Γιατί ο ΦΠΑ παραμένει αδύναμος κρίκος της ελληνικής φορολογίας
- 29/01/2026, 08:15
- SHARE
- Ο ΦΠΑ παραμένει βασική πηγή εσόδων, με εισπράξεις άνω των 29,2 δισ. ευρώ το 2026
- Η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου στην απόδοση ΦΠΑ
- Το ΙΟΒΕ εντοπίζει απώλειες λόγω εξαιρέσεων και περιορισμένης φορολογικής βάσης
Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) παραμένει διαχρονικά η μεγαλύτερη «δεξαμενή» εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού, ωστόσο η δομή του στην Ελλάδα εξακολουθεί να παρουσιάζει σοβαρές στρεβλώσεις. Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η χώρα συνεχίζει να υστερεί σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο τόσο στην απόδοση όσο και στη δικαιοσύνη κατανομής του φορολογικού βάρους.
Για το 2026, οι εισπράξεις από ΦΠΑ εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 29,2 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά περίπου 1,6 δισ. σε σύγκριση με το 2025. Το μέγεθος αυτό περιορίζει τα περιθώρια ουσιαστικών παρεμβάσεων, καθώς κάθε αλλαγή στους συντελεστές συνεπάγεται υψηλό δημοσιονομικό κόστος, ενώ παραμένει αβέβαιο αν πιθανές μειώσεις θα μετακυλιστούν τελικά στις τιμές.
Η εικόνα σύμφωνα με το ΙΟΒΕ
Σε ειδικό κεφάλαιο της τριμηνιαίας έκθεσής του για την ελληνική οικονομία, το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί στην είσπραξη εσόδων από ΦΠΑ σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η υστέρηση αυτή αποδίδεται αφενός στην έλλειψη πλήρους συμμόρφωσης —παρά τη σαφή πρόοδο των τελευταίων ετών— και αφετέρου στις πολλές εξαιρέσεις που περιορίζουν τη φορολογική βάση και μειώνουν τα πραγματικά έσοδα σε σχέση με τα δυνητικά.
Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, σημαντική πηγή απώλειας εσόδων αποτελεί η ίδια η φορολογική πολιτική, όταν μέσω εξαιρέσεων ή μειωμένων συντελεστών περιορίζεται το οφειλόμενο ποσό ΦΠΑ σε συγκεκριμένα αγαθά ή υπηρεσίες.
Οι παρεμβάσεις αυτές είτε στοχεύουν στην κοινωνική προστασία ευάλωτων ομάδων είτε στην ενίσχυση της κατανάλωσης συγκεκριμένων προϊόντων, ωστόσο συνοδεύονται από σημαντικό κόστος για τα δημόσια έσοδα.
Σημαντική πρόοδος στη συμμόρφωση
Στο σκέλος της συμμόρφωσης, πάντως, καταγράφεται σαφής βελτίωση. Το κενό ΦΠΑ μειώθηκε κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες το 2023 σε σύγκριση με το 2019 — η μεγαλύτερη μείωση που καταγράφηκε μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στον περιορισμό του άδικου επιμερισμού του φορολογικού βάρους και του αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν η επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών και η άνοδος του ηλεκτρονικού εμπορίου, με τις διαδικτυακές πωλήσεις να αυξάνονται από 3,8% το 2018 σε 6,9% το 2022.
Οι υψηλοί συντελεστές
Παρά τη βελτίωση στη συμμόρφωση, το ζήτημα των υψηλών συντελεστών παραμένει. Σύμφωνα με τη νέα συγκριτική μελέτη του Tax Foundation, η Ελλάδα διατηρεί έναν από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στην Ευρώπη, με βασικό συντελεστή 24% και μειωμένο 13%, καταλαμβάνοντας την 7η θέση.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στο ύψος των συντελεστών, αλλά και στη στενή βάση των προϊόντων που υπάγονται σε μειωμένους ή υπερμειωμένους συντελεστές.
Στην Ελλάδα, στον υπερμειωμένο συντελεστή 6% υπάγονται περιορισμένες κατηγορίες, όπως βιβλία, εφημερίδες, εισιτήρια πολιτιστικών εκδηλώσεων, φαρμακευτικά προϊόντα, ιατρικά υλικά, ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο. Από τον κατάλογο απουσιάζουν βασικά είδη διατροφής, γεγονός που επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Η ευρωπαϊκή σύγκριση
Στην κορυφή της Ευρώπης βρίσκεται η Ουγγαρία με συντελεστή 27%, ενώ ακολουθούν η Φινλανδία (25,5%) και χώρες όπως η Δανία και η Σουηδία (25%). Στον αντίποδα, το Λουξεμβούργο εφαρμόζει τον χαμηλότερο συντελεστή με 17%, ενώ Γερμανία και Κύπρος βρίσκονται στο 19%.
Ο μέσος κανονικός συντελεστής ΦΠΑ στην ΕΕ διαμορφώνεται στο 21,9%, χαμηλότερα από τον ελληνικό, γεγονός που ενισχύει το αίσθημα φορολογικής πίεσης στην εγχώρια αγορά.
Ταυτόχρονα, αρκετές χώρες προχώρησαν το τελευταίο διάστημα σε αναπροσαρμογές των συντελεστών τους, είτε με στοχευμένες μειώσεις είτε με αναδιαρθρώσεις της φορολογικής βάσης, αναδεικνύοντας τον συνεχή προβληματισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αποτελεσματικότητα του ΦΠΑ.