Η αγορά των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων που αλλάζει τους κανόνες

Η αγορά των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων που αλλάζει τους κανόνες
Photo: Shutterstock
Εξελίσσεται ταχύτατα σε μία από τις πιο ισχυρές δυνάμεις των παγκόσμιων κεφαλαιαγορών, με το μέγεθός του να κατευθύνεται προς τα 5 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2029.

Για δεκαετίες, ο εταιρικός δανεισμός ήταν σχεδόν συνώνυμος με τις τράπεζες και τις δημόσιες αγορές ομολόγων. Σήμερα, αυτή η εικόνα αλλάζει ριζικά. Το private credit, ο ιδιωτικός δανεισμός εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος, εξελίσσεται ταχύτατα σε μία από τις πιο ισχυρές δυνάμεις των παγκόσμιων κεφαλαιαγορών, με το μέγεθός του να κατευθύνεται προς τα 5 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2029. Πρόκειται για μια δομική μετατόπιση και όχι για έναν παροδικό κύκλο, αναφέρει η Morgan Stanley.

Στον πυρήνα του, το private credit αφορά απευθείας δανεισμό προς επιχειρήσεις από θεσμικούς επενδυτές, διαχειριστές κεφαλαίων και εξειδικευμένα funds, χωρίς τη διαμεσολάβηση τραπεζών και χωρίς διαπραγμάτευση σε δημόσιες αγορές. Η αξία του δεν έγκειται μόνο στην πηγή του κεφαλαίου, αλλά κυρίως στην ευελιξία, τονίζει η η Morgan Stanley. Σε έναν κόσμο αυξημένης μεταβλητότητας, οι δανειολήπτες αναζητούν ταχύτητα, προβλεψιμότητα και προσαρμοσμένες λύσεις.

Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του είναι η κυριαρχία των κυμαινόμενων επιτοκίων. Καθώς τα επιτόκια αναφοράς αυξάνονται ή μειώνονται, οι αποδόσεις των δανείων προσαρμόζονται σε πραγματικό χρόνο. Σε μια περίοδο όπου ο πληθωρισμός και οι επιθετικές νομισματικές πολιτικές έχουν πλήξει τις αποδόσεις των ομολόγων σταθερού επιτοκίου, το private credit έχει αναδειχθεί σε εργαλείο φυσικής αντιστάθμισης επιτοκιακού κινδύνου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η εκρηκτική ανάπτυξη του κλάδου δεν είναι τυχαία. Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, οι τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με αυστηρότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις και κανονισμούς. Η ικανότητά τους να χρηματοδοτούν πιο σύνθετες ή υψηλότερου κινδύνου επιχειρήσεις περιορίστηκε. Το private credit κάλυψε αυτό το κενό, προσφέροντας κεφάλαια εκεί όπου το τραπεζικό σύστημα υποχωρούσε. Τα τελευταία χρόνια, η αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι διακυμάνσεις στις αγορές και η ανάγκη για ταχύ κλείσιμο συναλλαγών επιτάχυναν περαιτέρω αυτή τη μετατόπιση.

Η αγορά του private credit, ωστόσο, δεν είναι ενιαία. Ο άμεσος δανεισμός (direct lending) αποτελεί τον βασικό κορμό της, με δάνεια, συνήθως ανώτερα και εξασφαλισμένα, προς ιδιωτικές εταιρείες χωρίς επενδυτική βαθμίδα. Αυτές οι δομές προσφέρουν σταθερές ταμειακές ροές και ιστορικά χαμηλότερα ποσοστά ζημιών. Πέραν αυτού, υπάρχουν στρατηγικές mezzanine και second lien, που τοποθετούνται χαμηλότερα στην κεφαλαιακή δομή αλλά υπόσχονται υψηλότερες αποδόσεις, συχνά με στοιχεία συμμετοχής σε ίδια κεφάλαια.

Ιδιαίτερο ρόλο διαδραματίζει και το distressed debt, η χρηματοδότηση εταιρειών σε οικονομική δυσχέρεια, καθώς και οι λεγόμενες «ειδικές καταστάσεις», που συνδέονται με συγχωνεύσεις, εξαγορές, αποσχίσεις ή σύνθετα εταιρικά γεγονότα. Παράλληλα, η χρηματοδότηση με βάση περιουσιακά στοιχεία (asset-based finance) επεκτείνει το πεδίο πέρα από τις επιχειρήσεις, αγγίζοντας ακίνητα, υποδομές, εξοπλισμό και απαιτήσεις.

Για τους επενδυτές, το private credit έχει εξελιχθεί σε εναλλακτική λύση υψηλής απόδοσης έναντι των παραδοσιακών επενδύσεων σταθερού εισοδήματος. Προσφέρει πριμ μη ρευστότητας, χαμηλότερη συσχέτιση με τις δημόσιες αγορές και, ιστορικά, καλύτερη σχέση απόδοσης προς κίνδυνο. Σε μια εποχή όπου οι μετοχές και τα ομόλογα συχνά κινούνται ταυτόχρονα, αυτή η διαφοροποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Τα ιστορικά στοιχεία ενισχύουν το αφήγημα. Κατά την τελευταία δεκαετία, το private credit έχει επιδείξει υψηλότερες αποδόσεις και χαμηλότερη μεταβλητότητα σε σχέση με τα δάνεια με μόχλευση και τα ομόλογα υψηλής απόδοσης. Σε περιόδους ανόδου των επιτοκίων, οι αποδόσεις του όχι μόνο διατηρήθηκαν αλλά ενισχύθηκαν, ενώ ακόμη και σε ήπιους κύκλους μείωσης επιτοκίων κατάφερε να υπεραποδώσει.

Το βλέμμα πλέον στρέφεται στο μέλλον. Σε ένα σενάριο «ήπιας προσγείωσης» της οικονομίας, σύμφωνα με τη Morgan Stanley, ο άμεσος δανεισμός θα μπορούσε να ωφεληθεί από την επανεκκίνηση της δραστηριότητας των private equity funds και τη συσσωρευμένη ζήτηση για χρηματοδότηση εξαγορών. Ταυτόχρονα, η άνοδος των continuation funds δημιουργεί ανάγκες για υβριδικό και κατώτερο κεφάλαιο, ενώ ένα ενδεχόμενο δυσμενέστερο μακροοικονομικό περιβάλλον θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για ευκαιρίες διάσωσης και αναδιάρθρωσης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: