Γιατί ο μισθός κοστίζει πολύ στην επιχείρηση και φτάνει μειωμένος στον εργαζόμενο

Γιατί ο μισθός κοστίζει πολύ στην επιχείρηση και φτάνει μειωμένος στον εργαζόμενο
Stack of coins next to a upward curve symbolizing rising costs due to inflation Photo: Shutterstock
Στο 39,3% του κόστους εργασίας ανέρχονται φόροι και ασφαλιστικές εισφορές για τον μέσο άγαμο εργαζόμενο στην Ελλάδα, έναντι 35,1% στον ΟΟΣΑ.
  • Φόροι και ασφαλιστικές εισφορές απορροφούν το 39,3% του συνολικού κόστους ενός άγαμου εργαζομένου με μέσο μισθό.
  • Ο αντίστοιχος μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ διαμορφώνεται στο 35,1%.
  • Το επιβεβαιωμένο κενό ΦΠΑ στην Ελλάδα μειώθηκε στο 11,4% το 2023, από 24% το 2019.
  • Η χώρα εξακολουθεί να βασίζεται έντονα στη φορολόγηση της εργασίας και της κατανάλωσης.

Στο 39,3% του συνολικού κόστους εργασίας διαμορφώθηκε το 2025 η φορολογική επιβάρυνση για έναν άγαμο εργαζόμενο χωρίς παιδιά που λαμβάνει τον μέσο μισθό στην Ελλάδα, σύμφωνα με την έκθεση «Taxing Wages 2026» του ΟΟΣΑ.

Το ποσοστό περιλαμβάνει τον φόρο εισοδήματος και τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου και εργοδότη, αφού αφαιρεθούν τυχόν οικογενειακές παροχές. Ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν αισθητά χαμηλότερος, στο 35,1%.

Η διαφορά των 4,2 ποσοστιαίων μονάδων κατατάσσει την Ελλάδα στο υψηλότερο μισό των χωρών του οργανισμού ως προς το φορολογικό βάρος που επιβάλλεται στη μισθωτή εργασία.

Μικρή αποκλιμάκωση, αλλά υψηλό βάρος

Το ελληνικό φορολογικό βάρος υποχώρησε ελαφρά σε σχέση με το 2024, όταν είχε διαμορφωθεί περίπου στο 39,5%. Η βελτίωση, ωστόσο, παραμένει περιορισμένη και δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα.

Σε βάθος χρόνου, μάλιστα, η επιβάρυνση είναι υψηλότερη από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ο φορολογικός συντελεστής για τον μέσο άγαμο εργαζόμενο αυξήθηκε από 38,7% το 2000 σε 39,3% το 2025, ενώ στο ίδιο διάστημα ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ μειώθηκε από 36,1% σε 35,1%.

Για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, ιδιαίτερα σε υψηλότερα εισοδήματα ή διαφορετικές οικογενειακές συνθέσεις, το συνολικό άθροισμα φόρων και εισφορών μπορεί να πλησιάζει ή να υπερβαίνει το 44%.

Η υψηλή επιβάρυνση περιορίζει τη διαφορά μεταξύ μικτού και καθαρού μισθού, αυξάνει το συνολικό κόστος για τις επιχειρήσεις και μπορεί να αποδυναμώνει τα κίνητρα για νέες προσλήψεις ή για αύξηση της δηλωμένης εργασίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το φορολογικό μοντέλο στηρίζεται στους μισθωτούς

Το ελληνικό φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να αντλεί σταθερά έσοδα από εισοδήματα που δηλώνονται και ελέγχονται εύκολα, κυρίως από μισθωτούς και συνταξιούχους.

Η εξάρτηση αυτή περιορίζει τα περιθώρια για ουσιαστική ελάφρυνση της εργασίας, ακόμη και μετά τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και την πρόοδο που έχει σημειωθεί στον περιορισμό της φοροδιαφυγής.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει γενικότερα ότι η υψηλή φορολόγηση της εργασίας μπορεί να λειτουργήσει ως αντικίνητρο για την απασχόληση και την αύξηση των ωρών εργασίας, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με περιορισμένες φορολογικές ελαφρύνσεις για οικογένειες ή χαμηλότερα εισοδήματα.

Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μεταφέρει σταδιακά μέρος της φορολογικής επιβάρυνσης από τη δηλωμένη εργασία σε ευρύτερες και λιγότερο στρεβλωτικές φορολογικές βάσεις.

