Πώς βλέπουν οι διεθνείς οίκοι την πορεία των επενδύσεων στην Ελλάδα με τη νέα κυβέρνηση

Ingram Publishing

Οι εκτιμήσεις των επενδυτών για το επόμενο έτος, με βάση τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν από την πολιτική αλλαγή.

Τις πρώτες τους εκτιμήσεις για την πορεία των επενδύσεων στην Ελλάδα μετά την αλλαγή κυβέρνησης, εκφράζουν δημόσια επενδυτικοί οίκοι από όλο τον κόσμο.

Σύμφωνα με όσα βλέπουν οι Barclays και Nomura, αναμένουν από το δεύτερο εξάμηνο του 2020 την επαναφορά της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα. Για θετικό γεγονός κάνει λόγο η Citi, η οποία στέκεται στην επίτευξη αυτοδυναμίας της ΝΔ. Αντίστοιχη η εκτίμηση της DBRS.

Νοmura

Η Nomura συστήνει «αγορά» για τα ελληνικά ομόλογα, παρά το ράλι, αν και πιστεύει ότι αργεί ακόμη η επενδυτική βαθμίδα. Το βασικό στήριγμα, σημειώνει, είναι το μεγάλο αποθεματικό ταμειακών διαθεσίμων του δημόσιου τομέα (22 δισ. ευρώ στον λογαριασμό ρευστότητας του ΤΧΣ και άλλα 12 δισ. ευρώ σε λογαριασμούς γενικής κυβέρνησης), τα οποία καλύπτουν τις ανάγκες για περίπου τέσσερα έτη.

Όσον αφορά τη βιωσιμότητα, η Ελλάδα έχει ένα πρωτογενές ισοζύγιο 4% του ΑΕΠ, με χαμηλές δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους, ενώ πληρώνει ένα πραγματικό επιτόκιο 1,6% επί του χρέους της, με μέση διάρκεια λήξης άνω των 21 ετών. Το ελληνικό χρέος είναι πιθανό να είναι εκείνο με τη μεγαλύτερη διάρκεια στον κόσμο μετά τις επεκτάσεις από τους επίσημους πιστωτές. Επίσης, η Ελλάδα θα συνεχίσει να λαμβάνει σημαντικά κέρδη (640 εκατ. ευρώ) από την ΕΚΤ, εάν «τηρήσει τις μεταρρυθμιστικές της δεσμεύσεις».

Υπό αυτά τα δεδομένα η Ελλάδα βρίσκεται σε ασυνήθιστα ευνοϊκή θέση, όπου η νέα προσφορά ομολόγων διαβάζεται ως θετική για την αγορά. Σε αυτό το σενάριο η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι πρόθυμη να εκδώσει ένα νέο ομόλογο αναφοράς μόλις η νέα κυβέρνηση αναλάβει τη διακυβέρνησή της.

Barclays

Σύμφωνα με την Barclays, η εξέλιξη της κρατικής πιστοληπτικής διαβάθμισης της Ελλάδας προς την επενδυτική βαθμίδα και οι προοπτικές ανανέωσης του QE από την ΕΚΤ είναι πιθανό να αποτελέσουν βασικούς μοχλούς για τη μελλοντική δράση των τιμών αγοράς. Δεδομένου του βαθμού απόλυτης αξιολόγησης των οργανισμών, οι περισσότεροι από τους οποίους αποδίδουν σταθερή προοπτική στην Ελλάδα, αναμένει η Ελλάδα να ακολουθήσει μια αργή και σταδιακή πορεία προς την επενδυτική βαθμίδα το 2020 το νωρίτερο.

Εάν η Ελλάδα θα επιτύχει βαθμολογία επενδυτικού βαθμού θα είναι επιλέξιμη για τη συμπερίληψή της στο πρόγραμμα PSPP της ΕΚΤ, η οποία θα έχει έκθεση στο 19% του ελληνικού χρέους ή περίπου 12 δισ. ευρώ, με τη δυνατότητα να αγοράζει περισσότερα καθώς η έκδοση κρατικών ομολόγων αυξάνεται. Εάν υλοποιηθεί, αυτό θα μπορούσε να έχει αξιοσημείωτο αντίκτυπο στην αγορά των ελληνικών ομολόγων, αναφέρει η Barclays.

