ενάρετο” οικονομικό κύκλο» παρατηρεί, από την πλευρά του, ο Παναγιώτης Κορκολής, αναφερόμενος στις πρόσφατες θετικές μακροοικονομικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, που είναι εξαιρετικά κρίσιμες για την προσέλκυση επενδυτών στο πλαίσιο του EquiFund. Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι μεγάλο μέρος της ευθύνης για την αποδοτικότητα της πρωτοβουλίας πρέπει να έχουν η κυβέρνηση και η παραμονή στην πορεία μιας αναπτυξιακής στρατηγικής που θα ενισχύει την οικονομία της γνώσης με σκοπό την ανάσχεση του Brain Drain. Όπως σημειώνει, το EquiFund αποτελεί μέρος ενός συνολικού σχεδίου του υπουργείου Οικονομίας και συμπληρώνει ένα πλέγμα δράσεων που περιλαμβάνει κλασικές επιχορηγήσεις και κίνητρα προς ΜμΕ και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία που ενισχύουν περαιτέρω το σχετικό οικοσύστημα.

«Χρειάζεται δουλειά, συνεχής προσπάθεια και εξειδίκευση. Η χώρα μας πρέπει να συμμετέχει με ισότιμους όρους στην παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα που στηρίζεται στις νέες τεχνολογίες, στη μεταποίηση και στην Δ’ Βιομηχανική Επανάσταση, ώστε δίπλα στους παραδοσιακούς κλάδους να αποκτήσει ισχυρές εναλλακτικές πηγές πλούτου. Η στρατηγική αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από μέτρα για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και μεταρρυθμίσεις του κράτους για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών του προς τις επιχειρήσεις και τους πολίτες» τονίζει ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομίας.

Για την ώρα, με δεδομένο ότι η πορεία υλοποίησης του EquiFund έχει κάποια ορόσημα, το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στον ιδιωτικό τομέα και στους διαχειριστές των ταμείων. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Κορκολή, είναι κρίσιμη, επίσης, η ποιότητα σύζευξης και συνεργασίας των επενδυτών και των επιχειρήσεων-startups, ώστε η προσφορά να κουμπώσει με τη ζήτηση, τόσο με ποσοτικούς όσο και με ποιοτικούς όρους. «Το ελπιδοφόρο μήνυμα από τη μέχρι στιγμής εξέλιξη», όπως επισημαίνει ο Παναγιώτης Κορκολής, «είναι ότι υπάρχουν αξιόλογες επιχειρήσεις που μπορούν να αξιοποιήσουν τους πόρους σε όφελος δικό τους, αλλά και της ελληνικής οικονομίας. Είμαι αισιόδοξος και πιστεύω ότι κατά την τελική αξιολόγηση θα δείξουμε πολλά και πετυχημένα παραδείγματα επιχειρήσεων που ωφελήθηκαν από το EquiFund».

* To αφιέρωμα δημοσιεύεται στο περιοδικό Fortune που κυκλοφορεί στα περίπτερα – Την Κυριακή δείτε το Β’ Μέρος με δηλώσεις από εκπροσώπους των επενδυτικών ταμείων και στοιχεία επενδύσεων.