Γιατί αυτή η πετρελαϊκή κρίση είναι τελείως διαφορετική

Γιατί αυτή η πετρελαϊκή κρίση είναι τελείως διαφορετική
Photo: Shutterstock
Οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες έχουν εξαντλήσει τα πολιτικά αποθέματα για να περιορίσουν τις οικονομικές συνέπειες.

Το αποτέλεσμα του πολέμου στο Ιράν παραμένει αβέβαιο, αλλά το επακόλουθο σοκ πετρελαίου αποκάλυψε μια νέα ευπάθεια στην παγκόσμια οικονομία. Σύμφωνα με τον Ruchir Sharma, Chair of Rockefeller International, ποτέ στο παρελθόν ο κόσμος δεν είχε εισέλθει σε μια κρίση με τόσο υψηλά ελλείμματα και επίπεδα χρέους, και αυτό το βάρος θα περιορίσει την ικανότητα των κυβερνήσεων να μετριάσουν τον αντίκτυπο των υψηλών τιμών ενέργειας.

Όπως σημειώνει ο Sharma, τα πρώτα σοκ πετρελαίου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έπληξαν τη δεκαετία του 1970 και συνέπεσαν με την αυγή μιας νέας εποχής, κατά την οποία οι κυβερνήσεις άλλαξαν από το να διαχειρίζονται ελλείμματα περιστασιακά στο να τα διαχειρίζονται συνεχώς. Τότε, το έλλειμμα στις ΗΠΑ και σε άλλες μεγάλες χώρες ήταν περίπου 2% του ΑΕΠ, ενώ σήμερα το μέσο έλλειμμα έχει διπλασιαστεί, με αποτέλεσμα το μέσο επίπεδο χρέους των κυβερνήσεων του G7 να αυξηθεί από 20% του ΑΕΠ σε πάνω από 100%.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κυβερνήσεις προσπαθούν να λάβουν μέτρα όπως έκαναν σε προηγούμενα σοκ. Από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία μέχρι τη Βραζιλία και την Ινδία, εισάγουν ελέγχους τιμών, συστήματα δελτίων και επιδοτήσεις καυσίμων. Ωστόσο, αυτή τη φορά δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά αυτά τα μέτρα ανακούφισης, με αποτέλεσμα οι παγκόσμιες αγορές ομολόγων να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο Ruchir επισήμανε ότι σε περιόδους κρίσεων τα μακροπρόθεσμα επιτόκια τείνουν να μειώνονται, καθώς οι αγορές αναμένουν πιο αργή ανάπτυξη και χαλαρότερη νομισματική πολιτική. Ωστόσο, εξαιρέσεις αποτέλεσαν τα μεγάλα σοκ πετρελαίου, όταν τα μακροπρόθεσμα επιτόκια αυξήθηκαν μαζί με τις προσδοκίες για υψηλότερο πληθωρισμό. Σήμερα, οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνονται ξανά, αλλά για διαφορετικό λόγο: οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό παραμένουν σταθερές, ενώ οι αγορές φοβούνται ότι το πετρελαϊκό σοκ στο Ιράν θα πυροδοτήσει πρόσθετες δαπάνες, αυξάνοντας τα ελλείμματα και το χρέος.

Σημειωτέον, πέρυσι, υπό την ώθηση των κυβερνητικών δανεισμών, τα παγκόσμια επίπεδα χρέους αυξήθηκαν με τον ταχύτερο ρυθμό από την εποχή της πανδημίας, φτάνοντας στο επίπεδο ρεκόρ των 348 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή πάνω από τρεις φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ. Εύλογα πολύ λίγες κυβερνήσεις είναι σε θέση να εφαρμόσουν μέτρα τόνωσης.

Επιπλέον, οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται σε παρόμοιο αδιέξοδο, καθώς, αν και τις τελευταίες δεκαετίες συνεργάζονταν με τις κυβερνήσεις για να επεκτείνουν την τόνωση στο πρώτο σημάδι προβλήματος, τώρα δεν μπορούν να το κάνουν εύκολα. Σύμφωνα με τον Sharma, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) έχει χάσει τον στόχο πληθωρισμού 2% κάθε μήνα για 60 συνεχόμενους μήνες ενώ τρεις από κάθε τέσσερις κεντρικές τράπεζες σε ανεπτυγμένες χώρες και μία στις δύο σε αναδυόμενες χώρες δεν επιτυγχάνουν τους στόχους τους.

