ΓΣΕΕ: Αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,5% στο γ’ τρίμηνο του 2016

Tο ΙΝΕ/ΓΣΕΕ εκτιμάται ότι η επεκτατική δυναμική της οικονομίας είναι εύθραυστη και ενδογενώς αδύναμη.

Αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προιόντος (ΑΕΠ ) κατά 1,5% για το γ’ τρίμηνο του 2016 εμφανίζει η Έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση του 2017.

Ωστόσο από το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ εκτιμάται ότι η επεκτατική δυναμική της οικονομίας είναι εύθραυστη και ενδογενώς αδύναμη.

Η ανάκαμψη του πραγματικού τομέα της οικονομία σε μακροοικονομικό επίπεδο βασίστηκε όπως αναφέρεται στην Έκθεση κυρίως στου κλάδους της μεταποίησης και της πληροφορικής και επικοινωνίας, ενώ σε όρους απασχόλησης συνέβαλαν επίσης η γεωργία και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.

Οι συνολικές ακαθάριστες επενδύσεις από την πλευρά της ενεργούς ζήτησης παρουσίασαν άνοδο κατά 623 εκατ. ευρώ το γ’ τρίμηνο του 2016 ενώ η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 570 εκατ. ευρώ. Σημάδια οριακής βελτίωσης εμφάνισε και το εμπορικό ισοζύγιο κυρίως λόγω της αύξησης της τουριστικής κίνησης.

Οι επιχειρήσεις στο διάστημα β’ τρίμηνο 2009 – β’ τρίμηνο 2016 έχουν υποστεί απώλεια κεφαλαιακού αποθέματος ύψους 33,9 δισ., ενώ για το σύνολο της οικονομίας το αντίστοιχο μέγεθος υπερβαίνει τα 76 δισ. ευρώ.

Οι εξαγωγές αυξάνονται οριακά μέσω της υποκατάστασης των εξαγωγών υπηρεσιών από εξαγωγές προϊόντων, με το εμπόριο καυσίμων και τις θαλάσσιες μεταφορές να παρουσιάζουν κάμψη.

Το ποσοστό της ανεργίας, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το τρίτο τρίμηνο του 2016 ανήλθε σε 22,6%, ωστόσο στην Έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ εκτιμάται ότι το πραγματικό ποσοστό ανεργίας ανέρχεται σε 29,6%.

Αυτή η εκτίμηση γίνεται καθώς όπως αναφέρεται με τη χρήση εναλλακτικών δεικτών εργασίας που λαμβάνουν υπόψη τους αποθαρρυμένους ανέργους, το λοιπό εν δυνάμει πρόσθετο εργατικό δυναμικό και τη μη ηθελημένη μερική απασχόληση το ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι το 68,9% των μερικώς απασχολούμενων δήλωσε ότι απασχολείται με αυτή τη μορφή εργασίας καθώς δεν μπορούσε να βρει πλήρη απασχόληση.

Στην Έκθεση καταγράφεται ότι στο κομμάτι των εργασιακών σχέσεων για το 2016 η κατάσταση παρέμεινε ίδια καθώς εξακολουθούσαν να ισχύουν και να εφαρμόζονται οι νομοθετικές ρυθμίσεις που θεσμοθετήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Με βάση τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας το 2016 υπογράφτηκαν 10 κλαδικές/ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις.

Ο αριθμός των επιχειρησιακών ΣΣΕ ανέρχεται σε 318, αντιπροσωπεύοντας το 95,21% του συνόλου των ΣΣΕ. Οι προσλήψεις με πλήρη απασχόληση έχουν υποχωρήσει από 79% το 2009 σε 45,3% το 2016. Παράλληλα, ενώ το 2009 οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές εργασίας αντιστοιχούσαν στο 21% του συνόλου των προσλήψεων, το 2016 αντιστοιχούν στο 54,7%.

Σε σχέση με το επίπεδο του μέσου μισθού στον ιδιωτικό τομέα παρατηρούμε την εξής κατανομή των καθαρών μηνιαίων αποδοχών και του ποσοστού των μισθωτών, που αμείβονται αντίστοιχα: κάτω των 800 ευρώ ποσοστό 51,6% (15,2% μέχρι 499 ευρώ, 23,6% μεταξύ 500-699 ευρώ και 12,8% μεταξύ 700-800 ευρώ), μεταξύ 800-999 ευρώ ποσοστό 17,3% και άνω των 1.000 ευρώ ποσοστό 17,8% (11,1% μεταξύ 1.000-1.299 ευρώ και 6,7% άνω των 1.300 ευρώ). Αντίστοιχα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα: κάτω των 800 ευρώ ποσοστό 11% (3,1% έως 499 ευρώ, 3,5% μεταξύ 500-699 ευρώ και 4,4% μεταξύ 700-799 ευρώ), μεταξύ 800-999 ευρώ ποσοστό 23,6% και άνω των 1.000 ευρώ ποσοστό 54,4% (38,5% μεταξύ 1.000-1.299 ευρώ και 15,7% άνω των 1.300 ευρώ).

Στην Έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ εκτιμάται ότι η συνέχιση των πολιτικών δημοσιονομικής λιτότητας θα υπονομεύσει περαιτέρω τις βασικές δημοσιονομικές λειτουργίες, τη φερεγγυότητα του δημόσιου τομέα και τη βιωσιμότητα του χρέους, ενώ θα επέλθει και επιδείνωση του προβλήματος φερεγγυότητας του τραπεζικού τομέα, αν δεν ενεργοποιηθούν αντισταθμιστικές δυνάμεις.