«Φανάρι» ή «Τζαμάικα»; Η Γερμανία πρόκειται να αποκτήσει ένα εντελώς νέο είδος κυβέρνησης

AFP

του David Meyer

Οι Γερμανοί θα ψηφίσουν την επόμενη ομοσπονδιακή κυβέρνηση τους την Κυριακή. Το αποτέλεσμα είναι πιθανό να οδηγήσει τη χώρα σε αχαρτογράφητα εδάφη.

Κατ’ αρχάς, οι εκλογές θα εκλέξουν τον πρώτο νέο ή την πρώτη νέα καγκελάριο εδώ και σχεδόν μια γενιά. Η Άνγκελα Μέρκελ της κεντροδεξιάς Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) είναι στη θέση της από το 2005 και, ενώ υπήρξαν διαφορές στους συνασπισμούς που ηγήθηκε – το γερμανικό εκλογικό σύστημα καθιστά σχεδόν αδύνατο για ένα κόμμα να έχει την απόλυτη πλειοψηφία — ήταν σταθερή φιγούρα. Όποια κι αν είναι η άποψη κάποιου για τη Μέρκελ, η Γερμανία δεν θα είναι η ίδια χωρίς αυτήν.

Το σημαντικότερο; Αυτές οι εκλογές είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δημιουργήσουν τον πρώτο τριμερή συνασπισμό της Γερμανίας.

Αυτό έχει σημασία στη χώρα, διότι η Γερμανία πρέπει επειγόντως να ανεβάσει ρυθμούς σε θέματα όπως η ψηφιοποίηση, η καινοτομία, η εκπαίδευση, οι επενδύσεις σε υποδομές και η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Η Γερμανία είναι, παράλληλα με τη Γαλλία, χώρα-κλειδί για τον καθορισμό της ατζέντας της Ευρώπης. Η κυβέρνηση που θα προκύψει από αυτές τις εκλογές θα έχει μια μακρά και επείγουσα λίστα υποχρεώσεων. Οι αποφάσεις που θα λάβει και η ταχύτητα με την οποία θα ληφθούν θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την πρωτόγνωρα πολύπλοκη σύνθεσή της.

Ένας άλλος πιθανός αντίκτυπος του τριμερούς σχήματος διακυβέρνησης θα είναι στο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τον πραγματικό σχηματισμό της νέας κυβέρνησης. Οι συνομιλίες για το σχηματισμό συνασπισμού διαρκούν γενικά περίπου δύο μήνες, αλλά, όπως ανέφερε ο ανώτερος οικονομολόγος της UBS, Felix Hüfner, σε μια κλήση τη Παρασκευή με δημοσιογράφους, «όσο περισσότερα σενάρια υπάρχουν, τόσο περισσότερα κόμματα εμπλέκονται και τόσο περισσότερο θα διαρκέσει ο σχηματισμός συνασπισμού».

Το CDU και το βαυαρικό αδελφό κόμμα του, η Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CSU), λειτουργούν πάντα παράλληλα σε ομοσπονδιακό επίπεδο, υπό το έμβλημα της «Ένωσης». Σε τρεις από τις τέσσερις κυβερνήσεις της Μέρκελ, συμπεριλαμβανομένης της τρέχουσας, η Ένωση είχε συγκροτήσει έναν «μεγάλο συνασπισμό» με τον παραδοσιακό αντίπαλό της, το κεντροαριστερό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD). Στη δεύτερη κυβέρνηση Μέρκελ, από το 2009 έως το 2013, η Ένωση συνεργάστηκε με το κοινωνικά φιλελεύθερο, δημοσιονομικά συντηρητικό Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FDP).

Αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά, γιατί πλέον υπάρχουν αναμφισβήτητα τρία κόμματα με λαϊκή στήριξη. Οι Πράσινοι, που πήραν μόλις το 9% της εθνικής ψήφου το 2017, τώρα υπολογίζεται να λάβουν  περίπου 16%. Πριν από αρκετούς μήνες, υπήρχαν δημοσκοπήσεις που τους έδιναν έως και 25%, επηρεάζοντας τόσο την Ένωση όσο και το SPD, το οποίο πολλοί (συμπεριλαμβανομένου εμού) έβλεπαν ως μια τελειωμένη δύναμη. Για το λόγο αυτό οι Πράσινοι προώθησαν την πρώτη τους υποψήφια για τη θέση της καγκελαρίου. Τα μικρότερα γερμανικά κόμματα δεν το κάνουν παραδοσιακά, καθώς δεν έχουν την ευκαιρία ο υποψήφιός τους να ηγηθεί κυβέρνησης. Προτείνοντας την Annalena Baerbock για τη θέση, οι Πράσινοι σηματοδότησαν μια νέα εποχή στη γερμανική πολιτική.

Το SPD έχει το προβάδισμα αυτή τη στιγμή με περίπου 25% στις δημοσκοπήσεις. Η Ένωση είναι λίγες μονάδες  πίσω – ένα ιστορικά ζοφερό αποτέλεσμα για τους συντηρητικούς – και οι Πράσινοι βρίσκονται περίπου στο 16%, με το FDP και την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) να βρίσκονται στο 11% περίπου. Πίσω τους βρίσκεται το αριστερό κόμμα της Αριστεράς, με πιθανό το 6% των ψήφων που θα του επέτρεπαν απλώς να εισέλθει στη Bundestag. Το όριο για είσοδο στη βουλή είναι 5%.

Με περίπου το ένα τέταρτο του εκλογικού σώματος να είναι ακόμη αναποφάσιστο, η Ένωση και το SPD ενδέχεται να είναι σε θέση να συγκεντρώσουν την πλειοψηφία των ψήφων – οι ψήφοι σε κόμματα που δεν πιάνουν το όριο του 5% κατανέμονται μεταξύ εκείνων που εισέρχονται στη βουλή, οπότε οι αριθμοί βγαίνουν για έναν ακόμη μεγάλο συνασπισμό. Αλλά η διάθεση για αυτό δεν είναι μεγάλη, τόσο στα κόμματα όσο και στο εκλογικό σώμα. Όλοι είναι πεινασμένοι για αλλαγή.

Το ερώτημα είναι, πώς θα είναι η αλλαγή;

Η Γερμανία δεν είχε ποτέ τριμερή συνασπισμό σε ομοσπονδιακό επίπεδο, αλλά τα ομόσπονδα κρατίδια είχαν, οπότε υπάρχει ένα καθιερωμένο λεξιλόγιο για την αναφορά στους διάφορους συνδυασμούς. Βασίζεται στα χρώματα των κομμάτων: η Ένωση είναι μαύρη, το SPD είναι κόκκινο, οι Πράσινοι είναι πράσινοι, το FDP είναι κίτρινο, η Αριστερά είναι σκούρο κόκκινο ή μοβ, το AfD είναι μπλε, και έτσι έχουμε τα εξής:

Φανάρι ή Ampel = SPD + Πράσινοι + FDP

Τζαμάικα (αναφορά στη σημαία) = Ένωση + Πράσινοι + FDP

Κένυα (το ίδιο) = SPD + Ένωση + Πράσινοι

Γερμανία (πάλι το ίδιο) ή Μίκυ Μάους (με βάση τα ρούχα του) = SPD + Ένωση + FDP

Κόκκινο-κόκκινο-πράσινο ή R2G = SPD + Πράσινοι + Αριστερά

Καμία από αυτές τις επιλογές, όπως θα παρατηρήσετε, δεν περιλαμβάνει το AfD. Αυτό συμβαίνει επειδή είναι παρίες – δεδομένης της ιστορικής ναζιστικής ντροπής της Γερμανίας, κανένα αξιοσέβαστο κόμμα δεν θα συμμαχήσει με την ακροδεξιά, παρόλο που το AfD είναι η αξιωματική αντιπολίτευση της Γερμανίας τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Προς το παρόν, φαίνεται πιθανό ότι ο Scholz θα έχει πρώτος την ευκαιρία να σχηματίσει συνασπισμό. Το κεντροαριστερό κόμμα του θα κάνει σχεδόν τα πάντα για να αποφύγει έναν ακόμη συνασπισμό με τους συντηρητικούς, οπότε οι δύο πρώτες επιλογές στο τραπέζι θα είναι το Ampel και το R2G.