Γιατί οι εταιρείες πρέπει να αποκτήσουν στρατηγική για την παγκόσμια υγεία

Οι περισσότεροι διευθύνοντες σύμβουλοι δεν διαθέτουν μια στρατηγική για την παγκόσμια υγεία. Αυτό πρέπει να αλλάξει.

των Ashish K. Jha και Peter Sands, Harvard Global Health Institute

Γιατί άραγε μόνο το 9% των εταιρειών της λίστας Fortune 500 διαθέτει μια παγκόσμια στρατηγική για την υγεία, τη στιγμή που το 74% διαθέτει μια περιβαλλοντική στρατηγική;

Η απάντηση βρίσκεται στην πολύ διαφορετική σχέση που έχει ο ιδιωτικός τομέας με την περιβαλλοντική κοινότητα έναντι της σχέσης του με την παγκόσμια κοινότητα υγείας.

Μέσω ενός συνδυασμού αμφισβήτησης και εποικοδομητικής εμπλοκής, οι περιβαλλοντικοί ακτιβιστές έχουν καταφέρει να αναγκάσουν τον ιδιωτικό τομέα να υιοθετήσει την αειφορία ως υποχρέωση, αλλά και ως ευκαιρία.

Αντίθετα, η παγκόσμια κοινότητα υγείας συχνά δυσκολεύεται να εμπλακεί ακόμη και με εκείνες τις εταιρείες που σχετίζονται άμεσα με την υγειονομική περίθαλψη, και σε μεγάλο βαθμό έχει αποτύχει να εμπλέξει τον ευρύτερο ιδιωτικό τομέα στην αποστολή της κοινότητας για τη βελτίωση της υγείας και της ευημερίας των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.

Εμείς, μαζί με την Kathryn Horneffer και τον Ryan Morhard, ολοκληρώσαμε πρόσφατα μια ανάλυση των εκθέσεων και των ιστοτόπων των εταιρειών της λίστας Fortune 500 που έδειξε ότι οι παγκόσμιοι επαγγελματίες υγείας μπορούν να στραφούν στο κίνημα για το κλίμα για έμπνευση και καθοδήγηση ως προς το πώς να εμπλακούν καλύτερα με την επιχειρηματική κοινότητα. Αν και μια τέτοια ανάλυση είναι ενδεικτική και όχι οριστική, δείχνει την επιτυχία του κινήματος για το κλίμα και τη σχετική αποτυχία του παγκόσμιου κινήματος υγείας.

Δεν ήταν πάντα έτσι. Το 2002, οι περιβαλλοντικοί ηγέτες στα Ηνωμένα Έθνη προειδοποίησαν ότι μόνο ένας μικρός αριθμός εταιρειών λάμβαναν υπόψη τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές ανησυχίες για τις δραστηριότητές τους. Από τότε, ένας συνδυασμός ακτιβισμού, ρύθμισης και εταιρικής ηγεσίας έχει μεταμορφώσει την εικόνα: Οι περισσότερες μεγάλες εταιρείες έχουν πλέον σαφείς περιβαλλοντικές στρατηγικές, με ξεκάθαρους στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτό εκτείνεται πέρα από τους τομείς για τους οποίους η βλάβη στο περιβάλλον είναι μια επιχειρηματική ευκαιρία (όπως οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας) ή που θεωρείται ότι συμβάλλουν στο πρόβλημα (όπως οι εταιρείες αερομεταφορών και ενέργειας). Σήμερα, οι περισσότερες μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες ασχολούνται πραγματικά με τα περιβαλλοντικά ζητήματα.

Η αντίθεση με την υγεία είναι εντυπωσιακή. Μόνο το 4% των εταιρειών που μελετήσαμε ορίζουν κάποιου είδους στόχο για την υγεία, ενώ το 55% δεσμεύεται σε κάποιο στόχο μείωσης εκπομπών. Εάν αφαιρέσουμε τους πιο προφανείς τομείς από την ανάλυση – φαρμακευτικές εταιρείες, εταιρείες τροφίμων και ποτών, παρόχους υπηρεσιών υγείας – σχεδόν καμία άλλη εταιρεία δεν φαίνεται να πιστεύει ότι χρειάζεται στρατηγική για την υγεία (6%) ή κάποια αναφορά ως προς την επίπτωση της λειτουργίας της στην υγεία (1%).

