Flexfin: Γιατί το fintech είναι το μέλλον

Οι συνιδρυτές της εταιρείας σε Ελλάδα και Κύπρο, Δημήτρης Βρανόπουλος και Άλεξ Κελαϊδίτης, μιλούν για το μέλλον των ψηφιακών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, με αφορμή την πρώτη μη τραπεζική εταιρεία factoring στην Ελλάδα.

 

 

Η ιδέα της flexfin γεννήθηκε το 2015, εν µέσω capital controls, από δύο «κολλητούς» πρώην αναλυτές στο Λονδίνο. Με εµπειρία στη Citigroup και τη UBS, οι δρόµοι του Δηµήτρη Βρανόπουλου και του Άλεξ Κελαϊδίτη είχαν ήδη σµίξει προ πολλού. Συµµαθητές και φίλοι από το δηµοτικό, στα 18 τους έφυγαν για Λονδίνο και Αµερική, αντίστοιχα, και αργότερα συναντήθηκαν επαγγελµατικά στην Goldman Sachs.

Στα χρόνια που εργάζονταν στην έδρα του µεγαλύτερου αµερικανικού οργανισµού στον χώρο της οικονοµικής διαχείρισης στο Λονδίνο, οι πόρτες των τραπεζών έµελλαν να κλείσουν για τις ελληνικές εταιρείες. Οι δύο φίλοι αποφασίζουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα την περίοδο που οι περισσότεροι συνοµήλικοί τους φεύγουν.

Ο Δηµήτρης Βρανόπουλος ασχολείται µε επενδύσεις στο οικοσύστηµα νεοφυούς επιχειρηµατικότητας και ο Άλεξ Κελαϊδίτης αναλαµβάνει Chief Investment Officer της Dolphin Capital Opportunities, επενδύοντας κυρίως σε ξενοδοχεία στην ευρύτερη περιοχή Ελλάδας και Κύπρου. Το 2016 αποφασίζουν να προχωρήσουν στον σχεδιασµό της Flexfin, την ανάπτυξη της πλατφόρµας και την εύρεση χρηµατοδότησης. Έχοντας ζήσει στον «παράδεισο» του factoring στο Ηνωµένο Βασίλειο, είχαν άµεση πρόσβαση στις καλύτερες και πιο καινοτόµες ιδέες. Είδαν πολλές εταιρείες εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήµατος που προσέφεραν εναλλακτικούς τρόπους χρηµατοδότησης σε επιχειρήσεις, αλλά και σε ιδιώτες, και κατάλαβαν ότι οι ανάγκες των µικροµεσαίων είναι πάνω κάτω οι ίδιες παντού.

«Εντάξει, στην Ελλάδα της κρίσης ήταν, όντως, πιο δύσκολα τα πράγµατα. Σκεφτείτε ότι ο µέσος χρόνος εξόφλησης ενός τιµολογίου ήταν τότε 42 ηµέρες στην Αγγλία, αντί για 95 στην Ελλάδα» µου λέει ο Δηµήτρης Βρανόπουλος. Το 2018, η Flexfin παίρνει σάρκα και οστά και έναν χρόνο µετά, το καλοκαίρι του 2019, η χρονοβόρα αλλά απαραίτητη αδειοδότηση από την Τράπεζα της Ελλάδος τούς επέτρεψε να ξεκινήσουν. «Η µεγαλύτερη δυσκολία ήταν το fundraising, καθώς, σύµφωνα µε την Τράπεζα της Ελλάδος, πρέπει να έχεις τουλάχιστον µίνιµουµ κεφάλαια 4,5 εκατ. ευρώ και να µην πέσεις κάτω από το ποσό αυτό ποτέ. Εµείς σηκώσαµε σχεδόν 10 εκατ. από 50 συνολικά επενδυτές, ανάµεσα στους οποίους και η Εθνική Τράπεζα, που είναι µεγάλο ποσό για start up. Και η δεύτερη δυσκολία ήταν η αδειοδότηση, γιατί είµαστε η µοναδική µη τραπεζική εταιρεία factoring. Όλες οι άλλες είναι θυγατρικές τραπεζών» εξηγεί ο συνιδρυτής και CEO της µητρικής εταιρείας Flexfin Limited στην Κύπρο, Άλεξ Κελαϊδίτης.

