Επιστρέφουν στο προσκήνιο οι ανησυχίες για τα ελληνικά ομόλογα

Οι υψηλές αποδόσεις που ανησυχούν, ο παράγοντας της Ιταλίας, οι εξελίξεις στην εσωτερική πολιτική σκηνή και οι εκτιμήσεις των αναλυτών.

Επιστρέφουν στο προσκήνιο οι ανησυχίες για τις επιδόσεις των ελληνικών ομολόγων, οι οποίες παραμένουν πάνω από το 4%.  Η Capital Economics σε έκθεσή της για τις ευρωπαϊκές προοπτικές, χτυπάει καμπανάκι ότι το αυξανόμενο κόστος δανεισμού μπορεί να ανακόψει την ανάπτυξη και αυτό με τη σειρά του να εμποδίσει την επίτευξη των συμφωνημένων στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά και να εντείνει τις πιέσεις στις τράπεζες.

«Έχοντας μόλις εξέλθει από το πρόγραμμα στήριξης, η Ελλάδα ήδη αντιστέκεται στη λιτότητα» σχολιάζουν οι ειδικοί της CE και προσθέτουν ότι «ενώ αυτό θα μπορούσε να στηρίξει την δοκιμαζόμενη οικονομία, είναι πιο πιθανό να οδηγήσει σε νέα αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων πλήττοντας την ανάπτυξη και εγείροντας τον κίνδυνο νέας κρίσης».

Η κυβέρνηση βλέπει σταδιακή αποσύνδεση των ελληνικών από τα ιταλικά ομόλογα, όπως προκύπτει και από τη συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Μάριο Ντράγκι και τον Μπενουά Κερέ. Η συνάντηση έγινε σε πολύ καλό κλίμα και -σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές- το συμπέρασμα από τη συζήτηση μεταξύ των τριών είναι η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας και η διαρκής βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών που οδηγούν στην εκτίμηση ότι θα αρχίσουν να αναγνωρίζονται και από τις αγορές το επόμενο διάστημα.

Αλλά η Ιταλία δεν είναι ο μόνος ούτε ο κυριότερος παράγοντας πίεσης. Η Capital Economics θυμίζει ότι ύστερα από ένα δυναμικό ξεκίνημα, το ελληνικό ΑΕΠ «μετά βίας αναπτύχθηκε» το δεύτερο τρίμηνο και χαρακτηρίζει υπερβολικά αισιόδοξη την εκτίμηση της ελληνικής κυβέρνησης για την ανάπτυξη.

Ενδεχόμενη αποτυχία των προβλέψεων θα σήμαινε αδυναμία επίτευξης και του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, σημειώνει.

«Ενώ η λιγότερο σφιχτή δημοσιονομική πολιτική μπορεί να αφήσει χώρο στην οικονομία να αναπτυχθεί, φαίνεται ότι τα όποια οφέλη θα αντισταθμιστούν από την αύξηση του κόστους δανεισμού και τις επιπτώσεις τους. Να σημειωθεί ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ευρωζώνης, στην οποία έχουμε διάχυση από την Ιταλία» αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση. Σε αυτό το περιβάλλον, διαμηνύει, «οι ελληνικές τράπεζες αποτελούν πηγή μεγάλης ανησυχίας».

Η CE βλέπει επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης σε μόλις 1% έως το 2020, γεγονός που με τη σειρά του θα οδηγήσει σε επιδείνωση των δημοσιονομικών. «Πιστεύουμε ότι η κυβέρνηση θα χρειαστεί περισσότερη στήριξη όταν το μαξιλάρι ρευστότητας εξαντληθεί φέτος. Και υπάρχει κίνδυνος τα πράγματα να χειροτερέψουν νωρίτερα» καταλήγει.

Νέες αναταράξεις στα ελληνικά ομόλογα φέρνουν οι πολιτικές εξελίξεις

Παράλληλα, η παραίτηση του Νίκου Κοτζιά δημιούργησε αναστάτωση στις αγορές, καθώς θεωρείται ότι μεγαλώνει το πολιτικό ρίσκο γύρω από την Ελλάδα, έστω και εάν οι πρόωρες εκλογές έχουν αποτιμηθεί πλήρως από τους επενδυτές.

Ωστόσο οι ξένοι διαχειριστές βάζουν πλέον στην εξίσωση που ονομάζεται Ελλάδα το ενδεχόμενο της «έκτακτης» κάλπης στο αμέσως επόμενο διάστημα, γεγονός που σημαίνει ότι πολλά θα μπουν στον «πάγο» ή θα βγουν από το προσκήνιο –όπως οι εκκρεμότητες με τους δανειστές, το πρόβλημα των ελληνικών τραπεζών– λόγω της ανόδου της πολιτικής «θερμοκρασίας».

Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς σκαρφαλώνει σήμερα στο 4,44%, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξης του 2,66% ή 11 μονάδων βάσης, σε σχέση με το χθεσινό κλείσιμο στο 4,33%, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg. Την ίδια ώρα η απόδοση του 10ετους ιταλικού παρουσιάζει μικρότερη άνοδο της τάξης του 1,21% ή τεσσάρων μονάδων βάσης σε σχέση με το χθεσινό κλείσιμο, στο 3,59%.

Τι βλέπει η JP Morgan για ομόλογα και τράπεζες

Οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται σε καλύτερη θέση από ό,τι δείχνουν οι πρόσφατες κινήσεις στις μετοχές τους, σημειώνει ο αμερικανικός οίκος σε έκθεσή του μετά τις επαφές που είχε με Έλληνες αξιωματούχους και επενδυτές στο Μπαλί, στο πλαίσιο των συνεδρίων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Όπως αναφέρει, και οι τέσσερις τράπεζες έχουν πετύχει τους στόχους μείωσης των NPLs και έχουν περάσει τα stress tests. Επιπροσθέτως, δεν έχουν μεγάλη σύνδεση με την Τουρκία ή την Ιταλία. Δεν έχουν μειωθεί οι καταθέσεις και οι μετοχές είναι πιθανό να ανακάμψουν καθώς θα βελτιώνεται το επιχειρηματικό κλίμα και θα ενισχύεται η απασχόληση.

Ο επενδυτικός οίκος σημειώνει ότι δεν υπάρχουν βραχυπρόθεσμες ανησυχίες για την ελληνική οικονομία. Όπως αναφέρει, η οικονομική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης επικεντρώνεται σε τρεις προτεραιότητες:

– Μια ξεκάθαρη οδό όσον αφορά στη χρηματοδότηση των επόμενων 10-15 ετών

– Τη δημιουργία ενός σχεδίου βιώσιμης ανάπτυξης και

– Τη διατήρηση ενός «μαξιλαριού» ρευστότητας.

Όσον αφορά στη χρηματοδότηση, Έλληνες αξιωματούχοι σημείωσαν ότι η μέση ωρίμανση του ελληνικού χρέους ξεπερνά τα 25 χρόνια, οπότε η Αθήνα έχει 10-15 χρόνια για να διαχειριστεί το ύψος των τίτλων που εκκρεμούν.

Η αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας δίνει έμφαση στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και των υποδομών. Οι αξιωματούχοι βλέπουν αύξηση του ΑΕΠ κατά 2-2,1% φέτος και 2,4% το 2019, αλλά το ζήτημα είναι οι εν λόγω ρυθμοί ανάπτυξης να καταστούν βιώσιμοι μακροπρόθεσμα.