Οι πέντε ελληνικοί διατροφικοί «θησαυροί» που κέρδισαν το στοίχημα των εξαγωγών στην καραντίνα

AFP

Η αύξηση των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων εν μέσω πανδημίας και τα μηνύματα μελέτης της Εθνικής Τράπεζας.

Εν μέσω πανδημίας παρατηρήθηκε αξιοσημείωτη ζήτηση από το εξωτερικό για τα ελληνικά τρόφιμα, με τις εξαγωγές τροφίμων να καταγράφουν αύξηση 9% κατά το δίμηνο Μαρτίου-Απριλίου 2020, όταν οι λοιπές, εκτός πετρελαίου εξαγωγές σημείωναν πτώση 12%.

Μάλιστα η υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Φωτεινή Αραμπατζή, μιλώντας στο 8ο Αναπτυξιακό Συνέδριο, που συνδιοργάνωσαν τις τελευταίες ημέρες στην Πάτρα η εφημερίδα “Πελοπόννησος” και η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, τόνισε τη δυναμική που εμφανίζουν το πρώτο τετράμηνο του 2020, δηλαδή μέσα στην κρίση, οι εξαγωγές φρούτων και λαχανικών, καταδεικνύοντας ακριβώς πόσο μεγάλες είναι οι προοπτικές του κλάδου.

Οι πρώτες ενδείξεις είναι προς την κατεύθυνση περαιτέρω ενίσχυσης της αυξητικής τάσης, με το δείκτη παραγγελιών εξαγωγών σε κλίμακα [-100,+100] να φτάνει τις +13 μονάδες για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο (από +3 μονάδες τον Μάρτιο, +2 μονάδες κατά το πρώτο δίμηνο του έτους και -4 μονάδες το 2019). Πρακτικά, σύμφωνα με μελέτη που συνέταξε η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, το θετικό επίπεδο του δείκτη αποτυπώνει το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων εξαγωγέων τροφίμων δηλώνει ότι οι παραγγελίες από το εξωτερικό παραμένουν ισχυρές για τους επόμενους μήνες.

Η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που είχε ανοδικές εξαγωγικές παραγγελίες τροφίμων κατά το δίμηνο της πανδημίας (Απρίλιο-Μάιο), με την Ιταλία – κύριο ανταγωνιστή μας στη διεθνή αγορά τροφίμων – να σημειώνει κάθετη πτώση του δείκτη εξαγωγικών παραγγελιών τροφίμων (-27 μονάδες το δίμηνο Απρίλιο-Μάιο, απο -12 μονάδες τον Μάρτιο, -1 μονάδα κατά το πρώτο δίμηνο του έτους και -1 μονάδα το 2019).

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η τρέχουσα αναταραχή στις διεθνείς αγορές προσφέρει μια συγκυριακή ευκαιρία στα ελληνικά τρόφιμα να αξιοποιήσουν τη θετική εικόνα της χώρας και να αυξήσουν το μερίδιο τους προσφέροντας έτσι στην ελληνική οικονομία επιπλέον 1,2 δισ. ευρώ ετησίως. Στο κρίσιμο ερώτημα αν αυτή η ευκαιρία μπορεί να είναι η αφορμή για κατάκτηση μεριδίων αγοράς σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα απάντηση έρχονται να δώσουν οι επιτυχημένες στρατηγικές σε πέντε τρόφιμα: ελιά, γιαούρτι, μέλι, ακτινίδιο και μήλο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις τα στοιχεία-κλειδιά που φαίνεται να κάνουν τη διαφορά και συνεπώς μπορούν να αξιοποιηθούν και από άλλα ελληνικά τρόφιμα ως δούρειος ίππος για τις διεθνείς αγορές είναι:

  • Εστίαση στις αναπτυγμένες αγορές
  • Προώθηση σε branded μορφή (όχι χύμα) και
  • Εξασφάλιση επάρκειας όγκου για διεκδίκηση μεριδίου στην premium αγορά