Έχοντας συµπληρώσει έναν χρόνο στην αγορά, επιδιώκουν να εξυπηρετήσουν από µικρές ατοµικές επιχειρήσεις µέχρι µεγάλες ΑΕ και να έχουν οι πελάτες τους εύκολη πρόσβαση στις υπηρεσίες της Flexfin, µε τη βοήθεια της τεχνολογίας. Τι σηµαίνει αυτό πρακτικά; Η Flexfin προσφέρει υπηρεσίες factoring, που περιλαµβάνουν δύο βασικά προϊόντα: την προεξόφληση τιµολογίων και την είσπραξη και διαχείρισή τους. Ως ψηφιακή εταιρεία, απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό, µέσω ηλεκτρονικής πλατφόρµας. Βασική προϋπόθεση προκειµένου µια επιχείρηση να απευθυνθεί στη Flexfin, είναι να έχει αξιόπιστους πελάτες.

«Αν έχεις τουλάχιστον έναν καλό πελάτη, µπορείς να έρθεις σε εµάς για να πληρωθείς νωρίτερα, χωρίς να απαιτούµε προσωπικές εγγυήσεις ή έξτρα εξασφαλίσεις. Αυτό είναι το σηµαντικότερο κριτήριο. Το αν είσαι µικρή ή καινούργια εταιρεία, το πόσα χρέη έχεις ή σε πόσους πελάτες πουλάς είναι δευτερεύον για εµάς. Από εκεί και πέρα, προφανώς εξετάζουµε όλες τις περιπτώσεις, βλέπουµε τα χαρακτηριστικά της εταιρείας, το µοντέλο και τον τζίρο της και, εφόσον είναι εντάξει, προχωράµε µε µια πρόταση συνεργασίας» επισηµαίνει ο CEO της εταιρείας στην Ελλάδα, Δηµήτρης Βρανόπουλος, και προσθέτει ότι, µέσω των υπηρεσιών της, η Flexfin διευκολύνει και τις δύο πλευρές της αλυσίδας, δηλαδή και τους πελάτες των πελατών της, οι οποίοι µπορούν να διευκολύνουν τη λειτουργία του λογιστηρίου τους, να αυξήσουν το κεφάλαιο κίνησής τους ή και να βελτιώσουν τη σχέση τους µε τους προµηθευτές τους.

Η φερεγγυότητα της εταιρείας που θα εξοφλήσει το τιµολόγιο είναι ο «καταλύτης» στη συνεργασία µε τη Flexfin και συναρτάται και µε το κόστος της προσφερόµενης υπηρεσίας, αφού βασικός κανόνας, κατά τους συνιδρυτές της, είναι ότι «όσο πιο φερέγγυα είναι η εταιρεία που θα εξοφλήσει το τιµολόγιο τόσο πιο χαµηλά πέφτει το κόστος», διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι η κάθε περίπτωση τιµολογείται ξεχωριστά, λαµβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες που τη διέπουν.

«Αναλύουµε την κάθε απαίτηση: το ύψος της, τη διάρκεια του τιµολογίου, τη συχνότητα της τιµολόγησης, τη διάρκεια της εµπορικής σχέσης και, βέβαια, τα χαρακτηριστικά της εταιρείας που περιµένουµε να µας πληρώσει. Τώρα, σε απόλυτες τιµές, κατά µέσο όρο για ένα τρίµηνο τιµολόγιο, το συνολικό κόστος των προµηθειών µας κυµαίνεται µεταξύ 2% και 2,5%. Εµείς πληρώνουµε µπροστά το 80% του τιµολογίου και το υπόλοιπο ποσό µε την εξόφληση, αφού αφαιρεθούν οι προµήθειές µας» σηµειώνουν.

