Γιατί ξεθωριάζει το γερμανικό οικονομικό «θαύμα»

Πώς η αστάθεια στην Ευρωζώνη επηρεάζει τη μεγαλύτερη οικονομία της και γιατί η Γερμανία εμμένει στην πολιτική λιτότητας. 

Στην προεκλογική εκστρατεία του 1957 στην Γερμανία, ο Κόνραντ Αντενάουερ πολιτεύθηκε με το σύνθημα «όχι πειράματα». Μετά από 57 χρόνια, τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει στην λογική του γερμανικού κράτους και της κυβέρνησης Μέρκελ, που ξορκίζει κάθε «πείραμα» που μπορεί να αμφισβητήσει την πολιτική της δημοσιονομικής πειθαρχίας στην Ευρωζώνη.

Στους Γερμανούς αρέσει να κάνουν παρατηρήσεις στις «σπάταλες» χώρες, όπως κάνει ο πατέρας μιας οικογένειας που επιπλήττει τα παιδιά του για τα αχρείαστα έξοδα. Αφού η Γερμανία δεν δίνει το «κακό» παράδειγμα και αποφάσισε να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό της το 2015, είναι αδιανόητο για την Καγκελαρία, η Γαλλία να θέλει να μεταφέρει το στόχο για μείωση του ελλείμματός της, δύο χρόνια μετά. Πόσο μάλλον, μικρότερες χώρες όπως η Ελλάδα να ζητούν να πάρουν μια «ανάσα» από τα συνεχή μέτρα λιτότητας, την ώρα που ο Γερμανός πολίτης, παρά την ενίσχυση της γερμανικής οικονομίας τα τελευταία 14 χρόνια, δεν έχει δει ούτε ευρώ αύξηση στο μισθό του.

Η γερμανική εμμονή στη λιτότητα βασίζεται κυρίως σε δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι η Γερμανία «κάηκε» από τον υπερπληθωρισμό, τόσο στην περίοδο του μεσοπολέμου όσο και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν υπάρχει άλλη λύση πέρα από ένα ισχυρό νόμισμα, χωρίς «διάβρωση» από τον πληθωρισμό. Έτσι κάθε ενέργεια για «τύπωμα» χρήματος οδηγεί προς την αντίθετη κατεύθυνση για το Βερολίνο.

Ο δεύτερος είναι ότι τυχόν δημοσιονομική «χαλάρωση» θα θέσει σε κίνδυνο το «ανταγωνιστικό πλεονέκτημα» της χώρας, όπως το ορίζει η οικονομική ελίτ της Γερμανίας. Δηλαδή τη δυνατότητα της να παράγει με χαμηλότερο εργατικό κόστος και να ενισχύει το εμπορικό της ισοζύγιο. Ενδεικτικά το εμπορικό της πλεόνασμα έφτασε τα 200 δισ. ευρώ το 2013, αφήνοντας στη δεύτερη θέση ακόμα και την κατεξοχήν εξαγωγική χώρα, την Κίνα. Παράλληλα η μεγάλη βιομηχανία ως αντιστάθμισμα για τους χαμηλούς μισθούς, προβάλλει την χαμηλή ανεργία που δεν ξεπερνάει το 5% , σε αντίθεση με τις «προβληματικές» χώρες του Νότου.

Όμως η κρίση δεν κάνει διακρίσεις. Οι γερμανικές εξαγωγές σημείωσαν τον Αύγουστο τη μεγαλύτερη πτώση από το 2009, της τάξης του 5,8%, καθώς οι εμπορικοί εταίροι της Γερμανίας και βασικοί αγοραστές των προϊόντων της, οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, βρίσκονται σε οικονομικό «λήθαργο». Ακόμη και η Κίνα, που απορρόφησε μεγάλο μέρος των γερμανικών εξαγωγών τα τελευταία χρόνια, έχει πάψει πλέον να «τρέχει» με τρελούς διψήφιους ρυθμούς ανάπτυξης .

Εκτός από τη μείωση των εξαγωγών, ένα βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Γερμανία είναι και η αναιμική αύξηση της κατανάλωσης στο εσωτερικό της, που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην μη αύξηση των αποδοχών, παρά τα δημοσιονομικά περιθώρια, αλλά και στην αδυναμία της να «απορροφήσει» μέρος του μεγάλου πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της, που δεν επανεπενδύεται στη χώρα. Οι επενδυτικές δυνατότητες δεν είναι πάντα ελκυστικές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις υψηλές τιμές ενέργειας που μειώνουν την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας. Ειδικά την περίοδο αυτή που η αστάθεια στην Ουκρανία επηρεάζει την «εξαρτώμενη» ενεργειακά Γερμανία.

Αυτή η αδυναμία αντανακλάται και στην επί τα χείρω αναθεώρηση των προβλέψεων της γερμανικής κυβέρνησης για τον ρυθμό ανάπτυξης το 2014 και το 2015 κοντά στο 1,2%.

Φυσικά και δεν μπορείς να δημιουργείς τεράστια ελλείμματα και να μη βάζεις σε τάξη τα οικονομικά σου. Όταν όμως είσαι η «ατμομηχανή» της Eυρωζώνης πρέπει να προσαρμόζεις την πολιτική σου και να μην αντιμετωπίζεις τα δημοσιονομικά μιας ολόκληρης Ένωσης σαν τα οικονομικά μιας οικογένειας.

Άλλωστε όπως είπε ο Κέυνς στις μεγάλες κρίσεις χρειάζεται και κάποια αύξηση των ελλειμμάτων, τα οποία χρηματοδοτούνται από πλεονάσματα στις καλύτερες εποχές…

*Το κείμενο δημοσιεύεται στο περιοδικό Fortune που κυκλοφορεί σήμερα Σάββατο με την εφημερίδα «Παραπολιτικά».

Διαβάστε ακόμη: 

Γιατί οι Γερμανοί μεγαλώνουν με τις αρχές τις λιτότητας