Οι υπνοβάτες και οι δύο ελέφαντες στο δωμάτιο

ΑΠΕ-ΜΠΕ
Άρθρο του Πέτρου Ευθυμίου.

Η εβδομάδα που αρχίζει σήμερα, χαρακτηρίζεται από έναν μεγάλο συμβολισμό: την ώρα που τίθενται κυριολεκτικά ζητήματα ζωής ή θανάτου, σε σχέση με την τήρηση των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, πολιτικά κόμματα και παντοειδείς κινήσεις (αναρχικών, ακροδεξιών και ψεκασμένων), επιχειρούν να μεταβάλλουν την επέτειο του Πολυτεχνείου, σε ένα προσκλητήριο θανάτου, με το κάλεσμα σε αγωνιστικές πορείες, «ενάντια στον κυβερνητικό αυταρχισμό».

Ας ξεκινήσουμε από την ουσία: η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν έκρηξη και κάλεσμα ζωής. Και μάλιστα μιας ζωής που να αξίζει να την ζει κανείς. Γι’ αυτό, όσοι μετείχαν στην εξέγερση, είχαν συναποδεχθεί το ενδεχόμενο του θανάτου, ως τίμημα της δικής τους απελευθέρωσης και ως παρακαταθήκη ελευθερίας στους επερχόμενους. Αυτός είναι ο ηρωισμός και η αιώνια δόξα του Πολυτεχνείου του 1973.

Όμως, οι χυμοί του Νοέμβρη του “73, στέρεψαν στην πορεία του χρόνου. Κυριάρχησαν οι απόντες και οι μικρέμποροι αυτών των αγώνων. Καριέρες κτίστηκαν, μυθολογίες κατασκευάστηκαν, οι πραγματικότητες του τότε πετσοκόφτηκαν στην κλίνη του Προκρούστη των κομματικών σκοπιμοτήτων και στρατηγικών. Το Πολυτεχνείο έγινε η τροφή για κάθε είδους πολιτικά «ζόμπι», από πολιτικά κόμματα ως τους δολοφόνους της «17 Νοέμβρη» ή από σάπια ως το κόκκαλο «κινήματα», όπως τα φασιστοειδή που διαπόμπευσαν τον πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου.

Αυτός ο έντονα φορτισμένος, τοξικός δημόσιος διάλογος που ζούμε τώρα, με κόμματα, αρθρογράφους, συνταγματολόγους, Ενώσεις Δικαστών και Εισαγγελέων, αγωνιστές του διαδικτύου κτλ. για το «αν» το «γιατί» και το «πώς» της πορείας και του «νοήματος του Πολυτεχνείου», είναι μια επικίνδυνη ένδειξη ότι συνολικά η κοινωνία και το πολιτικό σύστημα συμπεριφερόμαστε ως walking dead, ως ήδη νεκροζώντανοι. Που συνιστά,  βέβαια,  την πλήρη αντιστροφή και άρνηση του «νοήματος» του Πολυτεχνείου. Γιατί είναι άλλο να αποφασίζεις εσύ να πεθάνεις για έναν ανώτερο σκοπό, και άλλο να σε οδηγεί κάποιος άλλος στον θάνατο, χωρίς σκοπό.

Γιατί αν μια κοινωνία δεν έχει επίκεντρο του προβληματισμού της μια ζωή άξια να την ζήσει κανείς, αλλά αναμασά το παρελθόν για να δώσει νόημα στο παρόν, σημαίνει ότι έχει παραιτηθεί από το να ορίσει το μέλλον.  Αν ο χαρακτηρισμός «νεκροζώντανοι» θεωρηθεί ακραίος, «υπνοβάτες» είναι σίγουρα ο ακριβής ορισμός για την κοινωνική κατάσταση μας. Γιατί αν υποθέσουμε ότι το κοινό σπίτι, όλων μας, που μαλώνουμε με τόση οξύτητα και ακρότητα σήμερα, είναι η Ελλάδα μας, τότε, σε αυτό το σπίτι, αυτή τη στιγμή κυκλοφορούν δύο ελέφαντες, που δεν τους βλέπουμε. Γιατί αν τους βλέπαμε, είναι απολύτως βέβαιο ότι ριζικά διαφορετικά θα αξιολογούσαμε τι πράγματι συμβαίνει και τι επιβάλλεται να πράξουμε.

Ο ένας ελέφαντας είναι η πανδημία στην μακρά προβολή των συνολικών επιπτώσεων της –σε συνδυασμό με τις σημερινές μας αποφάσεις απέναντί της. Ο κίνδυνος του Μπέργκαμο υποκρύπτει κάτω από τους πιθανούς σωρούς των νεκρών, την ακόμα χειρότερη επιβάρυνση της πραγματικής οικονομίας και της δημοσιονομικής ισορροπίας από το πρώτο τρίμηνο του 2021.