Εκ πρώτης όψεως, οι εταιρείες αυτές φαίνεται να αντιμετωπίζουν τα ζητήματα υγείας ως ίσης σημασίας με τα περιβαλλοντικά ζητήματα, όσον αφορά την εταιρική φιλανθρωπία – 32% αναφέρουν τους δύο κλάδους ως σημείο εστίασης για εταιρικές δωρεές. Ωστόσο, η αλλαγή του κλίματος και τα ευρύτερα περιβαλλοντικά ζητήματα αντιμετωπίζονται ως επιχειρηματικές προτεραιότητες, με στρατηγικές και μετρήσιμους στόχους, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με την παγκόσμια υγεία.

Πρέπει να αλλάξουμε τη στάση των εταιρειών απέναντι στην παγκόσμια υγεία με τον ίδιο τρόπο που αυτό συνέβη απέναντι στο περιβάλλον. Ωστόσο, αυτό θα απαιτήσει αλλαγή νοοτροπίας όχι μόνο από τους ηγέτες των επιχειρήσεων αλλά και από τους ηγέτες της παγκόσμιας κοινότητας υγείας. Αυτή τη στιγμή, πολλοί στην παγκόσμια κοινότητα υγείας αντιμετωπίζουν τον ιδιωτικό τομέα με βαθιά καχυποψία. Άλλοι (όπως εμείς και όσοι υπογράφουν την προαναφερθείσα ανάλυση) υποστηρίζουν ότι η επίτευξη του τρίτου Στόχου του ΟΗΕ για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη – «να εξασφαλιστεί η καλή υγεία και να προωθηθεί η ευημερία για όλους σε όλες τις ηλικίες» – θα απαιτήσει την εκτεταμένη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων, και ότι χρειαζόμαστε απεγνωσμένα τον δυναμισμό, την καινοτομία και τους πόρους του ιδιωτικού τομέα.

Η παγκόσμια κοινότητα υγείας πρέπει να αναρωτηθεί γιατί έχει αποτύχει να εμπλέξει επιτυχώς τον ιδιωτικό τομέα, τι πρέπει να διεκδικήσει, και πώς να αλλάξει τη σχέση αυτή. Πρέπει να εξετάσουμε πιο συστηματικά τι έχει κάνει η περιβαλλοντική κοινότητα και να δούμε πού μπορούμε να υιοθετήσουμε την προσέγγισή της. Οι περιβαλλοντολόγοι έχουν ασχοληθεί πολύ πιο ενεργά με την εμπλοκή τομέων που προκαλούν περιβαλλοντικά προβλήματα, αμφισβητώντας τους αλλά και ενθαρρύνοντάς τους να γίνουν μέρος της λύσης. Η περιβαλλοντική κοινότητα έχει επίσης αποδειχθεί αποτελεσματική στην ευρεία αποδοχή συγκεκριμένων εργαλείων για τη μέτρηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων μιας επιχείρησης.

Ταυτόχρονα, οι ηγέτες των επιχειρήσεων θα πρέπει να αναρωτηθούν ποιες είναι οι ευθύνες τους και πώς μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της παγκόσμιας υγείας. Οι περισσότερες εταιρείες έχουν μια σχετικά στοιχειώδη κατανόηση της ευπάθειας τους απέναντι σε κινδύνους για την υγεία• για παράδειγμα, πολλοί δεν καταλαβαίνουν πώς οι ασθένειες μπορεί να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των πελατών, την παραγωγικότητα του προσωπικού, ή τις αλυσίδες εφοδιασμού. Η συστηματικότερη μέτρηση και διαχείριση των κινδύνων για την υγεία θα ήταν ένα καλό σημείο εκκίνησης. Ομοίως, πολλές επιχειρήσεις θα πρέπει να μελετήσουν τον αντίκτυπο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους ως προς την υγεία και πώς θα μπορούσαν να βελτιώσουν την υγεία των κοινοτήτων στις οποίες δραστηριοποιούνται.

Η καλή υγεία είναι ισχυρός παράγοντας ανάπτυξης της παραγωγικότητας, ενώ οι κίνδυνοι που συνδέονται με την υγεία, όπως η εξάπλωση μολυσματικών ασθενειών, μπορούν να προκαλέσουν τεράστια αποδιοργάνωση στις επιχειρήσεις. Η βελτίωση του παγκόσμιου περιβάλλοντος θεωρείται πλέον μια καλή επιχειρηματική δραστηριότητα• το ίδιο θα πρέπει να συμβεί και με τη βελτίωση της παγκόσμιας υγείας.