Η Fed κρατά σταθερά τα επιτόκια, καθώς ο Πάουελ υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της
- 29/01/2026, 12:52
- SHARE
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών άφησε αμετάβλητα τα βασικά της επιτόκια την Τετάρτη, στο εύρος του 3,50%-3,75%, επιδιώκοντας να διατηρήσει μια εικόνα συνέπειας και εμπιστοσύνης στη νομισματική πολιτική της, ενώ η αμερικανική οικονομία στέλνει διφορούμενα μηνύματα. Από τη μία, η Wall Street καταρρίπτει ιστορικά ρεκόρ – ο δείκτης S&P 500 ξεπέρασε για πρώτη φορά το όριο των 7.000 μονάδων – και από την άλλη το δολάριο διολισθαίνει σε πολυετές χαμηλό, προκαλώντας ανησυχία για τη σταθερότητα της αγοράς και τις πληθωριστικές πιέσεις.
Η απόφαση της νομισματικής επιτροπής (FOMC) ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη, με το 97% των επενδυτών να την έχει ήδη προεξοφλήσει. Παρά την ευφορία των αγορών, η ισοτιμία του δολαρίου συνέχισε να υποχωρεί, έχοντας χάσει πάνω από 10% σε ετήσια βάση. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έσπευσε να χαιρετίσει τη χρηματιστηριακή άνοδο με ανάρτηση στο Truth Social, δηλώνοντας «AMERICA IS BACK!!!», ενώ χαρακτήρισε την πτώση του δολαρίου ως «σημάδι δύναμης» για τις εξαγωγές. Το αμερικανικό νόμισμα ωστόσο ανέκαμψε ελαφρώς αργότερα, όταν ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, διαβεβαίωσε ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να υποστηρίζουν μια πολιτική ισχυρού δολαρίου».
Στην ανακοίνωσή της, η Fed έκανε λόγο για οικονομία που συνεχίζει να αναπτύσσεται «με σταθερό ρυθμό», ενώ αναγνώρισε βελτίωση στα στοιχεία του πληθωρισμού χωρίς, ωστόσο, να αποκτήσει ακόμη «επαρκή εμπιστοσύνη» ότι οι τιμές θα επιστρέψουν σταθερά στον στόχο του 2%. Οι αξιωματούχοι επανέλαβαν πως οποιαδήποτε περαιτέρω μείωση επιτοκίων θα πρέπει να βασίζεται σε σαφή στοιχεία και όχι σε πολιτική πίεση, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα ότι η αβεβαιότητα γύρω από την πορεία της οικονομίας έχει αυξηθεί.
«Δίκοπο μαχαίρι» η πτώση του δολαρίου
Η αποδυνάμωση του δολαρίου προσφέρει, θεωρητικά, ανακούφιση στις αμερικανικές εξαγωγές, όμως παράλληλα περιπλέκει το έργο της κεντρικής τράπεζας, καθώς αυξάνει το κόστος των εισαγόμενων αγαθών, με κίνδυνο να εισαχθεί νέος κύκλος πληθωρισμού. Επιπλέον, η πτώση της ισοτιμίας ενδέχεται να αποθαρρύνει τους διεθνείς επενδυτές που στηρίζουν τη χρηματοδότηση του γιγαντιαίου δημοσιονομικού ελλείμματος των ΗΠΑ. Όπως επισήμανε στο CNBC η επικεφαλής οικονομολόγος της ADP, Νέλα Ρίτσαρντσον, το φαινόμενο είναι «δίκοπο μαχαίρι»: «Ένα πιο αδύναμο δολάριο βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών, όμως η αβεβαιότητα για τη σταθερότητα του νομίσματος υπονομεύει την εμπιστοσύνη των αγορών, κάτι κρίσιμο σε μια περίοδο επίμονου πληθωρισμού, αυξανόμενου χρέους και ανάγκης για πωλήσεις ομολόγων εντός και εκτός ΗΠΑ».
