H αγορά των ESG και η στροφή των εταιρειών στη βιώσιμη ανάπτυξη

H αγορά των ESG και η στροφή των εταιρειών στη βιώσιμη ανάπτυξη

Τα ESG ως πλοηγός για ολική επαναφορά του επιχειρηματικού μοντέλου στη βιωσιμότητα: Οι προκλήσεις για χρηματοδοτήσεις και deals, οι ραγδαίες θεσμικές αλλαγές, η ανάγκη «κοινής γλώσσας» και η ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει χαμένη.

Από το κόσκινο κριτηρίων που έχουν να κάνουν µε το περιβάλλον, την κοινωνία και την εταιρική διακυβέρνηση (ESG – Environmental, Social και Governance) περνούν πλέον επενδύσεις, δάνεια, επιχειρηµατικές συµφωνίες, ακόµη και συναλλαγές από το ευρύ κοινό για αγορά χρηµατιστηριακών προϊόντων.

Τα κριτήρια ESG δεν είναι απλά µια τάση συνδεδεµένη µε τη βιώσιµη οικονοµική ανάπτυξη και δεν είναι µόνο ένα πλαίσιο που αποτελεί καµβά για τις χρηµατοδοτήσεις. Πάνω από όλα είναι µια νέα εταιρική κουλτούρα που βελτιώνει τα επίπεδα δέσµευσης των εργαζοµένων, ανοίγοντας νέα κανάλια επικοινωνίας µε πελάτες, προµηθευτές και, ευρύτερα, µε την κοινωνία.

Με επίκεντρο τα ESG µπαίνουµε σε µια δεκαετία µεγάλων αλλαγών στα επιχειρηµατικά µοντέλα, µε την πανδηµία να επιταχύνει τη µετάβαση σε ένα περιβάλλον µε νέες ευκαιρίες και άλλους κινδύνους από αυτούς που γνωρίζαµε µέχρι χθες. Τα ESG αποκτούν µεγάλη σηµασία για τους επενδυτές και θα πρέπει να δηµοσιοποιούνται µε συγκρίσιµο τρόπο, εξασφαλίζοντας ότι οι µετέχοντες στην αγορά µπορούν να συγκρίνουν τις επιδόσεις µιας εταιρείας µε αυτές των ανταγωνιστών της. Σε συνδυασµό µε τα χρηµατοοικονοµικά στοιχεία, επιτρέπουν στους επενδυτές να αποκτήσουν µια πιο ολοκληρωµένη εικόνα για τις εταιρείες και τη θέση τους έναντι του ανταγωνισµού.

ΡΑΓΔΑΙΕΣ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

Το 2021 είναι έτος ορόσηµο για τα ESG και την επικοινωνία µη χρηµατοοικονοµικών δεδοµένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, λόγω της επανεξέτασης των µη χρηµατοοικονοµικών εκθέσεων (NFRD) και την πρόταση για ένα ευρωπαϊκό πρότυπο αναφοράς της βιωσιµότητας. Επίσης, στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η αναθεώρηση της Οδηγίας για την Εταιρική Διακυβέρνηση, µε µετάβαση στη Βιώσιµη Εταιρική Διακυβέρνηση, η νέα οδηγία της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισµού της ΕΕ για υποχρεωτική δέουσα επιµέλεια στην αλυσίδα αξίας, η ταξινοµία στην ΕΕ (EU Taxonomy) για κλίµα, φορολογία και ανθρώπινα δικαιώµατα, και τέλος η βιώσιµη χρηµατοδότηση µε βάση τη νέα Οδηγία υποβολής εκθέσεων (SFRD).

Τα ESG, µε απλά λόγια, είναι τρία κριτήρια που πάνε µαζί αποτελώντας τους τρεις βασικούς παράγοντες µέτρησης των ηθικών πτυχών και των επιπτώσεων µιας επιχειρηµατικής δραστηριότητας ή µιας επένδυσης. Περιβάλλον, κοινωνία και εταιρική διακυβέρνηση είναι πεδία που αποκτούν ειδικό βάρος σε όλο το φάσµα της οικονοµικής δραστηριότητας θέτοντας νέα πρότυπα για τη δηµιουργία κέρδους. Eιδικότερα, τα περιβαλλοντικά κριτήρια εξετάζουν τον τρόπο µε τον οποίο µια επιχείρηση ενεργεί ως διαχειριστής του φυσικού περιβάλλοντος, σε τι βαθµό ενεργεί για να αποκαταστήσει βλάβες που προκαλεί µε τη δραστηριότητά της, πώς αντιµετωπίζει την κλιµατική αλλαγή, τις εκποµπές ρύπων, τη µόλυνση και τη σπατάλη φυσικών πόρων. Στα κοινωνικά κριτήρια αξιολογούνται οι σχέσεις µε εργαζόµενους, προµηθευτές, πελάτες και τοπικές κοινότητες ενώ στην εταιρική διακυβέρνηση εµπίπτουν θέµατα υπεύθυνης ηγεσίας, διαφάνειας, διαφθοράς, συµµόρφωσης, αµοιβών και επιχειρηµατικής ηθικής.

