Οι millennials κάνουν τις εταιρείες καλύτερους εταιρικούς πολίτες

Οι millennials κάνουν τις εταιρείες καλύτερους εταιρικούς πολίτες

Oι εταιρείες πλέον επιδιώκουν πιο βιώσιμους τρόπους επιχειρηματικής δραστηριότητας και οι millenials παίζουν τον δικό τους ρόλο σε αυτήν τη μετάβαση.

της Erika Fry

Σχεδόν κάθε μεγάλη εταιρία θα σας πει ότι στις μέρες μας λογοδοτεί όχι μόνο στους απλούς μετόχους, αλλά και σε ολόκληρη την κοινωνία.

Κινούνται από γνήσια ανησυχία; Προσπαθούν να προστατέψουν τη φήμη τους; Θέλουν απλώς να προσεγγίσουν τους millennials; Όποιο κι αν είναι το κίνητρό τους, οι εταιρείες πλέον επιδιώκουν πιο βιώσιμους τρόπους επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η Gabriela Ramos, επικεφαλής προσωπικού και εκπρόσωπος του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης στο G20, λέει ότι έτσι ακριβώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα. «Η πραγματικότητα είναι ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε απαιτούν κοινή προσπάθεια δημόσιου και ιδιωτικού τομέα – όποιος μπορεί να συνεισφέρει πρέπει να συνεισφέρει», ανέφερε, μιλώντας στη διεθνή σύνοδο Most Powerful Women του Fortune στο Λονδίνο την περασμένη εβδομάδα.

Η Ramos, η οποία πρόσφατα επέστρεψε από μια «απογοητευτική» διάσκεψη του G-7, σημείωσε ότι η παγκοσμιοποίηση δεν έχει προσφέρει ευημερία σε όλους. Πέρα από τους νικητές της, η διεθνοποίηση της οικονομίας έχει καλλιεργήσει την ανισότητα, τη δυσπιστία στα θεσμικά όργανα, και ένα τοξικό πολιτικό περιβάλλον. Η ίδια λέει ότι αυτό το λιγότερο-από-ιδανικό status quo «καθιστά αναγκαία την εύρεση τρόπων βιώσιμης ανάπτυξης των επιχειρήσεων».

Η Sheila Patel, διευθύνουσα σύμβουλος του τμήματος διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού της Goldman Sachs, δήλωσε ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας συμμερίζεται ολοένα και περισσότερο την αποστολή αυτή. Πέρα από την πραγματικότητα που περιέγραψε η Ramos, η Patel επεσήμανε ότι το να γίνουν πρότυποι εταιρικοί πολίτες έχει γίνει πλέον επιτακτική ανάγκη για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εποχή των millennials.«Υπάρχει μια ανερχόμενη τάση και οι άνθρωποι στον κλάδο μας πρέπει να είναι έτοιμοι γι’ αυτό», είπε, προσθέτοντας ότι «υπάρχει μια τεράστια μεταφορά του πλούτου σε εξέλιξη, προς τις γυναίκες και τους millennials».

Η ίδια έχει παρατηρήσει μια αύξηση της ζήτησης για κοινωνικά υπεύθυνα επενδυτικά προϊόντα και εταιρείες. «Οι ομάδες αυτές θέλουν τα χρήματά τους να επενδυθούν με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο κι αν δεν έχετε ευκαιρίες για να επενδύσουν στη βιωσιμότητα, θα χάσετε το επόμενο κύμα».

Κάποιες γυναίκες-στελέχη που συμμετείχαν στη σύνοδο σημείωσαν ότι τα κοινωνικά μέσα έχουν επιταχύνει αυτή την τάση, καθώς υποχρεώνουν τις εταιρείες να είναι πολύ πιο διαφανείς σχετικά με τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και πολύ πιο προσεκτικές στη διαχείριση της φήμης τους. Άλλες ανέφεραν ότι οι κυβερνήσεις – ιδίως αυτή των ΗΠΑ, η οποία εγκατέλειψε τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα και εκφράζει τον σκεπτικισμό της σχετικά με την αλλαγή του κλίματος- έχουν αφήσει ένα κενό που μπορεί να καλυφθεί από τις επιχειρήσεις.

Η Anne Finucane, αντιπρόεδρος της Bank of America και επικεφαλής της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Κοινωνικής Πολιτικής, και Διακυβέρνησης της τράπεζας, δήλωσε ότι η αλλαγή στο εταιρικό συναίσθημα τα τελευταία τρία χρόνια ήταν δραματική, ως προς την αύξηση του ενδιαφέροντος για τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Απ’ την άλλη μεριά, η Patience Wheatcroft, μέλος της Βουλής των Λόρδων στη Μεγάλη Βρετανία, υποστήριξε ότι οι εταιρείες παραμένουν «σχιζοφρενείς» στο θέμα της κοινωνικής ευθύνης και ότι έχουν πολύ δρόμο να διανύσουν. «Αφενός, υποστηρίζουν τη βιωσιμότητα και διοργανώνουν events για την κοινότητα. Αφετέρου, επιδίδονται σε αλγοριθμικό tradingκαι βραχυπρόθεσμες πωλήσεις μετοχών – το απολύτως αντίθετο της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας».

Η Wheatcroft προσέθεσε ότι ούτε τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ούτε οι μεγάλες εταιρείες έχουν κάνει πολλά για να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της αποζημίωσης των στελεχών, κάτι που όπως η ίδια σημείωσε «προκαλεί πραγματικά προβλήματα τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, διότι είναι εμφανώς άδικο».

Και συνέχισε: «Οι άνθρωποι που βρίσκονται στα κατώτερα στρώματα, αλλά ακόμα κι αυτοί στα μεσαία, έχουν υποφέρει τα τελευταία 20 χρόνια. Γι’ αυτό στις ΗΠΑ φτάσαμε στον Trump και στο Ηνωμένο Βασίλειο φτάσαμε στο Brexit. Οι άνθρωποι νοιώθουν αδικημένοι – κι όσο κι αν μιλάμε για όλο αυτό, δεν φαίνεται οι εταιρείες να θίγουν πραγματικά το ζήτημα».

Δείτε ακόμη: Οι 12 CEOs της λίστας με τους μεγαλύτερους ηγέτες της χρονιάς