Η κρίση εμπιστοσύνης δεν περιορίζεται στις αγορές. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης κατρακύλησε τον Ιανουάριο στις 84,5 μονάδες — το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 12 ετών — αντανακλώντας την απογοήτευση των νοικοκυριών σε μια αγορά εργασίας που χαρακτηρίζεται από χαμηλές προσλήψεις και αυξανόμενη στασιμότητα μισθών. Η απόκλιση μεταξύ του «ευτυχούς» χρηματιστηρίου και των πιεσμένων καταναλωτών τροφοδοτεί ξανά τη συζήτηση για μια «οικονομία δύο ταχυτήτων» στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στο εσωτερικό της ίδιας της Fed, οι διαφωνίες δεν έχουν κοπάσει. Οι δύο διοικητές, Στίβεν Μίραν και Κρίστοφερ Γουόλερ —ο τελευταίος μάλιστα διορισμένος από τον Τραμπ— ψήφισαν υπέρ μιας μείωσης κατά 25 μονάδες βάσης, διαφωνώντας με την πλειοψηφία. Η στάση του Γουόλερ έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς θεωρείται πιθανός διάδοχος του Τζερόμ Πάουελ, η θητεία του οποίου λήγει τον Μάιο. Τα στοιχήματα στις αγορές προβλέψεων δείχνουν αυτήν την περίοδο φαβορί τον Ρικ Ρίντερ, επικεφαλής επενδύσεων της BlackRock για ταθερά εισοδήματα, που έχει δει τις πιθανότητές του να αγγίζουν το 55% μετά από θετικά σχόλια του Λευκού Οίκου. Ωστόσο, τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο, καθώς ο πρόεδρος εξετάζει ακόμη και τα ονόματα του ίδιου του Γουόλερ, του επικεφαλής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου Κέβιν Χάσετ και του πρώην διοικητή της Fed Κέβιν Ουόρς.
Η απάντηση του Πάουελ στις πιέσεις
Εν τω μεταξύ, όλα τα βλέμματα στράφηκαν στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε ο Τζερόμ Πάουελ μετά τη συνεδρίαση. Ήταν η πρώτη του δημόσια τοποθέτηση από τότε που έγινε γνωστό ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, υπό την Τζανίν Πίρο, απέστειλε κλητεύσεις με εντολή ομοσπονδιακού δικαστηρίου προς τη Fed και τον ίδιο προσωπικά. Η έρευνα αφορά την κατάθεσή του στο Κογκρέσο τον Ιούνιο του 2025, σχετικά με τη δαπάνη 2,5 δισ. δολαρίων για την ανακαίνιση των κεντρικών γραφείων της Τράπεζας στην Ουάσιγκτον.
Ο Πάουελ χαρακτήρισε την έρευνα «προκάλυμμα» για πολιτική παρέμβαση και τόνισε ότι η Fed λαμβάνει αποφάσεις επιτοκίων «με γνώμονα την υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος και όχι τις προσωπικές προτιμήσεις του προέδρου». Επανέλαβε με νόημα: «Δεν έχουμε χάσει την ανεξαρτησία μας. Δεν πιστεύω ότι θα τη χάσουμε – και ειλικρινά ελπίζω πως δεν θα τη χάσουμε». Την ίδια στιγμή, υπογράμμισε πως η Τράπεζα «θα συνεχίσει να λειτουργεί με αντικειμενικότητα, ακεραιότητα και πλήρη δέσμευση απέναντι στον αμερικανικό λαό».
Αποφεύγοντας να αναφερθεί εκτενώς στα πολιτικά ζητήματα, απάντησε λακωνικά σε ερωτήσεις για τις κλητεύσεις και την πτώση του δολαρίου λέγοντας: «Δεν έχω κάτι να προσθέσω». Ολοκληρώνοντας, ο Πάουελ απηύθυνε μια συμβουλή προς όποιον αναλάβει τη σκυτάλη μετά τη λήξη της θητείας του: «Μην μπλέξετε με την εκλογική πολιτική».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Τράπεζα της Αγγλίας: Κίνδυνος πληθωρισμού στη Βρετανία αν η Fed μειώσει τα επιτόκια στις ΗΠΑ
- Λίζα Κουκ: Το Who is Who της κυβερνήτη της Fed το μέλλον της οποίας είναι στα χέρια του Ανώτατου Δικαστηρίου
- Πρωτοφανής σύγκρουση: Ο Τραμπ «αδειάζει» τον Ντάιμον, βάζει στο στόχαστρο τη Fed και απειλεί τις τράπεζες