Για όλα τα παραπάνω οι ρυθµιστικές αρχές, οι τράπεζες, ακόµη και οι καταναλωτές αναµένουν από τις επιχειρήσεις να δηµοσιοποιούν πληροφορίες. Οι αναφορές γύρω από µη χρηµατοοικονοµικά στοιχεία απαιτούν παρακολούθηση και τα ενδιαφερόµενα µέρη, από δυνητικούς επενδυτές µέχρι πελάτες, απαιτούν αξιόπιστες µετρήσεις. Οι µεν καταναλωτές επιβραβεύουν ή τιµωρούν µε τις επιλογές τους τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες µιας εταιρείας και οι δε επενδυτές σταθµίζουν µη χρηµατοοικονοµικά στοιχεία στο ρίσκο της επένδυσης.

«ΚΟΙΝΗ ΓΛΩΣΣΑ» ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΑ

Χρειάζεται όµως µια «κοινή γλώσσα», που να ορίζει την επιχειρηµατική βιωσιµότητα και τα πρότυπα λειτουργίας της παγκόσµιας αγοράς, σύµφωνα µε το νέο οικονοµικό µοντέλο, µετά την υιοθέτηση νέου κανονιστικού πλαισίου από την ΕΕ για την υλοποίηση της Στρατηγικής 2030 και τη νέα Πράσινη Συµφωνία. Το ευρωπαϊκό πρότυπο βιωσιµότητας στηρίζεται στα υφιστάµενα πρότυπα αλλά περιλαµβάνει και σαφείς οδηγίες για την εφαρµογή τους και µεταξύ άλλων ένα εγχειρίδιο σχετικά µε το τι σηµαίνει βιώσιµο επιχειρηµατικό µοντέλο. Ο ευρωπαϊκός κανονισµός «EU taxonomy» παρέχει στις εταιρείες, στους επενδυτές και στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής τους κατάλληλους ορισµούς για τις οικονοµικές δραστηριότητες που µπορούν να θεωρηθούν περιβαλλοντικά βιώσιµες και συνολικά οι πρωτοβουλίες που προωθούνται προσδιορίζουν το στρατηγικό και λειτουργικό σχέδιο µιας επιχείρησης που πληροί επαρκώς όλα τα βασικά κριτήρια βιωσιµότητας ESG και είναι κατάλληλο για επενδύσεις, που δίνουν προτεραιότητα εξίσου στα βραχυπρόθεσµα αποτελέσµατα, αλλά και στην ικανότητα της επιχείρησης να παράγει αξία σε βάθος χρόνου.

Ο κοινωνικός αντίκτυπος, οι τρόποι µέτρησής του και η σύνδεσή του µε τα οικονοµικά αποτελέσµατα καταγράφονται για πρώτη φορά σε έναν οδηγό που αξιοποιεί διεθνή πρότυπα αναφοράς επιδόσεων σχετικών µε την βιωσιµότητα. Στο πλαίσιο αυτό αξιοποιείται το πιο δηµοφιλές GRI αλλά και η τεχνογνωσία από άλλα πρότυπα, όπως µεταξύ άλλων το SASB, το IIRC για τους κανόνες σύνθεσης και ενοποίησης οικονοµικών αποτελεσµάτων και ESG αλλά και το AA1000SES, ένα εργαλείο για την ανάπτυξη των εσωτερικών διαδικασιών εµπλοκής µε τους συµµετόχους.

ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΛΛΙΠΕΙΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ 

Οι αλλαγές που φέρνουν τα ESG περνούν σε νέα κλίµακα ενόψει του νέου κύκλου χρηµατοδότησης της οικονοµίας µε το Ταµείο Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας, καθώς αυτό συνδέεται µε τη µετάβαση σε οικονοµία µηδενικού άνθρακα, προωθώντας παράλληλα την ψηφιακή µετάβαση µε γνώµονα την συµπερίληψη, δηλαδή την ανάπτυξη που δεν αφήσει κανέναν στο περιθώριο. Όπως έχει κατ’ επανάληψη αναφερθεί από κυβερνητικούς και επιχειρηµατικούς φορείς, η χώρα µας έχει µια µοναδική ευκαιρία, στο πλαίσιο των στόχων του εθνικού σχεδίου «Ελλάδα 2.0» να επιδιώξει µεταρρυθµίσεις και να προσελκύσει επενδύσεις που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα, την καινοτοµία και την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων και της οικονοµίας. Ταυτόχρονα όµως θα πρέπει να προωθήσει τη δηµιουργία νέας γνώσης και την ανάπτυξη δεξιοτήτων, να εφαρµόσει εξειδικευµένα σχέδια µετάβασης σε τοπικό επίπεδο διαφυλάσσοντας την κοινωνική συνοχή, µε ένα µοντέλο διαχείρισης της βιωσιµότητας, στο οποίο θα συµµετέχουν εξίσου µεγάλες και µικρότερες επιχειρήσεις.

Το στοίχηµα είναι µεγάλο και το εγχείρηµα δύσκολο. Εξάλλου προκλήσεις αντιµετωπίζουν όλες οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσµο και στην Ευρώπη ειδικότερα, όπου η ΕΕ διεκδικεί ηγετικό ρόλο στην ιστορική παγκόσµια αλλαγή. Μάλιστα, µιλώντας για την ωριµότητα των επιχειρήσεων στη µετάβαση αυτή, θα πρέπει να σηµειωθεί ότι παρά την πρόοδο που σηµειώνεται µένει πολύς δρόµος ακόµη να διανυθεί. Για παράδειγµα, αν και οι επιχειρήσεις παγκοσµίως έχουν να διαδραµατίσουν κρίσιµο ρόλο στη διαχείριση των εγγενών κινδύνων που προκύπτουν από την απώλεια της βιοποικιλότητας, λιγότερο από το ένα τρίτο (23%) των εταιρειών που αντιµετωπίζουν κίνδυνο από την απώλεια βιοποικιλότητας κοινοποιούν αυτόν τον κίνδυνο στις εταιρικές τους εκθέσεις, σύµφωνα µε τη διεθνή έρευνα της KPMG για τη Βιώσιµη Ανάπτυξη «The Time has Come» (KPMG Survey of Sustainability Reporting 2020). Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι ειδικά για το Κλίµα, αν και οι µισές από τις µεγάλες επιχειρήσεις συµπεριλαµβάνουν κάποια στοιχεία στις αναφορές τους, µόλις το 3% το κάνει µε ολοκληρωµένο τρόπο, σύµφωνα µε την 3η έκδοση της παγκόσµιας έρευνας της EY, Global Climate Risk Barometer, που εξετάζει τις εκθέσεις περισσότερων από 1.100 επιχειρήσεων σε 42 χώρες, µε βάση τις συστάσεις της οµάδας Task Force on Climate-related Financial Disclosures – TCFD. Ακόµη, στα συµπεράσµατα της 24ης Ετήσιας Έκθεσης CEO της PwC αναφέρεται ότι σε επίπεδο απειλών για την προοπτική ανάπτυξης των επιχειρήσεων, η κλιµατική αλλαγή εξακολουθεί να µην βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα των Ελλήνων CEOs και ενώ πέρυσι το 40% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα κατέταξε την κλιµατική αλλαγή ως ανησυχία, φέτος το ποσοστό αυτό αυξήθηκε µόνο κατά 3%, στο 43%. Μάλιστα µόνο το 28% από αυτούς έχουν συµπεριλάβει δράσεις γύρω από την κλιµατική αλλαγή στις στρατηγικές τους δραστηριότητες για διαχείριση κινδύνων. Σε άλλες χώρες είναι διπλάσιοι σχεδόν οι CEOs που ανησυχούν για την κλιµατική αλλαγή. Για παράδειγµα, στο Ηνωµένο Βασίλειο η αντίστοιχη έρευνα έδειξε ότι το 70% των CEOs ανησυχούν ενώ σε ποσοστό 60% αυξάνουν τις επενδύσεις τους στη βιωσιµότητα και άλλες πρωτοβουλίες ESG µε ορίζοντα τα επόµενα τρία χρόνια.