Μήλο

Το μερίδιο των ελληνικών εξαγωγών μήλου έχει τριπλασιαστεί στον κόσμο κατά την τελευταία δεκαετία (στο 0,6% το 2019 από 0,2% το 2009). Ο όγκος των ελληνικών εξαγωγών αυξήθηκε 370% για την ίδια περίοδο (έναντι 13% παγκοσμίως) και μειώθηκε η τιμή του ελληνικού μήλου στις διεθνείς αγορές (σε 0,58 το 2019 από 0,73 το 2009) – εξέλιξη που το “απομακρύνει” από την premium market. Επιπλέον, σημειώθηκε αναδιάταξη των αγορών προορισμού για το ελληνικό μήλο, με την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή (κυρίως Σαουδική Αραβία και Ιορδανία) να κερδίζουν μερίδια (καλύπτοντας το 81% των ελληνικών εξαγωγών το 2019, από 1% το 2009). Η είσοδος της Ελλάδας σε αυτές τις αγορές ουσιαστικά αξιοποίησε το κενό που δημιουργήθηκε από τη διαταραχή των εμπορικών σχέσεων λόγω της πολιτικής αναταραχής στην περιοχή. Από την άλλη πλευρά, ανησυχητική είναι η συρρίκνωση της παρουσίας μας στην ΝΑ Ευρώπη, με τις εξαγωγές σε Βαλκάνια και Ρωσία να περιορίζονται κατά 60% την τελευταία δεκαετία.
Η υψηλή εξάρτηση των ελληνικών εξαγωγών μήλου από αναπτυσσόμενες και ευμετάβλητες αγορές (των Βαλκανίων πριν μια δεκαετία, και της Μέσης Ανατολής σήμερα) εγκυμονεί τον κίνδυνο απότομης πτώσης της ζήτησης σε περίπτωση διαταραχής στη συγκεκριμένη αγορά. Ενδεικτικά, σημειώνουν οι αναλυτές την πτώση των ελληνικών εξαγωγών κατά 25% τη τριετία 2015-2017, λόγω της μείωσης ζήτησης στην Αίγυπτο (κατά 49%). Για τα επόμενα χρόνια, σημαντική κρίνεται η αξιοποίηση των πρόσφατων εμπορικών συμφωνιών της Ελλάδας με Κίνα και Ινδία – δύο αγορές που αναπτύσσονται με διψήφιους ρυθμούς κατά την τελευταία πενταετία. Παράλληλα, θα μπορούσε να επιχειρηθεί δυναμικότερη είσοδος στην αγορά της ευρωζώνης, η οποία καλύπτει μόλις το 11% των ελληνικών εξαγωγών μήλου, έναντι μεριδίου 69% για τα λοιπά τρόφιμα.

Ακτινίδιο

Η Ελλάδα είναι η πέμπτη χώρα σε εξαγωγές ακτινιδίου στον κόσμο με μερίδιο 5,5% το 2019 (από 3,3% το 2009), με τις εξαγωγές να μετατοπίζονται την τελευταία δεκαετία σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης (2/3 του συνόλου το 2019 από 1/3 το 2009) από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (1/5 του συνόλου το 2019 από 3/5 το 2009. Η Ελλάδα καλύπτει το 22% της αγοράς της Ιταλίας, το 10% της αγοράς της Ισπανίας και το 6% της αγοράς της Γερμανίας. Ας σημειωθεί ότι η διεθνής αγορά ακτινιδίου αυξήθηκε κατά 40% σε όρους όγκου κατά την τελευταία δεκαετία με αποτέλεσμα αυξητική πίεση στις παγκόσμιες τιμές (1,75 ευρώ/kg το 2019 από 1,08 ευρώ/kg το 2009). Η τιμή του ελληνικού ακτινιδίου κινήθηκε επίσης ανοδικά αλλά λιγότερο έντονα από τον παγκόσμιο μέσο όρο (σε 0,48 το 2019 από 0,57 το 2009). Σημειώνεται ότι η Ιταλία ως χώρα-κόμβος (δηλαδή, που εισάγει και εξάγει ακτινίδια) επιτυγχάνει τιμή εξαγωγής σχεδόν διπλάσια της τιμής που εισάγει από Ελλάδα (1,44 ευρώ/kg έναντι 0,84 ευρώ/kg) – και έτσι καρπώνεται σημαντική υπεραξία. Σε κάθε περίπτωση, η διεθνής αγορά ακτινιδίου είναι μια “δύσκολη” αγορά, καθώς η ηγέτιδα-εξαγωγέας Νέα Ζηλανδία καλύπτει το 1⁄2 της αγοράς, και επιτυγχάνει τιμή τριπλάσια της ελληνικής (2,53/kg ευρώ έναντι 0,84 ευρώ/kg το 2019).

Μέλι

Ισχυρή άνοδο κατέγραψαν οι εξαγωγές μελιού διπλασιάζοντας σχεδόν το μερίδιό τους στην παγκόσμια αγορά κατά την τελευταία δεκαετία (σε 0,74% το 2019 από 0,42% το 2009), με τον όγκο ελληνικών εξαγωγών να 5πλασιάζεται για την ίδια περίοδο (ενώ η τιμή περιορίστηκε κατά 29%). Για να κατανοηθούν οι εξελίξεις αυτές, είναι σημαντικό να σκιαγραφηθεί η πολυπλοκότητα της διεθνούς αγοράς μελιού, η οποία χονδρικά χωρίζεται σε τρία segments: 1) Εξαγωγείς χαμηλής τιμής όπως η Κίνα, η Αργεντινή και η Ινδία, που εξάγουν σε τιμές κάτω των 2 ευρώ/kg και καλύπτουν σε όγκο το 70% της αγοράς, 2) Εξαγωγείς μεσαίας τιμής περίπου 2-5 ευρώ/kg) και 3) Premium brand όπου η Νέα Ζηλανδία επιτυγχάνει τιμή δεκαπλάσια του μέσου όρου (περίπου 25 ευρώ/kg), καλύπτοντας σε όγκο μόλις το 1,2% της διεθνούς αγοράς.
Η Ελλάδα προσπαθεί να αυξήσει το σχετικό της όγκο, αξιοποιώντας και εισαγωγές μελιού από τη Βουλγαρία (οι οποίες 6πλασιάστηκαν σε όγκο κατά την τελευταία δεκαετία). Η στρατηγική αυτή στοχεύει να συνδυάσει το ρόλο του ποιοτικού παραγωγού με το ρόλο του μεταπωλητή, δημιουργώντας έτσι μια λεπτή ισορροπία για το brand του ελληνικού μελιού. Σημειώνεται ότι η τιμή των ελληνικών εξαγωγών έχει περιοριστεί κ.μ.ο. στα 4 ευρώ/kg, από τα σχεδόν 6 ευρώ/kg πριν μια δεκαετία.

