Οι μεταρρυθμίσεις μείωσαν 10 μονάδες το κόστος εργασίας, αυξάνοντας τις ανισότητες

pixabay.com

Περίπου 4 και 10 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα θα ήταν αντίστοιχα το ποσοστό ανεργίας και το μοναδιαίο κόστος εργασίας στην Ελλάδα σε ένα σενάριο χωρίς τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας του 2012 – Τι έδειξε η μελέτη του ΙΟΒΕ με την υποστήριξη του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics and Political Science (LSE).

Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας πέτυχαν σε σημαντικό βαθμό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της αγοράς, μέσω της μείωσης του κόστους αλλά και της μεγαλύτερης ευελιξίας, χωρίς όμως να επιλύσουν ορισμένα βασικά δομικά προβλήματα και χρόνιες αδυναμίες της.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) που εκπονήθηκε με την υποστήριξη του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics and Political Science (LSE) και η οποία εστίασε στην επίδραση των μεταρρυθμίσεων που πραγματοποιήθηκαν στην αγορά εργασίας κατά την περίοδο 2010-2018.

Η μελέτη βασίζεται σε δύο άξονες: ο πρώτος επικεντρώνεται στο επίπεδο των νοικοκυριών και αναλύει την επίδραση των μεταρρυθμίσεων στα κίνητρα των ατόμων να εισέλθουν στην επίσημη αγορά εργασίας και ο δεύτερος εκτιμά, για πρώτη φορά, εναλλακτικά σενάρια της πορείας που θα είχαν επιλεγμένοι μακροοικονομικοί και κοινωνικοί δείκτες, όπως η απασχόληση και η ανεργία, ελλείψει των μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας.

Διαπιστώνεται ότι οι παρεμβάσεις που έγιναν στην αγορά εργασίας την προηγούμενη δεκαετία έδρασαν σε τρεις κατευθύνσεις:

– Εκπλήρωσαν σε μεγάλο βαθμό τον στόχο της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας κόστους

– Αύξησαν την ευελιξία στους κανονισμούς εργασίας, μέσω της οποίας υποστήριξαν μερικώς τον στόχο της προσαρμογής της αγοράς εργασίας μέσω των τιμών (μείωσης μισθών) και λιγότερο μέσω όγκων (απολύσεων) και

– Άφησαν, ως επί το πλείστον, ανεπίλυτες άλλες μακροχρόνιες αδυναμίες, όπως το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας, την υψηλή φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, την χαμηλή παραγωγικότητα, την υψηλή ανεργία, την χαμηλή χρήση ευέλικτων μορφών απασχόλησης και το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχολούμενων.

Τα αντικίνητρα για συμμετοχή στην επίσημη αγορά εργασίας αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής. Η επιδείνωση των κινήτρων για εργασία ήταν εντονότερη μεταξύ των ανδρών και των νέων. Παράλληλα, αναδεικνύεται η θετική επίδραση της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων το 2014 στα κίνητρα για συμμετοχή στην αγορά εργασίας, ειδικά μεταξύ των γυναικών και των νέων, που αποτελούν πληθυσμιακές ομάδες με παραδοσιακά χαμηλά ποσοστά συμμετοχής.

Σύμφωνα με τη μελέτη τα συστηματικά χαμηλά ποσοστά συμμετοχής στην αγορά εργασίας καθ’ όλη την περίοδο των προγραμμάτων, οφείλονται αφενός στο γεγονός ότι η μείωση των εισφορών το 2014 ήταν περιορισμένης κλίμακας και αφετέρου στο ότι η θετική της επίδραση αντισταθμίστηκε από μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής τα οποία έπληξαν σημαντικά τη φορολογία της εργασίας. Από μακροοικονομικής σκοπιάς, τα εμπειρικά ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις στην ελληνική αγορά εργασίας γύρω από το 2012 είχαν σημαντική συμβολή στη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, στην αύξηση της χρήσης ευέλικτων μορφών απασχόλησης, στην επιβράδυνση της δυναμικής του ποσοστού ανεργίας και στην ελαφρά ταχύτερη ανάκαμψη της απασχόλησης.

Η μείωση του κόστους και της ανεργίας

Είναι ενδεικτικό ότι το ετήσιο ποσοστό ανεργίας και το μοναδιαίο κόστος εργασίας στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2013-2018 εκτιμάται ότι θα ήταν κατά μέσο όρο περίπου 4 π.μ. και 10 π.μ. υψηλότερα αντίστοιχα σε ένα σενάριο χωρίς τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας του 2012. Αντιθέτως, φαίνεται ότι οι παρεμβάσεις του 2012 δεν βελτίωσαν τα ποσοστά συμμετοχής στην επίσημη αγορά εργασίας, ενώ αύξησαν τις μέσες ώρες εργασίας και την ανισότητα.

Η μελέτη του ΙΟΒΕ καταλήγει σε μια σειρά προτάσεων και προτεραιοτήτων πολιτικής, σε τρεις τουλάχιστον κατευθύνσεις που συνοψίζονται ως εξής:

Η περαιτέρω μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας μπορεί να ενισχύσει τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, να περιορίσει την απόκλιση μεταξύ της Ελλάδας και των υπόλοιπων χωρών της ΕΕ, και έτσι να ενισχύσει τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης. Υπάρχουν τομείς με διαρθρωτικές αδυναμίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν, όπως η αναντιστοιχία δεξιοτήτων, η ανεπαρκής επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, η χαμηλή αποτελεσματικότητα των ενεργών πολιτικών για την αγορά εργασίας, και τα συστηματικά υψηλά ποσοστά αδήλωτης εργασίας. Ο ΙΟΒΕ τονίζει την σημασία για συνεχή παρακολούθηση των τάσεων της ελληνικής αγοράς εργασίας, ώστε οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να εφαρμόζουν μέτρα προς την κατεύθυνση της περαιτέρω αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, αλλά και μείωσης της ανεργίας και της ανισότητας.