Η επανέναρξη των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η εξυγίανση του τραπεζικού τομέα και η επανεξισορρόπηση του συνδυασμού πολιτικών -από την πλευρά του φορολογικού τομέα, αποφεύγοντας την πολιτική αβεβαιότητα- είναι κατά τη γνώμη της Barclays τα βασικά συστατικά για τη συνεχή αναζωογόνηση των επενδύσεων και συνεπώς τις μελλοντικές ισχυρές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, μεσοπρόθεσμα.

Citi

Tο ευρέως αναμενόμενο αποτέλεσμα των εκλογών επιβεβαιώνει ότι οι πολιτικοί κίνδυνοι έχουν μειωθεί σημαντικά στην Ελλάδα απ’ ό,τι πριν από τέσσερα χρόνια, αναφέρει σε σχετικό της σημείωμα η Citi. Το μερίδιο των ψήφων για τα εξτρεμιστικά κόμματα έχει ουσιαστικά μειωθεί και τώρα υπάρχει μεγάλη πλειοψηφία των κομμάτων στο Κοινοβούλιο υπέρ μιας σχέσης συνεργασίας με τους διεθνείς πιστωτές της Αθήνας και κυρίως υπέρ της Ευρώπης. Η σχέση αυτή παραμένει ο πιο σημαντικός παράγοντας για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και την ανάκαμψη της χώρας.

Έπειτα από τόσα χρόνια ύφεσης και δημοσιονομικής στενότητας, η απλή προοπτική διακυβέρνησης της πιο φιλικής προς τις επιχειρήσεις Νέας Δημοκρατίας μπορεί να αποδεσμεύσει δυναμική από μόνη της και να προωθήσει την υψηλότερη ανάπτυξη. Η φορολογική πολιτική είναι ήδη λιγότερο περιοριστική, ακόμη και πριν από τις δεσμεύσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη για μείωση των φορολογικών περικοπών. Οι υψηλότερες προοπτικές ανάπτυξης ενδέχεται να επαρκούν για περαιτέρω αναβαθμίσεις της αξιολόγησης του ελληνικού αξιόχρεου. Ωστόσο, σε μεσοπρόθεσμη βάση, παρά τα τρία προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, η πορεία προς την αειφόρο ανάπτυξη και η σταθερή μείωση του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ εξακολουθεί να μην είναι προδιαγεγραμμένη, κατά την άποψη της Citigroup.

DBRS

Την επιτάχυνση της προσπάθειας μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα και τη συνέχιση της στενής συνεργασίας με τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. αναμένει η DBRS, σχολιάζοντας την εκλογή της Νέας Δημοκρατίας. Ωστόσο, επισημαίνει, η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, υιοθετώντας πολιτικές που ενισχύουν την ανάπτυξη, είναι πιθανό να αποτελέσει πρόκληση για τη νέα κυβέρνηση. Όπως αναφέρει ο οίκος, είναι σημαντικό ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα είναι η πρώτη μονοκομματική κυβέρνηση στην Ελλάδα έπειτα από σχεδόν δέκα χρόνια. Αυτό το αποτέλεσμα δίνει στον εκλεγέντα πρωθυπουργό Μητσοτάκη μια ισχυρή εντολή και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία να εφαρμόσει το πολιτικό της πρόγραμμα.

Παρά την πρόοδο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διάφορες προκλήσεις. Το υψηλό μέγεθος των μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολουθεί να επιβαρύνει τις επιδόσεις των ελληνικών τραπεζών και περιορίζει την ικανότητά τους να δανείζουν σε μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Επιπλέον, το ελληνικό δημόσιο χρέος παραμένει πολύ υψηλό, αν και τα μεσοπρόθεσμα μέτρα που υιοθέτησε το Eurogroup τον Ιούνιο του 2018 υποστηρίζουν τη διατηρησιμότητα του χρέους μεσοπρόθεσμα.

Ταυτόχρονα, η επίτευξη ετήσιων πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% έως το 2022 θα συνεχίσει να αποτελεί πρόκληση, αλλά o οίκος αναμένει από τη νέα κυβέρνηση να τηρήσει τις δεσμεύσεις έναντι των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε.

Σχετικά άρθρα