Γιαούρτι

Το ελληνικό γιαούρτι διατηρεί την ισχυρή του θέση στο παγκόσμιο εμπόριο με διπλασιασμό του μεριδίου του κατά την τελευταία δεκαετία (σε 7,5% το 2019 από 3,1% το 2009) και με σχετική τιμή 40% υψηλότερη της μέσης παγκόσμιας (1,91 ευρώ/kg, έναντι 1,37 ευρώ/kg) – κατατάσσοντας έτσι τη χώρα μας σε ηγέτη της premium αγοράς. Η στρατηγική της Ελλάδας την τελευταία δεκαετία χαρακτηρίζεται ως έντονα επεκτατική κυρίως προς τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης – με την ένταση της προσπάθειας να επικεντρώνεται αρχικά στο ΗΒ, μετά στην Ιταλία και μετά στη Γαλλία. Η διείσδυση που πέτυχε σε αυτές τις αγορές είναι εντυπωσιακή, με το μερίδιο της Ελλάδας να αυξάνεται στην Ιταλία στο 29% το 2019 (από 5% το 2009), στο ΗΒ στο 21% (από 8%) και στη Γαλλία στο 14% (από 1%). Επιχειρώντας μια προσέγγιση των συνθηκών που επικρατούν στη διεθνή αγορά, οι αναλυτές της Εθνικής Τράπεζας ξεχωρίζουν 2 μεγάλα segments. Το ένα είναι το το Premium, με τιμή άνω του 1,8 ευρώ/kg, το οποίο καλύπτει το 10% του όγκου της αγοράς το 2019 από 6% το 2009. Η Ελλάδα κατάφερε να αυξήσει το μερίδιο της σε αυτό το segment σε 48% το 2019 (από 29% το 2009) αλλά η τιμή του ελληνικού γιαουρτιού είναι 26% χαμηλότερη έναντι των premium ανταγωνιστών του. Η άλλη κατηγορία είναι το Mass segment με τιμή κάτω του 1,8 ευρώ/kg, το οποίο καλύπτει το 90% του όγκου της αγοράς, με κυρίαρχες χώρες τη Γερμανία και τη Γαλλία (με αθροιστικό μερίδιο 40%), και ανερχόμενες δυνάμεις τη Σαουδική Αραβία, την Αυστρία και την Ισπανία (με αθροιστικό μερίδια 26,5% το 2019 από 18,5% το 2009 της mass market).

Ελιά

Η ελληνική ελιά διατηρεί σημαντικό μερίδιο στη διεθνή αγορά (17% σε όρους όγκου) και υψηλή τιμή (2,6 ευρώ/kg, έναντι μέσης τιμής 1,73 ευρώ/kg), κρατώντας έτσι τα ηνία στην premium market. Ο έτερος μεγάλος παίκτης, η Ισπανία (με μερίδιο 39% σε όγκο), ηγείται στην mass market (με τιμή 1,3 ευρώ/kg). Οι ελληνικές εξαγωγές ελιάς αποδείχθησαν ιδιαίτερα ανθεκτικές την τελευταία δεκαετία, καταγράφοντας σημαντική αύξηση (σε 452 εκατ. ευρώ το 2019 από 190 εκατ. ευρώ το 2009), με σχεδόν το 80% αυτών να κατευθύνεται σε αναπτυγμένες χώρες (κυρίως ΗΠΑ και Δυτική Ευρώπη). Αξιοσημείωτο είναι ότι η Ελλάδα καλύπτει πλέον το 1/3 των αγορών των ΗΠΑ, Γερμανίας, ΗΒ και Ιταλίας (από μερίδια της τάξης του 1/4 το 2009)
H κυρίαρχη θέση της ελληνικής ελιάς αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την ποιοτική υπεροχή του προϊόντος, η οποία οφείλεται στις επικρατούσες εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες της χώρας μας. Ωστόσο, υπάρχει περιθώριο περαιτέρω ανόδου της αξίας των εξαγωγών μας, καθώς σχεδόν τα 2/3 αυτών εξάγονται “χύμα”. Δεδομένου ότι η τιμή των χύμα εξαγωγών είναι της τάξης του 1-2 ευρώ/kg ενώ των branded κυμαίνεται στα 5-6 ευρώ/kg, η τυποποίηση είναι σημαντικό να τεθεί ως βασική στρατηγική για τα επόμενα χρόνια.