Πώς λειτουργεί σε ένα online µοντέλο χρηµατοδότησης η έλλειψη προσωπικής επαφής; «Οι υπηρεσίες µας δεν είναι τελείως απρόσωπες, ειδικά σε µια αγορά σαν την ελληνική και ιδιαίτερα στην πρώτη επαφή µε τον πελάτη. Στην καθηµερινότητα, όµως, µιας επιχείρησης, καθένας θέλει απλώς να κάνει τη δουλειά του όσο πιο γρήγορα και εύκολα γίνεται, χωρίς να χάνει τον χρόνο του περιµένοντας στην τράπεζα για να καταθέσει µια επιταγή, να εισπράξει χρήµατα ή να κάνει µια απλή ταυτοποίηση. Αυτό είναι και το πλεονέκτηµα ενός ψηφιακού χρηµατοδοτικού ιδρύµατος» απαντά ο Δηµήτρης. «Ακόµα και τράπεζες υπάρχουν πια αµιγώς ηλεκτρονικές, όπως η Monzo και η Ν26. Εµείς θέλουµε να εξελίξουµε την εµπειρία του πελάτη. Θέλουµε να του δίνουµε τη δυνατότητα να κάνει όλες τις δουλειές του εξ αποστάσεως και να κερδίζει χρόνο για πράγµατα που είναι πραγµατικά σηµαντικά για εκείνον» συµπληρώνει χαµογελώντας και εξηγεί ότι η πλατφόρµα επιτρέπει στους πελάτες της να ανεβάζουν τα τιµολόγιά τους και να επιλέγουν ποια και πότε θέλουν να χρηµατοδοτηθούν. Στη συνέχεια, η χρηµατοδότηση συνήθως γίνεται αυθηµερόν.

Η συζήτηση αναπόφευκτα στρέφεται στην πανδηµία και τον τρόπο που άλλαξε τη ζωή µας, πυροδοτώντας, ταυτόχρονα, τον ψηφιακό µετασχηµατισµό των επιχειρήσεων και του κράτους. Υπογραµµίζουν ότι επιτέλους είδαµε ουσιαστικές αλλαγές στο τι µπορεί να κάνει κανείς online, διευκρινίζοντας, όµως, ότι πολλά από αυτά που θέλουµε να κάνουµε εξαρτώνται από τη νοµοθεσία. «Δεν αρκεί να µπορούµε εµείς να τα υλοποιήσουµε τεχνικά, πρέπει και να επιτρέπονται από τον νόµο» λένε και αναφέρουν ως παράδειγµα ότι σήµερα µπορείς να κάνεις εξ αποστάσεως ταυτοποίηση, αφού ο πελάτης δεν χρειάζεται να έρθει στο γραφείο σου για να βεβαιωθείς ότι είναι αυτός.

Και ενώ θεωρούν τις συστηµικές τράπεζες συµπληρωµατικές στη δική τους δραστηριότητα, καθώς στοχεύουν σε µεγαλύτερες επιχειρήσεις µε τις οποίες µπορούν να χτίσουν µια σφαιρική σχέση, αναρωτιέµαι εάν ο ανταγωνισµός εταιρειών σαν τη Flexfin, σε συνδυασµό µε τη νέα τραπεζική κουλτούρα που διαµορφώνει η τεχνολογία, πιέζει παραδοσιακές τράπεζες να υιοθετήσουν άµεσα fintech, είτε εσωτερικά είτε µέσω εξαγορών. «Η τεχνολογία είναι µονόδροµος για τις τράπεζες, αλλά και για όλους τους κλάδους της οικονοµίας. Δεν υπάρχει επιλογή, το fintech µπαίνει, θέλοντας και µη, στη ζωή µας. Με τη διαφορά ότι οι τράπεζες είναι πολύ πιο «βαριές» επιχειρήσεις. Όσο και αν υπάρχει βούληση σε επίπεδο διοίκησης, έχουν τέτοιες δοµές, που αναγκαστικά είναι πιο χρονοβόρο και ακριβό γι’ αυτές να φτάσουν στο επιθυµητό αποτέλεσµα. Το βασικότερο, όµως, θέµα είναι αυτό που θίξατε: η κουλτούρα. Αν δεν έχεις κουλτούρα ταχύτητας και διαρκούς βελτίωσης της εµπειρίας του πελάτη, δεν αρκεί να βάλεις την τεχνολογία στην εξίσωση για να πετύχεις το προσδοκώµενο αποτέλεσµα».

Επισηµαίνω ότι, σύµφωνα µε το ΔΝΤ, η έλλειψη φορολογικών κινήτρων και η µη ξεκάθαρη ύπαρξη θεσµικού πλαισίου επιβραδύνει την ανάπτυξη των fintech τεχνολογιών στη χώρα µας. Μπορούµε να αυξήσουµε τις επενδύσεις στον συγκεκριµένο τοµέα; «Κοιτάξτε, ήδη κάτι κινείται. Οι βασικοί πυλώνες για την αύξηση επενδύσεων είναι η ευκολία στησίµατος µιας επιχείρησης, η σταθερότητα στο νοµικό και φορολογικό πλαίσιο και η ύπαρξη χρηµατοδότησης. Η χώρα µας σιγά σιγά κερδίζει όλο και πιο πολύ την εµπιστοσύνη µε τις κινήσεις που γίνονται σε όλα τα επίπεδα. Συγκεκριµένα βήµατα που βοηθούν το fintech είναι η φορολογική µετοικεσία, η µείωση συντελεστών, τα κίνητρα για δαπάνες R&D και stock options, η δηµιουργία µητρώου για startups, το κέντρο καινοτοµίας και πολλά άλλα. Έχουµε ακόµη πολύ δρόµο στο νοµοθετικό, κανονιστικό και φορολογικό πλαίσιο, αλλά βλέπουµε σιγά σιγά φως στο τούνελ. Από την άλλη, είναι και θέµα της ΕΚΤ, που έχει αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο. Αν οι κανόνες είναι πολύ πιο αυστηροί σε σχέση, για παράδειγµα, µε την Αγγλία και τις ΗΠΑ, δεν µπορείς να κάνεις πολλά. Πιστεύουµε ότι αναπόφευκτα το fintech θα ανθήσει και στην Ελλάδα, είναι απλώς θέµα χρόνου. Είναι το µέλλον» αναφέρει ο Άλεξ.

Πώς αξιολογούν την υιοθέτηση νέων ψηφιακών ανταλλακτικών µέσων όπως τα κρυπτονοµίσµατα και το άνοιγµα κεντρικών τραπεζών σε νέες fintech και blockchain τεχνολογίες δύο σαραντάρηδες; «Όσο περισσότερα εργαλεία έχεις, τόσο πιο καλό είναι για όλους. Η τεχνολογία Blockchain είναι επαναστατική και µέσα απ’ αυτήν θα δούµε φοβερές εφαρµογές σύντοµα. Τα κρυπτονοµίσµατα, στην περίπτωση του factoring, δεν προσφέρουν ακόµη κάποιο πλεονέκτηµα, όµως η τεχνολογία Blockchain, στην οποία βασίζονται, ήρθε για να µείνει. Στο όχι τόσο µακρινό µέλλον µια σειρά από συναλλαγές θα γίνονται µέσω Blockchain: από την επιβεβαίωση τιµολογίων στον δικό µας κλάδο, τη σύναψη συµβάσεων, µέχρι τις συναλλαγές στο χρηµατιστήριο. Αυτό αλλάζει “πίστα” για τις fintech, αλλά και τις τράπεζες, που µπορούν να κάνουν άµεσα πολύ περισσότερα πράγµατα». Υποστηρίζουν ότι το disruption που επέφερε η πανδηµία δηµιουργεί ήδη νέες επιχειρηµατικές ευκαιρίες στην Ευρώπη, κάτι που θεωρούν ότι θα δούµε ξεκάθαρα και στην Ελλάδα. «Η πανδηµία βοήθησε να επιταχυνθεί το e-commerce» λέει ο Δηµήτρης και συνεχίζει: «Αν το 2015 µε τα capital controls µάθαµε τα ATM, τώρα µάθαµε να ψωνίζουµε ηλεκτρονικά, και αυτό ήρθε για να µείνει. Είναι µια µεγάλη ευκαιρία για τη µικρή επιχείρηση που µπορεί να πουλήσει πανελλαδικά ή και παγκόσµια – ήταν πάντα µονόδροµος, όµως η µετάβαση επιταχύνεται. Ήδη βλέπουµε επιχειρήσεις που µεγαλώνουν και βγάζουν κέρδη µέσα στην πανδηµία και όσοι πιάσουν έγκαιρα τον παλµό θα βγουν κερδισµένοι».

Τα γραφεία τους στο Μαρούσι είναι ένας crystal space χώρος, το βλέµµα σου διακόπτουν µόνον πίνακες µοντέρνας τέχνης που δηµιουργούν την αίσθηση µιας ευρωπαϊκής gallerie. Πώς φαντάζονται αλήθεια το next normal; «Ξεκάθαρα πολλά θα αλλάξουν. Αλλά υπάρχουν και κάποια πράγµατα που δεν αλλάζουν. Οι άνθρωποι είµαστε κοινωνικά όντα, θέλουµε να έχουµε επαφές. Μόλις µπορέσουµε, θα ξαναβγούµε από τα σπίτια µας, θα δουλέψουµε από κοντά, θα πάµε ταξίδια, θα πάµε σε θέατρα και σε µπαρ. Θα πάρει καιρό, αλλά πολλά πράγµατα θα επανέλθουν» λέει ο Δηµήτρης, µε τον Άλεξ να προσθέτει: «Ένα πράγµα που ελπίζω να κρατήσουµε απ’ αυτή την πανδηµία είναι η διαφαινόµενη στροφή προς µια µεγαλύτερη ευαισθητοποίηση για τον πλανήτη µας και τη βιώσιµη ανάπτυξη».