Μεγάλη πρόοδος στο κενό ΦΠΑ

Σημαντική είναι, αντίθετα, η πρόοδος στη φορολογική συμμόρφωση και ειδικότερα στην είσπραξη του ΦΠΑ.

Το λεγόμενο VAT compliance gap, δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στα θεωρητικά έσοδα από τον ΦΠΑ και στα ποσά που εισπράττονται πραγματικά, υποχώρησε στην Ελλάδα στο 11,4% το 2023, από 24% το 2019.

Σε απόλυτους αριθμούς, τα διαφυγόντα έσοδα από ΦΠΑ εκτιμήθηκαν στα 2,53 δισ. ευρώ το 2023. Η Ελλάδα, πάντως, εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος ήταν περίπου 9,5%.

Προκαταρκτικές εκτιμήσεις για το 2024 τοποθετούν το ελληνικό κενό ΦΠΑ κοντά στο 9%, αλλά το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί ακόμη την τελευταία οριστική ευρωπαϊκή μέτρηση.

Καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση έχουν διαδραματίσει η διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η υποχρεωτική χρήση POS, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με την ΑΑΔΕ και η ψηφιακή διαβίβαση παραστατικών μέσω του myDATA.

Υψηλό παραμένει το «κενό πολιτικής» στον ΦΠΑ

Διαφορετική εικόνα παρουσιάζει το VAT policy gap, το οποίο δεν αφορά τη φοροδιαφυγή, αλλά τα δυνητικά έσοδα που δεν εισπράττονται εξαιτίας μειωμένων συντελεστών και φορολογικών εξαιρέσεων.

Για την Ελλάδα, το ευρύτερο κενό πολιτικής παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τις πολλές διαφοροποιήσεις συντελεστών και εξαιρέσεις που περιορίζουν την πραγματική φορολογική βάση.

Η ύπαρξη υψηλού policy gap δεν σημαίνει ότι όλες οι εξαιρέσεις πρέπει να καταργηθούν, καθώς αρκετές υπηρετούν κοινωνικούς ή οικονομικούς στόχους. Αναδεικνύει, όμως, την πολυπλοκότητα του συστήματος και την ανάγκη αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας κάθε ειδικού καθεστώτος.

Η εξάρτηση από την κατανάλωση

Η Ελλάδα διατηρεί βασικό συντελεστή ΦΠΑ 24%, έναν από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στους έμμεσους φόρους για τη χρηματοδότηση των δημόσιων εσόδων.

Η δομή αυτή θεωρείται λιγότερο προοδευτική, καθώς οι φόροι στην κατανάλωση επιβαρύνουν αναλογικά περισσότερο τα νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, τα οποία διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για βασικές ανάγκες.

Παράλληλα, η ισχυρή εξάρτηση από τον ΦΠΑ καθιστά τα δημόσια έσοδα περισσότερο ευάλωτα σε περιόδους υποχώρησης της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Τα φορολογικά αντικίνητρα στην πράσινη μετάβαση

Η Κομισιόν επισημαίνει επίσης ότι η φορολογική διάρθρωση στον ενεργειακό τομέα δεν ευθυγραμμίζεται πάντοτε με τους στόχους της πράσινης μετάβασης.

Οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις μπορούν να διευρύνουν τη διαφορά κόστους μεταξύ ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, περιορίζοντας τα κίνητρα για εξηλεκτρισμό της θέρμανσης, των μεταφορών και της βιομηχανίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διαφορετική φορολογική αντιμετώπιση βενζίνης και πετρελαίου κίνησης. Η χαμηλότερη επιβάρυνση του ντίζελ μπορεί να λειτουργεί αντίθετα προς τον περιβαλλοντικό στόχο περιορισμού καυσίμων με υψηλότερες εκπομπές ρύπων.

Η συνολική εικόνα είναι εκείνη μιας χώρας που έχει βελτιώσει θεαματικά τους μηχανισμούς είσπραξης, αλλά εξακολουθεί να αναζητά ένα πιο ισορροπημένο φορολογικό μείγμα: με χαμηλότερη επιβάρυνση της δηλωμένης εργασίας, ευρύτερη φορολογική βάση και ισχυρότερα κίνητρα για επενδύσεις και πράσινη μετάβαση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: