Η Ευρώπη αναβιώνει μια παλιά, άσχημη παράδοση: την απέλαση

REUTERS

Εν μέσω διόγκωσης του λαϊκισμού και του αντί-μεταναστευτικού κλίματος, οι πλούσιες ευρωπαϊκές χώρες απελαύνουν ενδο-ευρωπαϊκούς μετανάστες.

Του Ίαν Μάουντ

Κατά τη διάρκεια της οικονομικής άνθησης της Ισπανίας στις αρχές του 21ου αιώνα, η μετανάστευση αύξησε τον πληθυσμό της χώρας από 40,5 εκατομμύρια κατοίκους σε 46,2. Αλλά με την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης, περίπου 2,2 εκατομμύρια άνθρωποι έφυγαν από τη χώρα, σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής της Ισπανίας.

Οι περισσότεροι ήταν μετανάστες που επέστρεφαν στην πατρίδα τους, αλλά μεταξύ αυτών υπήρχαν 262.000 Ισπανοί, πολλοί από τους οποίους κατευθύνθηκαν βόρεια προς αναζήτηση εργασίας σε πλουσιότερες χώρες όπως η Αγγλία, η Γερμανία και το Βέλγιο.

Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει και πάλι, και οι Ισπανοί γυρίζουν πίσω. Εν μέσω μιας αύξησης των λαϊκίστικων πολιτικών και του αντί-μεταναστευτικού κλίματος, οι πλουσιότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν αρχίσει να απελαύνουν ενδο-ευρωπαϊκούς μετανάστες, ιδιαίτερα εκείνους που προέρχονται από τη Νότια Ευρώπη και από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, οι οποίες έχουν μεγάλους πληθυσμούς Ρομά.

Μια οδηγία της ΕΕ του 2004 αποτελεί τη δικαιολογία για τις χώρες της ΕΕ να απελάσουν ανθρώπους που έχουν γίνει ένα «υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους-μέλους υποδοχής.»

Ο αριθμός των Ευρωπαίων που απελάθηκαν από το Βέλγιο αυξήθηκε από 343 το 2010 σε 2.712 πέρυσι, όταν 323 Ισπανοί, Ιταλοί 265 και 176 Γάλλοι έχασαν τις άδειες παραμονής τους. 1.200 Ρουμάνοι και Βούλγαροι επίσης απελάθηκαν. Ομοίως, για να περιοριστεί ο λεγόμενος «τουρισμός πρόνοιας», η Γερμανία εξετάζει το ενδεχόμενο να επιβάλει όριο μεταξύ τριών και έξι μηνών για τους μετανάστες μέχρι να βρουν εργασία ή να φύγουν.

Η Κατερίνα Λιζένκοβα, ερευνήτρια στο Εθνικό Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών, ένα βρετανικό think tank, λέει ότι το αντί-μεταναστευτικό κλίμα στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη είναι η απάντηση στην επέκταση της ΕΕ το 2004, η οποία ενσωμάτωσε δέκα νέες χώρες, καθώς και της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης.

«Το Ηνωμένο Βασίλειο γνώρισε μια τεράστια εισροή μεταναστών, μετά το 2004. Και σε δύσκολους καιρούς, οι άνθρωποι τείνουν να είναι λιγότερο φιλόξενοι», λέει.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον δήλωσε ότι η κυβέρνησή του Συντηρητικού Κόμματος έχει ως στόχο να μειώσει την ετήσια καθαρή μετανάστευση από «εκατοντάδες χιλιάδες» σε «δεκάδες χιλιάδες». Σε μια πρόσφατη μελέτη, η Λιζένκοβα μαζί με άλλους συγγραφείς σχηματοποιούν το τι θα συμβεί αν η καθαρή μετανάστευση μειωθεί στο μισό από το επίπεδο του 2012, στα 177.000 άτομα. Οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι μέχρι το 2060 το ΑΕΠ θα μειωθεί κατά 11% και η κυβέρνηση θα πρέπει να αυξήσει τους φόρους εισοδήματος κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες για να αναπληρώσει τις ελλείψεις του προϋπολογισμού.

Εκτός από την αύξηση  του ΑΕΠ, οι μετανάστες -ακόμα και αν μερικές φορές είναι άνεργοι- παρέχουν ένα καθαρό βραχυπρόθεσμο οικονομικό κέρδος για τις χώρες στις οποίες εγκαθίστανται, λέει ο Χέρμπερτ Μπρούκερ, ο οποίος ηγείται των διεθνών συγκρίσεων και του ευρωπαϊκού τμήματος ένταξης στο γερμανικό Ινστιτούτο για την Έρευνα Απασχόλησης .

Σύμφωνα με τον Μπρούκερ, οι μελέτες έχουν δείξει ότι οι μετανάστες προσφέρουν κατά μέσο όρο 2.000 ευρώ καθαρό ετήσιο κέρδος για τη Γερμανία. «Η Γερμανία έχει μια ραγδαία γήρανση του ντόπιου πληθυσμού, και υπάρχει ένα σημαντικό κέρδος για το κράτος πρόνοιας από την περαιτέρω μετανάστευση, η οποία λειτουργεί ιδιαίτερα καλά για το συνταξιοδοτικό σύστημα», λέει.

Ο «τουρισμός για κοινωνικές παροχές» φαίνεται ότι είναι περισσότερο μια φήμη παρά πραγματικότητα. Μια πρόσφατη μελέτη που ανατέθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και διεξήχθη από την GHK, μια εταιρεία συμβούλων στο Λονδίνο, διαπίστωσε ότι ενώ ο αριθμός των μη εργαζομένων μεταναστών της ΕΕ που ζουν σε χώρες της ΕΕ αυξήθηκε από τρία εκατομμύρια το 2007 σε 4,3 εκατ. το 2012, υπήρχαν ελάχιστες αποδείξεις ότι το βασικό κίνητρο για να μεταναστεύσουν στο εσωτερικό της ΕΕ ήταν «οφέλη που σχετίζονται με κοινωνικές παροχές και όχι με την εργασία ή την οικογένεια».

Οπότε, τι κρύβεται πίσω από την καταστολή των μεταναστών εντός της ΕΕ που χάνουν τις θέσεις εργασίας τους ή υποτροφίες; Ο Χέρμπερτ Μπρούκερ, αποδίδει την αλλαγή του κλίματος σε μικρά γεγονότα που αναστάτωσαν την ήδη εύθραυστη υποστήριξη για τη μετανάστευση και τους ξένους κατοίκους. «Μπορείτε να πείσετε τον πληθυσμό για ένα μικρό χρονικό διάστημα ότι χρειάζεται η οικονομική μετανάστευση, αλλά ποτέ δεν είναι πολύ δημοφιλής,» λέει.

Ως καταλύτες, ο Μπρούκερ επισημαίνει το μικρό αλλά ορατό αριθμό των μεταναστών Ρομά που έχουν συγκεντρωθεί σε πόλεις όπως το Disbourg, καθώς και το βιβλίο Η Γερμανία Σκάβει τον Τάφο της, που κυκλοφόρησε το 2010, στο οποίο το μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Bundesbank Τίλο Σαραζίν υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος των μεταναστών της Γερμανίας δεν μπορεί να ενταχθεί στην κοινωνία της.

Η αντί-μεταναστευτική ρητορική και οι υψηλού προφίλ απελάσεις των λίγων ανέργων επισκεπτών μπορούν να κερδίσουν ψήφους. Αλλά αυτά τα στοιχεία μπορούν επίσης να διαβρώσουν μία από τις πτυχές της ΕΕ την οποία οι πολίτες της ακόμα υποστηρίζουν.