Γιατί όσοι μιλούν πολλές γλώσσες φαίνονται… νεότεροι
- 03/02/2026, 23:00
- SHARE
-
Η πολυγλωσσία συνδέεται με βραδύτερη βιολογική και γνωστική γήρανση, σύμφωνα με ανάλυση 86.000 Ευρωπαίων.
-
Μία επιπλέον γλώσσα βοηθά, αλλά πολλές προσφέρουν ακόμη ισχυρότερη προστασία, με αποτέλεσμα «δόσης–απόκρισης».
-
Το όφελος σχετίζεται με ενίσχυση εγκεφαλικών δομών όπως ο ιππόκαμπος και αυξημένη ανθεκτικότητα σε νοητική φθορά.
Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ζουν περισσότερο από ποτέ. Η αυξημένη μακροζωία δημιουργεί νέες ευκαιρίες, αλλά φέρνει και σημαντικές προκλήσεις, με κυριότερη τον κίνδυνο ηλικιακής γνωστικής έκπτωσης.
Πέρα από τις σωματικές αλλαγές —όπως μειωμένη δύναμη ή πιο αργή κίνηση— πολλοί ηλικιωμένοι δυσκολεύονται με τη μνήμη, την προσοχή και τις καθημερινές δραστηριότητες. Εδώ και χρόνια, οι ερευνητές προσπαθούν να κατανοήσουν γιατί κάποιοι άνθρωποι διατηρούν πνευματική διαύγεια, ενώ άλλοι εμφανίζουν ταχύτερη επιδείνωση. Μια ιδέα που κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος είναι η πολυγλωσσία, δηλαδή η ικανότητα να μιλά κανείς περισσότερες από μία γλώσσες.
Όταν κάποιος γνωρίζει δύο ή περισσότερες γλώσσες, όλες παραμένουν ενεργές στον εγκέφαλο. Κάθε φορά που ένας πολύγλωσσος θέλει να μιλήσει, ο εγκέφαλος πρέπει να επιλέξει τη σωστή γλώσσα και ταυτόχρονα να καταστείλει τις υπόλοιπες. Αυτή η συνεχής νοητική διαδικασία λειτουργεί σαν καθημερινή «προπόνηση εγκεφάλου».
Η επιλογή μίας γλώσσας, η αναστολή των άλλων και η εναλλαγή μεταξύ τους ενισχύουν τα εγκεφαλικά δίκτυα της προσοχής και του γνωστικού ελέγχου. Σε βάθος χρόνου, οι ερευνητές θεωρούν ότι αυτή η σταθερή νοητική άσκηση μπορεί να προστατεύσει τον εγκέφαλο καθώς γερνά.
Μελέτες που συνέκριναν δίγλωσσους και μονόγλωσσους έχουν δείξει ότι όσοι χρησιμοποιούν περισσότερες από μία γλώσσες ενδέχεται να διατηρούν καλύτερες γνωστικές δεξιότητες σε μεγαλύτερη ηλικία. Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν ήταν πάντα συνεπή: κάποιες έρευνες έδειξαν σαφή πλεονεκτήματα, ενώ άλλες ελάχιστες ή μηδενικές διαφορές.
Μια νέα, μεγάλης κλίμακας μελέτη έρχεται τώρα να προσφέρει ισχυρότερα στοιχεία και ένα κρίσιμο εύρημα: μία επιπλέον γλώσσα βοηθά, αλλά περισσότερες βοηθούν ακόμη περισσότερο.
Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα από πάνω από 86.000 υγιείς ενήλικες ηλικίας 51 έως 90 ετών σε 27 ευρωπαϊκές χώρες. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τεχνικές μηχανικής μάθησης, εκπαιδεύοντας ένα μοντέλο να εντοπίζει μοτίβα σε χιλιάδες σημεία δεδομένων. Το μοντέλο εκτιμούσε πόσο «ηλικιωμένος» φαινόταν κάποιος, με βάση την καθημερινή λειτουργικότητα, τη μνήμη, το επίπεδο εκπαίδευσης, την κίνηση και προβλήματα υγείας όπως καρδιοπάθειες ή απώλεια ακοής.