Οι καυγάδες για το παρελθόν, συγκαλύπτουν ήδη, μια πικρή αλήθεια: και αυτή η κυβέρνηση, όπως όλες οι κυβερνήσεις από το 2010, στηρίζει την υπόστασή της στο μνημονιακό πλέγμα που εγκαθιδρύθηκε στην χώρα ως ο «κανόνας» της κυβερνητικής συμπεριφοράς. Το μνημονιακό πλέγμα δρα θετικά, «αμυντικά», καθώς δεν επιτρέπει τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό του πελατειακού πολιτικού συστήματος, όπως στο παρελθόν. Αλλά το μνημονιακό πλέγμα δεν μπορεί να πάει την χώρα μπροστά.  Ούτε να εμπνεύσει, ούτε να εγγυηθεί τις  αλλαγές που θα μετατρέψουν το ελληνικό κράτος σε μοχλό της ανάπτυξης. Τα δε κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης που αναμένονται, έχουν τους ίδιους, αν όχι μεγαλύτερους περιορισμούς από το «Πακέτο Σαντέρ», για το οποίο, ο κύριος Αλέκος Φλαμπουράρης, όταν ρωτήθηκε για τις καθυστερήσεις στην απορρόφηση, απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «ξέρετε δεν μας δίνουν έτσι τα  λεφτά τζάμπα, να τα κάνουμε ό,τι θέλουμε. Ζητάνε προγραμματισμό, ζητάνε συγκεκριμένα έργα, αργούνε αυτά».

Είναι αλήθεια, ότι μετά την «έκθεση ιδεών και καλών προθέσεων» της «Επιτροπής Πισσαρίδη», η κυβέρνηση προχώρησε στον σχηματισμό της task force με τον Θεόδωρο Σκυλακάκη (που τουλάχιστον αποφεύγει την φανφαρώδη ρητορική) και τον έμπειρο και επιτυχημένο Νίκο Μαντζούφα για να χειριστεί το θέμα. Όμως αυτό δεν αρκεί. Και γενικότερα, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες αιχμές, όπως η μεθοδική δουλειά του Κυριάκου Πιερρακάκη, οι περισσότεροι κυβερνητικοί τομείς, κινούνται –επί της ουσίας- με την δύναμη της αδράνειας, στις κλασσικές μνημονιακές ράγες, με διαφορές δοσολογίας στα μέτρα και ύφους στον δημόσιο λόγο. Αν δεν υπήρχε η κεντρώα στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη, η νωπή μνήμη της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και η άσφαιρη αντιπολίτευση του Αλέξη Τσίπρα, το τοπίο θα ήταν ήδη διαφορετικό.

Με λίγα λόγια, ο πρώτος ελέφαντας στο δωμάτιο είναι, ότι  ακόμα και ανεξάρτητα από την έκβαση του Covid-19 και το βάρος των επιπτώσεών του στην Οικονομία, δεν έχει εκδηλωθεί  ένα μεταρρυθμιστικό σχέδιο, που θα ενσωματώσει και θα μετατρέψει σε πολλαπλασιαστή ανάπτυξης την ευρωπαϊκή ενίσχυση και θα αλλάξει την μοίρα της χώρας, από χρεωκοπημένη «εν αναστολή», σε χώρα παραγωγική, ανταγωνιστική, που διασφαλίζει την ευημερία και την ασφάλεια των πολιτών της σε μια κοινωνία δικαιοσύνης.

Ο δεύτερος ελέφαντας είναι η ευθεία απειλή στην ασφάλεια της χώρας από την απροκάλυπτη αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας, σε συνδυασμό με την δυσμενή οριστικοποίηση της αλλαγής των δεδομένων στην Κύπρο. Για μακρό διάστημα, ακόμα και εάν η μεταβίβαση εξουσίας στις ΗΠΑ εξελιχθεί ομαλά, θα υπάρξει μια περίοδος έντονης διεθνούς αστάθειας και πολλαπλής αλλαγής των -ούτως ή άλλως- ευπαθών διεθνών ισορροπιών και σχέσεων. Η θέση και ο ρόλος της Τουρκίας δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί και να «καναλιζαρισθεί» στο περιβάλλον διεθνούς ρευστότητας, που ήδη υπάρχει και διαρκώς διευρύνεται. Η προοπτική μιας συνεκτικής Ευρώπης με κοινή Εξωτερική Πολιτική και κοινή Πολιτική Άμυνας είναι προφανές ότι θα μπει ψηλά στην ατζέντα βασικών ευρωπαϊκών χωρών, αλλά είναι εξίσου προφανές ότι η Ελλάδα  χρειάζεται πολύ περισσότερες και πολύ πιο άμεσες εγγυήσεις ασφάλειας από την μέλλουσα (και αν) ευρωπαϊκή ομπρέλα.

Η σύγκρουση για το Ναγκόρνο Καραμπάχ στην Αρμενία, απέδειξε, ότι όποιος εξαρτάται από τρίτους, είναι καταδικασμένος να χάσει. Εμείς όμως στην Ελλάδα, υπνοβατώντας,  αποφεύγουμε να επικεντρωθούμε στο ζήτημα της εθνικής ασφαλείας, όπως έχουν κάνει πριν από μας οι Ισραηλινοί, οι Σουηδοί και οι Ελβετοί, που φροντίζουν, ώστε οι εθνικές τους δυνάμεις να καθιστούν απαγορευτικό το κόστος σε κάθε τρίτο, για  οποιαδήποτε αμφισβήτηση της κυριαρχίας τους.

Λέγεται ότι τον υπνοβάτη δεν πρέπει να τον ξυπνάς απότομα, γιατί κινδυνεύει να υποστεί σοκ. Είναι άραγε μεγαλύτερο το κόστος της αφύπνισης από το να σε πατήσει ένας ελέφαντας, ή το χειρότερο, και οι δύο μαζί;