Η (επανα)ιδιωτικοποίηση του τραπεζικού τομέα

Η (επανα)ιδιωτικοποίηση του τραπεζικού τομέα
Photo: pixabay.com
Οι αλλαγές που συνέβησαν και οι προοπτικές του 2024 για τις ελληνικές τράπεζες.

Η βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα επιβεβαιώνεται τόσο με την σταθερή αύξηση των συναλλαγών -συγχωνεύσεις και εξαγορές- όσο και με την αποεπένδυση του δημοσίου από τις τράπεζες που συνδέθηκε με την εμφάνιση επενδυτικού ενδιαφέροντος ξένης τράπεζας στον κλάδο για πρώτη φορά μετά από 17 χρόνια.

Εξάλλου, η εξαγορά του 9% του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) στην Alpha Bank από τη UniCredit, έναντι 293,5 εκατ. ευρώ, σηματοδότησε την πρώτη επένδυση μεγάλου ευρωπαϊκού τραπεζικού ομίλου σε ελληνική τράπεζα μετά την κρίση χρέους και τα μνημόνια επιβεβαιώνοντας τις δυνατότητες της οικονομίας να προσελκύει άμεσες ξένες επενδύσεις πριμοδοτώντας το ΑΕΠ, που θα συνεχίσει να ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Είχε προηγηθεί η επαναγορά του 1,4% που κατείχε το ΤΧΣ στη Eurobank, έναντι 93,7 εκατ. ευρώ ενώ ακολούθησε το placement της Εθνικής Τράπεζας για τη διάθεση ποσοστού 22% -από το συνολικό 40% που κατέχει το ΤΧΣ- έναντι 1,07 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για ιστορικές εξελίξεις στον τραπεζικό κλάδο μετά το PSI του 2012 και την επαναγορά ομολόγων του ελληνικού δημοσίου που οδήγησε στην πρώτη ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος το 2013.

Πλέον αναμένεται η διάθεση του υπολοίπου 18% του ΤΧΣ στην Εθνική Τράπεζα και του 27% στην Τράπεζα Πειραιώς, από το 2024. Τα συνολικά έσοδα για το δημόσιο από την αποεπένδυση του ΤΧΣ αναμένεται να ξεπεράσουν τα 3,5 δισ. ευρώ. Παρόλαυτά, η επένδυση του δημοσίου στις τράπεζες δεν ήταν επικερδής, όπως συνέβη με άλλες χώρες που είτε κατέγραψαν κέρδη είτε μικρές ζημιές. Το ΤΧΣ έχει ενίσχυσει τις ελληνικές τράπεζες με 46 δισ. ευρώ από το 2011 και όπως σημειώνει και έκθεση του ΚΕΠΕ η ζημία που γράφει το δημόσιο ξεπερνά τα 40 δισ. ευρώ.

Από την άλλη μεριά οι τράπεζες κατάφεραν να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους και επικαιροποιούν σχέδια επέκτασης στα Βαλκάνια, αύξησης των χορηγήσεων και διανομής μερισμάτων το 2024 από τα κέρδη του 2023.

Σημειώνεται ότι το ΤΧΣ, ένας ιδιόρρυθμος προσωρινός θεσμός, ιδρύθηκε το 2010 για να διαχειριστεί τις ανακεφαλαιοποιήσεις για λογαριασμό του δημοσίου συμφέροντος και να προστατεύσει το οικονομικό συμφέρον του

δημοσίου από τις προκύπτουσες συμμετοχές του στις ανακεφαλαιοποιούμενες τράπεζες. Η επάνοδος στη χρηματοπιστωτική κανονικότητα δεν σημαίνει όμως τράπεζες με κεφαλαιακή επάρκεια μόνο. Σημαίνει τράπεζες που είναι ιδίως σε θέση, αξιοποιώντας τις καταθέσεις των ιδιωτών που διατηρούν, να χρηματοδοτούν μέσω δανείων σε επιχειρήσεις ή απλούς ιδιώτες, την πραγματική οικονομία. Ωστόσο, την περίοδο της κρίσης παρατηρήθηκε το παράδοξο ενώ οι σημαντικές τράπεζες διέθεταν κεφάλαια προς χορήγηση σε δανειολήπτες, εντούτοις η ζήτηση και η χορήγηση επιχειρηματικών, στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων να είναι περιορισμένες, τάση που δεν έχει εξαλειφθεί.