Η σύγκριση της προβλεπόμενης ηλικίας με την πραγματική ηλικία δημιούργησε αυτό που οι ερευνητές ονόμασαν «βιοσυμπεριφορικό χάσμα ηλικίας». Αρνητικό χάσμα σήμαινε ότι κάποιος φαινόταν νεότερος από τη βιολογική του ηλικία· θετικό χάσμα ότι φαινόταν μεγαλύτερος.
Στη συνέχεια, η ομάδα εξέτασε πόσο πολύγλωσση ήταν κάθε χώρα, με βάση το ποσοστό των πολιτών που μιλούσαν καμία, μία, δύο, τρεις ή περισσότερες ξένες γλώσσες. Χώρες με υψηλή πολυγλωσσία ήταν το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, η Φινλανδία και η Μάλτα. Χώρες με χαμηλή πολυγλωσσία ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ουγγαρία και η Ρουμανία.
Οι άνθρωποι που ζούσαν σε χώρες όπου η πολυγλωσσία είναι διαδεδομένη είχαν μικρότερη πιθανότητα επιταχυνόμενης γήρανσης. Αντίθετα, οι μονόγλωσσοι ήταν πιο πιθανό να εμφανίζονται βιολογικά μεγαλύτεροι από την πραγματική τους ηλικία. Ακόμη και μία επιπλέον γλώσσα έκανε ουσιαστική διαφορά, ενώ πολλές γλώσσες ενίσχυαν περαιτέρω το προστατευτικό αποτέλεσμα, υποδηλώνοντας μια σχέση «δόσης–απόκρισης».
Τα ευρήματα ήταν πιο έντονα σε άτομα στα τέλη της δεκαετίας των 70 και στα 80 τους. Η γνώση δύο ή περισσότερων γλωσσών δεν βοηθούσε απλώς — παρείχε σαφώς ισχυρότερη ασπίδα απέναντι στη γνωστική φθορά.
Θα μπορούσε αυτό να οφείλεται σε παράγοντες όπως πλούτος, εκπαίδευση ή πολιτική σταθερότητα; Οι ερευνητές το εξέτασαν, προσαρμόζοντας τα δεδομένα για δεκάδες εθνικούς δείκτες, όπως ποιότητα αέρα, μετανάστευση, ανισότητες φύλου και πολιτικό κλίμα. Ακόμη και τότε, το προστατευτικό αποτέλεσμα της πολυγλωσσίας παρέμεινε ισχυρό, υποδεικνύοντας ότι η ίδια η γλωσσική εμπειρία έχει μοναδική συμβολή.
Αν και η μελέτη δεν εξέτασε άμεσα τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς, πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η νοητική προσπάθεια διαχείρισης πολλών γλωσσών εξηγεί τα αποτελέσματα. Έρευνες δείχνουν ότι η εναλλαγή γλωσσών ενεργοποιεί το σύστημα εκτελεστικού ελέγχου του εγκεφάλου — τις λειτουργίες της προσοχής, της αναστολής και της εναλλαγής εργασιών.
Η αποτροπή «λάθος λέξεων», η απομνημόνευση διαφορετικών λεξιλογίων και η σωστή επιλογή έκφρασης επιβαρύνουν συστηματικά αυτά τα κυκλώματα. Έργο του εργαστηρίου των ερευνητών έχει δείξει ότι όσοι χρησιμοποιούν δύο γλώσσες σε όλη τους τη ζωή έχουν μεγαλύτερο όγκο ιππόκαμπου.
Ο ιππόκαμπος —βασική περιοχή για τη μνήμη— όταν είναι δομικά πιο ανθεκτικός, συνδέεται με καλύτερη μνημονική λειτουργία και μεγαλύτερη αντίσταση στη νευροεκφυλιστική φθορά, όπως στο Alzheimer.
Η νέα αυτή έρευνα ξεχωρίζει για το μέγεθος, τη μακροχρόνια οπτική και τον πολυδιάστατο ορισμό της γήρανσης. Συνδυάζοντας βιολογικά, συμπεριφορικά και περιβαλλοντικά δεδομένα, καταλήγει σε ένα σταθερό μοτίβο: η πολυγλωσσία συνδέεται στενά με πιο υγιή γήρανση. Δεν αποτελεί μαγική λύση, αλλά μπορεί να είναι μία από τις καθημερινές εμπειρίες που κρατούν τον εγκέφαλο ευέλικτο, ανθεκτικό και «νεότερο» για περισσότερο χρόνο.