Ευρύτερα στην ΕΕ το reporting για το επιχειρηµατικό µοντέλο δεν έχει αναπτυχθεί ολιστικά στις επιχειρήσεις και δεν προσφέρει επαρκείς πληροφορίες που να επιτρέπουν τη σύνδεση µε κινδύνους και ευκαιρίες βιωσιµότητας, στοιχεία απαραίτητα για τους επενδυτές αλλά και τους επιχειρηµατικούς ηγέτες προκειµένου να χαράξουν στρατηγική για το µέλλον. Σε γενικές γραµµές, αυτό διαπιστώνει και η EFRAG, Ευρωπαϊκή Συµβουλευτική Οµάδα Χρηµατοοικονοµικής Πληροφόρησης, που έχει αναλάβει την ανάπτυξη των νέων οδηγιών προς τις επιχειρήσεις και τους συµµετόχους για την εφαρµογή του κανονιστικού πλαισίου βιωσιµότητας της ΕΕ.

Το European Lab@EFRAG Project Task Force που εξειδικεύεται στις αναφορές µη χρηµατοοικονοµικών κινδύνων και ευκαιριών και τη σύνδεση µε το επιχειρηµατικό µοντέλο (PTF RNFRO) µελέτησε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ως προς τις πρακτικές που ακολουθούν στην σύνταξη εκθέσεων µη χρηµατοοικονοµικών στοιχείων, δηλαδή τους κινδύνους και τις ευκαιρίες βιωσιµότητας και τη σύνδεσή τους µε το επιχειρηµατικό µοντέλο. Διαπίστωσε ότι υπάρχουν µεν πρωτοπόροι, ωστόσο, ακόµη και οι εταιρείες µε τις καλύτερες αναφορές δεν δίνουν υψηλό επίπεδο δεδοµένων σε όλες τις πτυχές των εκθέσεών τους για το επιχειρηµατικό τους µοντέλο.

Οι εταιρείες πρέπει να κατανοήσουν ότι ο ρόλος του reporting έχει µετατοπιστεί πέρα από την εξήγηση των οικονοµικών επιδόσεων, στην κατανόηση των κινδύνων και των ευκαιριών που υπάρχουν στα επιχειρηµατικά µοντέλα ενώ τα κέρδη των επιχειρήσεων δεν µπορούν πλέον να αποσυνδεθούν από τις επιπτώσεις των επιχειρηµατικών δραστηριοτήτων στο περιβάλλον και την κοινωνία.

Υπενθυµίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε φέτος την άνοιξη µια ολοκληρωµένη δέσµη µέτρων για τη χρηµατοδότηση βιώσιµων έργων. Περιλαµβάνει µια πρόταση για Εταιρική Οδηγία Αναφοράς Βιωσιµότητας (CSRD) µε στόχο στο µέλλον να δηµιουργηθεί αναφορά βιωσιµότητας ισοδύναµη µε την οικονοµική έκθεση. Μεταξύ των προτάσεων ήταν η επέκταση των απαιτήσεων σε όλες τις µεγάλες και εισηγµένες εταιρείες, πράγµα που σηµαίνει ότι σχεδόν 50.000 εταιρείες θα πρέπει να ακολουθήσουν τα λεπτοµερή πρότυπα αναφοράς της ΕΕ, καθώς και πιο αναλυτικές εκθέσεις.

Οι βιώσιµες επενδύσεις ξεπέρασαν τα 35,3 τρισ. δολ. το 2020, σύµφωνα µε στοιχεία της Global Sustainable Investment Alliance (GSIA).

Σύµφωνα µε έκθεση τoυ ClimateBond Initiative, η παγκόσµια αγορά πράσινων οµολόγων οδεύει το 2021 µεταξύ 400 και 500 δισ. δολαρίων.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ Χρηµατιστηρίου

To 2021 εγκαινίασε τον νέο δείκτη ATHEX ESG, µε τις πρώτες 35 εισηγµένες εταιρείες µε καλές επιδόσεις σε θέµατα περιβάλλοντος, κοινωνίας και εταιρικής διακυβέρνησης:

Σε αυτό το περιβάλλον τράπεζες και μεγάλοι οργανισμοί έχουν κρίσιμο ρόλο. Στην Ελλάδα οι τράπεζες, στο πλαίσιο των αρχών της υπεύθυνης τραπεζικής, παρέχουν ήδη χρηματοδοτήσεις σε επιλεγμένες επιχειρήσεις με κριτήρια ESG, ενώ μεγάλοι οργανισμοί προωθούν κριτήρια ESG στη διαχείριση της αλυσίδας αξίας τους εκπαιδεύοντας και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ώστε να υιοθετήσουν τη δική τους εταιρική κουλτούρα υπεύθυνης συμπεριφοράς. Πρωτοβουλίες αναλαμβάνει και το Χρηματιστήριο, το οποίο διοργάνωσε πριν από λίγους μήνες την εκδήλωση «ESG: Winning in the long run». Συμμετέχει εξάλλου από το 2018 στην πρωτοβουλία Sustainable Stock Exchange (SSE) των Ηνωμένων Εθνών, η οποία προωθεί τη διάχυση βέλτιστων πρακτικών για την δημοσιοποίηση μη χρηματοοικονομικών στοιχείων με στόχο την ανάπτυξη των βιώσιμων επενδύσεων σε τοπικές κεφαλαιαγορές. Επίσης δημιούργησε Οδηγό Δημοσιοποίησης Πληροφοριών ESG ήδη από το 2019, προϊόν συνεργασίας του Χρηματιστηρίου Αθηνών με τον καθηγητή του Harvard Γιώργο Σεραφείμ και την ΚΚS Advisors, ενώ φέτος το καλοκαίρι εγκαινίασε τον νέο δείκτη Athex ESG, με τις πρώτες 35 εισηγμένες εταιρείες με καλές επιδόσεις σε θέματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και εταιρικής διακυβέρνησης. Στόχος είναι σε μια πενταετία ο αριθμός αυτός να αυξηθεί σε τουλάχιστον 60.

Οι εισηγμένες επιχειρήσεις έχουν πλέον ένα πρακτικό εργαλείο με το οποίο μπορούν να προσδιορίσουν τα ουσιαστικά θέματα ESG που πρέπει να δημοσιοποιούν και να διαχειρίζονται. Μάλιστα παρόλο που το κοινό στο οποίο απευθύνεται είναι κατά κύριο λόγο οι εισηγμένες εταιρείες, ο Οδηγός μπορεί να αποτελέσει εξίσου χρήσιμο εργαλείο και για μη εισηγμένες εταιρείες κάθε μεγέθους και από οποιονδήποτε κλάδο δραστηριοποίησης, για ενίσχυση της διαφάνειας σε θέματα βιωσιμότητας.

Ο Οδηγός περιλαμβάνει συγκεκριμένους δείκτες ESG σύμφωνα με τις ανάγκες των διαφορετικών κλάδων δραστηριοποίησης των ελληνικών εισηγμένων εταιρειών και είναι βασισμένος σε τρεις κατηγορίες δεικτών: τους βασικούς δείκτες που είναι 13 και η δημοσιοποίησή τους συνιστάται σε όλες τις εταιρείες, τους προηγμένους δείκτες που είναι 12 και εστιάζουν στην επίδοση σε πιο σύνθετα θέματα ESG και τους κλαδικούς δείκτες που είναι 21 και δημιουργήθηκαν ειδικά για τους κλάδους που εκπροσωπούνται στο Χρηματιστήριο.  Σημειώνεται ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υποστηρίζει τις πρωτοβουλίες αυτές ακολουθώντας την διεθνή τάση. Εξάλλου, η βιώσιμη ανάπτυξη και χρηματοδότηση, εκτός του ότι περιλαμβάνεται στους κύριους στόχους της στρατηγικής της ΕΕ για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, έχει αποτελέσει αντικείμενο θεσμικών ενωσιακών πρωτοβουλιών, μεταξύ των οποίων οι κατευθυντήριες οδηγίες της ευρωπαϊκής εποπτικής αρχής κεφαλαιαγορών (ESMA) για την ενθάρρυνση των μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Εν κατακλείδι, οι εταιρείες που υιοθετούν σαφείς πρακτικές για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση και τη δημοσιοποίηση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών γύρω από τα ESG θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν γρήγορα στις ρυθμιστικές αλλαγές και στις αυξανόμενες ανάγκες πληροφόρησης των επενδυτών και ταυτόχρονα – κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών – θα έχουν καλύτερη πρόσβαση σε κεφάλαια με χαμηλότερο κόστος κι επομένως καλύτερες προοπτικές κερδοφορίας και απόδοσης μετοχών σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Επομένως, η οικοδόμηση ανθεκτικότητας είναι μονόδρομος για την αντιμετώπιση των αναδυόμενων κινδύνων και απαιτεί διαφάνεια, μετρήσιμους στόχους και λογοδοσία, στοιχεία που μπαίνουν ψηλά στην ατζέντα των επενδυτών.

*To κείμενο δημοσιεύεται στο περιοδικό Fortune που κυκλοφορεί στα περίπτερα