FLEXFIN AT A GLANCE

– Είναι η πρώτη µη τραπεζική ψηφιακή εταιρεία factoring στην Ελλάδα. Το on line µοντέλο χρηµατοδότησης που προσφέρει περιλαµβάνει :

1. Προεξόφληση τιµολογίων.

2. Είσπραξη και διαχείριση των τιµολογίων.

– Απευθύνεται: Σε ένα ευρύ κοινό, µέσω ηλεκτρονικής πλατφόρµας. Βασική προϋπόθεση, η επιχείρηση που θα απευθυνθεί στη Flexfin, να έχει φερέγγυους πελάτες.

– Αναλαµβάνει: το 80% του τιµολογίου µπροστά και το υπόλοιπο ποσό µε την εξόφληση.

– 10 εκατ. «σήκωσε» η Flexfin για την εκκίνηση της λειτουργίας της

Χρηματοδοτήσεις τιμολογίων αξίας άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ από τη Flexfin

Η ελληνική fintech εταιρεία Flexfin χρηματοδότησε τιμολόγια πελατών της αξίας 10 εκατ. ευρώ, στηρίζοντας με τον τρόπο αυτό την εγχώρια οικονομία σε πείσμα του δυσμενούς οικονομικού περιβάλλοντος.

Η ραγδαία αναπτυσσόμενη εταιρεία factoring και η μόνη ανεξάρτητη εταιρεία του κλάδου που είναι αδειοδοτημένη από την Τράπεζα της Ελλάδος στήριξε με ρευστότητα και υπηρεσίες διαχείρισης και είσπραξης τιμολογίων και επιταγών κυρίως μικρές αλλά και μεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία.

Η εταιρεία συνεχίζει να αναπτύσσεται αυξάνοντας σε εβδομαδιαία βάση το πελατολόγιο της. Ενεργώντας με ψηφιοποιημένες διαδικασίες μέσω διαδικτύου η Flexfin διευκολύνει τους πελάτες της, τόσο κατά την έναρξη της συνεργασίας όσο και κατά τη διάρκειά της. Στη Flexfin, μπορεί κανείς να ανοίξει και να διαχειριστεί τον λογαριασμό του από οπουδήποτε χωρίς να απαιτείται φυσική παρουσία –γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό εν μέσω πανδημίας- ενώ οι συναλλαγές γίνονται άμεσα και αποκλειστικά ηλεκτρονικά.

Σημειώνεται ότι η Flexfin είναι μια καινοτόμα ελληνική fintech η οποία με απλοποιημένες ηλεκτρονικές διαδικασίες προσφέρει μια φρέσκια εναλλακτική στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων μέσω προεξόφλησης τιμολογίων. Το επιχειρηματικό της μοντέλο διαφοροποιείται από τις παραδοσιακές προσεγγίσεις στον κλάδο του factoring, καθώς απευθύνεται σε κάθε εταιρεία που έχει φερέγγυους πελάτες, χωρίς να θέτει ελάχιστα όρια τζίρου, κερδοφορίας ή ετών λειτουργίας των πελατών της και επιπλέον δεν απαιτεί αχρείαστες προσωπικές εγγυήσεις ή άλλες εξασφαλίσεις.

Ο κ. Δημήτρης Βρανόπουλος, Διευθύνων Σύμβουλος της Flexfin δήλωσε σχετικά: «Είμαστε πολύ περήφανοι για το γεγονός ότι ξεπεράσαμε τα 10 εκατ. ευρώ τζίρου τιμολογίων και θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε τους πελάτες μας σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία. Αυτό αποτελεί ένα ακόμα ορόσημο στην πορεία της Flexfin που έχει ως σκοπό να κάνει τις υπηρεσίες factoring διαθέσιμες σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που χρειάζονται περαιτέρω ρευστότητα για την ανάπτυξή τους από αυτή στην οποία έχουν πρόσβαση σήμερα.»