Παρατηρείται σταδιακή αύξηση της χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας μετά την υστέρηση που προηγήθηκε και αποδόθηκε στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τη λεγόμενη αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση, και την ηθική χαλάρωση λόγω καθυστερήσεων στη ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων των κόκκινων δανείων. Σημειώνεται ότι για την πλήρη αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας θεσπίστηκαν μέτρα όπως η παράταση του χρόνου λειτουργίας του ΤΧΣ, η θέσπιση και η εν συνεχεία επέκταση του προγράμματος Ηρακλής προς στήριξη των τραπεζών προκειμένου να απαλλαγούν από τα κόκκινα δάνεια που βαρύνουν τους ισολογισμούς τους και η καταπολέμηση της ηθικής χαλάρωσης με τον εντοπισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών και την προστασία των ευάλωτων οφειλετών των τραπεζών.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε συνέχεια αιτήματος της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, λίγες είναι οι ελληνικές επιχειρήσεις που θεωρούνται, όπως λέγεται, “bankable”, δηλαδή αξιόχρεες με τραπεζικά κριτήρια. Σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, από τις περίπου 800.000 επιχειρήσεις που είναι εγγεγραμμένες στο σχετικό μητρώο, αυτές που μπορούν να έχουν μία ικανοποιητική λειτουργία και φορολογική παρουσία είναι περίπου 100.000, εκ των οποίων, οι “bankable” δεν ξεπερνούν τις 35.000 με 40.000. Ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό των εν λόγω επιχειρήσεων εμφανίζει συνεχείς ζημιογόνες χρήσεις, ή δεν διαθέτει φορολογική ή ασφαλιστική ενημερότητα. Οπότε αδυνατούν και να εξυπηρετήσουν υποχρεώσεις.

Έτσι, σε μια περίοδο που ο μεγάλος όγκος των μη εξυπηρετούμενων δανείων επηρέαζε την φερεγγυότητα και την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών μειώθηκε και η ροή χρηματοδότησης προς την πραγματική οικονομία. Σημειώνεται ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην Ελλάδα, τα λεγόμενα “κόκκινα” έφτασαν να ξεπεράσουν το ποσό των 100.000.000.000 ευρώ το 2016 για να περιοριστούν στη συνέχεια παραμένοντας όμως πάντα σε υψηλό σημείο ως ποσοστό του ενεργητικού τους συγκριτικά με τις άλλες χώρες της ευρωζώνης. Η κατάσταση αυτή, που δημιούργησε στις τράπεζες επιφυλακτικότητα στη χορήγηση νέων δανείων, έχει πλέον αλλάξει.

Ο δείκτης Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) των εγχώριων τραπεζών έχει μειωθεί κάτω από 8%, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος από 18% που ήταν πριν από δύο χρόνια. Η πιστωτική επέκταση πάντως παραμένει περιορισμένη αν και για το 2024 οι διοικήσεις των τραπεζών ανάγουν το θέμα σε στρατηγική προτεραιότητα. Εκτιμάται ότι το “σήμα” θα δώσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όταν προχωρήσει σε χαλάρωση νομισματικής πολιτικής αλλά ήδη τα επιτελεία των ελληνικών τραπεζών καταστρώνουν σχέδια.

Εξάλλου, υπάρχουν τα εργαλεία του Ταμείου Ανάκαμψης, με τα επιπλέον 5 δισ. ευρώ φθηνών δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης, που εγκρίθηκαν τον περασμένο μήνα, να δημιουργούν τη βάση για ένα νέο κύμα χορηγήσεων μετά τα 13 δισ. ευρώ φθηνών δανείων που είχαν εγκριθεί σε πρώτη φάση. Αυτά τα κεφάλαια δυνητικά θα χρηματοδοτήσουν επενδύσεις και κεφάλαιο κίνησης με καλύτερους όρους σε εποχή υψηλών επιτοκίων. Αντίστοιχες κινήσεις με τις χορηγήσεις σε επιχειρήσεις αναμένονται και για ιδιώτες, με τις τράπεζες να ετοιμάζουν νέα στεγαστικά προγράμματα αξιοποιώντας το θετικό momentum.

Ας σημειωθεί επίσης ότι πρόσφατη έκθεση της Morgan Stanley χαρακτήριζε τις ελληνικές τράπεζες προτιμόμενες επενδυτικές επιλογές στην περιοχή της Κεντρικής, Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (CEEMEA) θεωρώντας καταλύτες τις θετικές μακροοικονομικές προοπτικές, την ανάκαμψη των χορηγήσεων ενόψει και των εισροών από το Ταμείο Ανάκαμψης, την αύξηση των επενδύσεων, την μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και την ανθεκτική ποιότητα του ενεργητικού. Στο ίδιο μοτίβο προηγήθηκαν αναβαθμίσεις από Standard & Poor’s και Fitch.

Επισημαίνεται ότι προβλέπεται μείωση του συνολικού χρέους του ιδιωτικού τομέα κάτω από το 70% του ΑΕΠ έως το 2024, έναντι περίπου 107% το 2020. Η επιβάρυνση των τραπεζών από τις προβλέψεις μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει μειωθεί ενώ τα υψηλότερα επιτόκια δεν οδήγησαν σε αύξηση των κόκκινων δανείων. Σύμφωνα με τη Moody’s, οι αναβαθμίσεις καθοδηγούνται από τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στην ελληνική οικονομία που σηματοδοτούν χαμηλότερους κινδύνους για το προφίλ φερεγγυότητας των ελληνικών τραπεζών, τις σημαντικές ενισχύσεις στην ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών και τη βελτίωση των κερδών από τις βασικές πηγές δραστηριότητάς τους.