Εξαγωγές: Το μέγεθος «μετράει» στον ανταγωνισμό- Πώς θα αξιοποιηθούν οι ΜμΕ

pixabay.com

Μελέτη του ΕΛΙΑΜΕΠ αναλύει την εξωστρέφεια, τις εξαγωγές των επιχειρήσεων και το μισθολογικό περιβάλλον στην ελληνική οικονομία και προτείνει μοντέλο «εξαγωγικής αλυσίδας» για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Το μοντέλο της «εξαγωγικής αλυσίδας», όπου οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) θα είναι τροφοδότες μεγάλων εξαγωγικών επιχειρήσεων, που με τη σειρά τους θα αποτελούν τον «εξαγωγικό κόμβο» για την προώθηση των ελληνικών προϊόντων σε όλο τον κόσμο, προτείνεται ως το μοντέλο που θα απελευθερώσει τη δυναμική των ελληνικών εξαγωγών και θα τονώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας φέρνοντας αξία στο ΑΕΠ.

Πρόκειται για ένα από τα συμπεράσματα της μελέτης «Εξωστρέφεια, Εξαγωγές των Επιχειρήσεων & Μισθολογικό Περιβάλλον στην Ελληνική Οικονομία», που υλοποιήθηκε με την υποστήριξη της Ερευνητικής Έδρας του Ιδρύματος Α. Γ. Λεβέντη στο ΕΛΙΑΜΕΠ, από τους: Θεώνη Κακουλίδου, Διδάκτορα, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σαράντη Καλυβίτη, Καθηγητή, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μαργαρίτα Κατσίμη, Καθηγήτρια, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θωμά Μούτο, Καθηγητή, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Όπως διαπιστώνει η μελέτη, η περιορισμένη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, που «ενοχοποιήθηκε» σε ένα βαθμό για την πυροδότηση της κρίσης χρέους, συμβάλλοντας επίσης στην παρατεταμένη αδυναμία προσαρμογής στα προ κρίσης επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας, δεν φαίνεται να συνδέεται τόσο με την αύξηση του κόστους εργασίας ως το 2009 αλλά και με το μέγεθος των επιχειρήσεων και την διάρθρωση της αγοράς.

Το γεγονός πως η σημαντική μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας μετά το 2009 δεν κατάφερε να οδηγήσει στην αναμενόμενη αύξηση των ελληνικών εξαγωγών, σημαίνει ακριβώς ότι η μείωση του κόστους εργασίας δεν είναι από μόνη της ικανή να τονώσει την εξαγωγική δραστηριότητα.

Η μελέτη χρησιμοποίησε μια μεγάλη βάση μικροοικονομικών δεδομένων σε επίπεδο εξαγωγικών επιχειρήσεων με στόχο να αναδείξει τους πιο σημαντικούς παράγοντες καθορισμού της εξαγωγικής συμπεριφοράς. Στο πλαίσιο αυτό παράγοντες όπως η παραγωγικότητα, η ποιότητα του εργατικού δυναμικού, η καινοτομία, η δυνατότητα δανεισμού και η προώθηση των προϊόντων φαίνεται να συνδέονται θετικά με την εξαγωγική επίδοση των επιχειρήσεων.

Σε σχέση με το ρόλο του μισθολογικού περιβάλλοντος στην εξαγωγική επίδοση, η ανάλυση των μικροοικονομικών δεδομένων δείχνει ότι:

  1. Η μέση εξαγωγική επιχείρηση αμείβει το εργατικό της δυναμικό με υψηλότερους μισθούς σε σχέση με τη μέση επιχείρηση του ιδιωτικού τομέα και
  2. Οι επιχειρήσεις με τις καλύτερες εξαγωγικές επιδόσεις αμείβουν με υψηλότερους μισθούς και αυτή η διαφορά είναι ακόμα πιο έντονη στους μισθούς του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού

Επίσης η μέση εξαγωγική επιχείρηση απασχολεί ένα σημαντικά μικρότερο ποσοστό εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Για το λόγο αυτό άλλωστε, σύμφωνα με τη μελέτη, η μείωση του κατώτατου μισθού το 2012 δεν επηρέασε την εξαγωγική συμπεριφορά των επιχειρήσεων με εργαζόμενους που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.

Αξίζει όμως να σημειωθεί πως μετά τη μεταρρύθμιση στην αγορά εργασίας το 2012 παρατηρείται θετική επίδραση στην αξία των εξαγωγών όλων των εξαγωγικών επιχειρήσεων, ίσως επειδή η μεταρρύθμιση έδωσε τη δυνατότητα στις εξαγωγικές επιχειρήσεις να αποκλίνουν από τους μισθούς που ορίζονταν στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει όμως από τη μελέτη είναι πως ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την εξαγωγική δραστηριότητα είναι το μέγεθος της επιχείρησης. Καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις εξάγουν πολύ περισσότερο σε σχέση με τις μικρές, η ύπαρξη ενός σχετικά μικρού αριθμού μεγάλων επιχειρήσεων στην Ελλάδα επηρεάζει αρνητικά την εξαγωγική επίδοση της χώρας.

Σε αυτό το πλαίσιο οι επιστήμονες προτείνουν τη δημιουργία μιας ελληνικής «εξαγωγικής αλυσίδας». Με άλλα λόγια, ένα μοντέλο όπου οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) μπορούν να είναι τροφοδότες μεγάλων εξαγωγικών επιχειρήσεων, που θα αποτελούν τον «εξαγωγικό κόμβο» για την προώθηση των ελληνικών προϊόντων σε όλο τον κόσμο. Έτσι, οι ΜμΕ μπορούν να γίνουν έμμεσα ανταγωνιστικές ως κομμάτι μιας ευρύτερης παραγωγικής διαδικασίας υποκαθιστώντας κομμάτι των εισαγωγών.

Τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά

Ας σημειωθεί ότι ένα βασικό διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας είναι η ύπαρξη μεγάλου αριθμού μικρών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την Eurostat, το 2017 υπήρχαν στην Ελλάδα 719.492 επιχειρήσεις. Οι αναλυτές συγκρίνουν τα στοιχεία για την Ελλάδα με αυτά της Πορτογαλίας, σε ένα εύστοχο παράδειγμα. Στην Πορτογαλία ο αντίστοιχος αριθμός επιχειρήσεων ήταν 868.089. Από αυτές, οι επιχειρήσεις που απασχολούσαν μέχρι 9 άτομα ήταν 688.017 στην Ελλάδα (αντιπροσωπεύοντας το 95,6% του συνόλου), και 826.908 στην Πορτογαλία (αντιπροσωπεύοντας το 95,3% του συνόλου). Σε αντίθεση με αυτό το στοιχείο, οι μεγάλες επιχειρήσεις (δηλαδή αυτές που απασχολούν τουλάχιστον 250 άτομα) ήταν περίπου 400 στην Ελλάδα και 883 στην Πορτογαλία, δηλαδή το ποσοστό των μεγάλων επιχειρήσεων ήταν υπερδιπλάσιο του αντίστοιχου της Ελλάδας. Στον τομέα της μεταποίησης, το 2017, σε σύνολο 57.373 επιχειρήσεων στην Ελλάδα και 67.555 στην Πορτογαλία, μόνο 130 επιχειρήσεις στην Ελλάδα απασχολούσαν τουλάχιστον 250 άτομα, ενώ στην Πορτογαλία 294, δηλαδή επίσης υπερδιπλάσιο αυτού της Ελλάδας.

Συμπεραίνεται ότι η ύπαρξη σχετικά μικρού αριθμού μεγάλων επιχειρήσεων στην Ελλάδα επηρεάζει αρνητικά την εξαγωγική επίδοση της χώρας, καθότι οι μεγάλες επιχειρήσεις εξάγουν ανά απασχολούμενο πολύ περισσότερο σε σχέση με τις μικρές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την Eurostat, το 2017 απασχολούνταν στη μεταποίηση 320.513 άτομα, εκ των οποίων τα 68.535 σε επιχειρήσεις με τουλάχιστον 250 απασχολούμενους, δηλαδή οι μεγάλες επιχειρήσεις απασχολούσαν το 21,4% των εργαζομένων του τομέα. Όμως η αξία των εξαγωγών αυτών των επιχειρήσεων αντιπροσώπευε το 72,9% της αξίας των εξαγωγών της μεταποίησης, δηλαδή οι μεγάλες επιχειρήσεις εξήγαν σχεδόν 10 φορές περισσότερο ανά απασχολούμενο σε σχέση με τις υπόλοιπες.