Γιατί η εγχώρια αγορά τέχνης μπήκε στον «πάγο»

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πώς η οικονομική κρίση επηρέασε τις γκαλερί, τους συλλέκτες και τους καλλιτέχνες.

Από την Έφη Πάλλη

Η αγορά έργων τέχνης στην Ελλάδα έχει «παγώσει» τα τελευταία τρία, κυρίως, χρόνια, καθώς τα αποτελέσματα της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης διαφαίνονται καθαρά σε όλους τους κλάδους και τους επιμέρους τομείς της εγχώριας εμπορικής δραστηριότητας.

Η κρίση, άγγιξε τους «μικρούς» συλλέκτες, δηλαδή όλους όσοι έχουν ένα ειδικό ενδιαφέρον σε σχέση με την τέχνη, που τους εξασφαλίζει ένα καλό εισόδημα ώστε να επενδύσουν κάποιο ποσό διευρύνοντας έτσι τη συλλογή τους. Αυτό το ποσό δεν ξεπερνούσε τις κάποιες χιλιάδες ευρώ ανά αγοραστή, αποτελούσε ωστόσο σημαντικό έως και «ζωοφόρο» παράγοντα για τις γκαλερί σε μια χώρα όπου δεν έχει ωριμάσει το γεγονός πως το κίνημα «τέχνη για την τέχνη» έχει εδώ και δεκαετίες ξεθωριάσει και πως η τέχνη είναι πολύ πιο προσιτή απ’ ότι οι περισσότεροι νομίζουν.

Οι μεγαλο-συλλέκτες, οι οποίοι είναι ούτως ή άλλως λίγοι στην Ελλάδα, συνέχισαν να τονώνουν με κάποιες «ενέσεις» την αγορά διαθέτοντας όμως μικρότερα ποσά, για λιγότερα έργα, κάνοντας περισσότερη έρευνα πριν προχωρήσουν στην απόκτησή τους. Η ειδοποιός διαφορά με τους συλλέκτες αυτούς είναι ότι αφενός στην ελεύθερη οικονομία που ζούμε έγιναν πιο ενεργοί αναφορικά με την αγορά έργων από καταξιωμένους καλλιτέχνες, ως επί το πλείστον μέσω δημοπρασιών γνωστών Οίκων, θέτοντας έτσι τον πήχη του ανταγωνισμού για τις εγχώριες αίθουσες τέχνης σε πολύ υψηλά επίπεδα. Αφετέρου το κλίμα για τους ανερχόμενους καλλιτέχνες έγινε σε πολλές περιπτώσεις αβάσταχτο οπότε σε μια προσπάθεια να επιβιώσουν αναγκάστηκαν, είτε να ξεπουλούν τα πονήματά τους σε πολύ χαμηλές τιμές, είτε να εγκαταλείψουν εντελώς την τέχνη τους, γεγονός που δεν ικανοποιεί τους συλλέκτες.

Και αυτό γιατί έργα από τις ίδιες συλλογές που είχαν παλαιότερα ακριβοπληρώσει, πωλούνταν πλέον σε τιμές μέχρι και πέντε φορές χαμηλότερες, ενώ παράλληλα κάποιες «επενδύσεις» τους σε νέους καλλιτέχνες υποτιμήθηκαν δραματικά.

Σε αυτές οι συνθήκες ο ρόλος του γκαλερίστα είναι πρωταγωνιστικός. Κάποιοι άδραξαν την ευκαιρία και κατάφεραν να αυξήσουν τα κέρδη τους εις βάρος τόσο των καλλιτεχνών όσο και των αγοραστών δημιουργώντας μια σχέση δυσπιστίας για αμφότερες τις πλευρές. Κάποιοι άλλοι, προχωρώντας σε πιο προσεκτικές κινήσεις μπόρεσαν να διατηρήσουν τη φήμη τους και τη φερεγγυότητά τους επικρατώντας επί των καιροσκόπων. Ωστόσο για τους τελευταίους, η θετική εικόνα δε σήμαινε και θετικά πρόσημα στους ισολογισμούς τους, καθώς καταγράφηκαν ζημίες που με την πάροδο του χρόνου και το ασταθές πολιτικό- οικονομικό σκηνικό ανάγκασαν αξιόλογες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο τέχνης να βάλουν λουκέτο.

Η ελπίδα έρχεται τώρα από δυναμικούς καλλιτέχνες που συνεχίζουν και μάλιστα εξελίσσουν το έργο τους. Πολλοί από αυτούς έχουν δημιουργήσει εύχρηστες ιστοσελίδες παρουσιάζοντας τη δουλειά τους και αναδεικνύοντας την «αξία» των έργων τους, καταφέρνοντας να προσεγγίσουν από τρανταχτά ονόματα συλλεκτών μέχρι και τον απλώς φιλότεχνο νέο που αντί να δώσει χρήματα σε κάποιο πολυτελές αγαθό, προτιμά να αποκτήσει μια μεταξοτυπία, ένα καλοεκτυπωμένο αντίτυπο ή ένα αυθεντικό έργο που η τιμή του ανταποκρίνεται στο budget του.

Αυτό το νέο είδος αγοραστών, που δεν είναι παρά μισθωτοί ηλικίας από 25 μέχρι 40 ετών αλλά εκτιμούν την καλλιτεχνική δημιουργία και έχουν εν γένει απεμπλακεί από τα «στεγανά» και τις υπερφίαλες σπατάλες που δίδαξαν οι προηγούμενες γενιές, αποτελούν την καρδιά του σύγχρονου χρηματιστηρίου της τέχνης στη χώρα μας.