Ο Sharma τονίζει ότι, ακόμη κι αν η κρίση πετρελαίου επιβραδύνει τις οικονομίες, οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να δράσουν, καθώς το σοκ αυξάνει παράλληλα τον πληθωρισμό. Οι πιο ευάλωτες χώρες, όπως ανέφερε, είναι αυτές με το υψηλότερο δημόσιο χρέος και ελλείμματα, και με κεντρική τράπεζα που χάνει τον στόχο πληθωρισμού· στον ανεπτυγμένο κόσμο περιλαμβάνουν κυρίως τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ στον αναδυόμενο κόσμο οι πιο εκτεθειμένες χώρες είναι η Βραζιλία, η Αίγυπτος και η Ινδονησία.

Σύμφωνα με τον ίδιο, λίγες είναι οι σχετικά απρόσβλητες οικονομίες, και τείνουν να είναι μικρότερες, όπως η Ταϊβάν, το Βιετνάμ και η Σουηδία, που παρά το γενναιόδωρο κοινωνικό κράτος έχει έλλειμμα κάτω από 2% του ΑΕΠ. Ανέφερε επίσης ότι ενώ οι ΗΠΑ προστατεύονται από το σοκ πετρελαίου λόγω ενεργειακής αυτοδυναμίας, παραμένουν ευάλωτες σε παρατεταμένη σύγκρουση, καθώς είχαν το υψηλότερο έλλειμμα στον ανεπτυγμένο κόσμο πέρυσι, σχεδόν 6% του ΑΕΠ.

Οι αρμόδιοι χτυπούν καμπάνες εδώ και δεκαετίες αλλά δεν υπάρχει σαφές όριο πέρα από το οποίο ένα έλλειμμα είναι πιθανό να προκαλέσει οικονομικά προβλήματα. Πάντως αυτή τη φορά η αντίδραση της αγοράς ομολόγων στέλνει προειδοποίηση. Άλλα σημάδια, όπως οι πληρωμές τόκων για το χρέος των ΗΠΑ που πλέον ξεπερνούν τον προϋπολογισμό άμυνας, υποδηλώνουν ότι σε πάνω από 100% του ΑΕΠ το βάρος του χρέους είναι ολοένα και πιο πιεστικό ζήτημα.

Σύμφωνα με τον Sharma, η Ουάσιγκτον έχει συνηθίσει να δαπανά σαν να μην υπάρχει όριο· πέρυσι, ο Πρόεδρος Donald Trump αύξησε τις αμυντικές δαπάνες κατά 150 δισεκατομμύρια δολάρια, πριν τις τριπλασιάσει την προηγούμενη εβδομάδα, και πρότεινε μάλιστα να αυξήσει τον προϋπολογισμό του Πενταγώνου κατά άλλα 500 δισεκατομμύρια έως 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια, με μερική αντιστάθμιση από περικοπές σε άλλες κυβερνητικές υπηρεσίες. Προσέθεσε ότι αυτά τα μέτρα, μαζί με νέα φορολογικά κίνητρα και άλλες εκροές από το Ταμείο, θα μπορούσαν να ωθήσουν το έλλειμμα των ΗΠΑ κοντά στο 7% του ΑΕΠ φέτος.

Τέλος, ο επικεφαλής του Rockerfeller Institute υπογραμμίζει ότι αυτό που καθιστά το σοκ του Ιράν τόσο διαφορετικό από τα προηγούμενα είναι ότι, παρά το γεγονός ότι η παγκόσμια οικονομία έχει βιώσει ακόμη πιο απότομες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και έχει γίνει πιο αποδοτική στη χρήση ενέργειας, κάθε παρατεταμένη αύξηση στις τιμές του πετρελαίου είναι πιθανό να μεγεθυνθεί από το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις έχουν περιορισμένα πολιτικά πυρομαχικά για να την αντιμετωπίσουν. Αυτή η νέα ευπάθεια, όπως τονίζει, θα εκθέσει την παγκόσμια οικονομία όχι μόνο στις συνέπειες του πολέμου στο Ιράν, αλλά σε κάθε πετρελαϊκό σοκ στο προσεχές μέλλον. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

Πηγή: Financial Times