Η συλλογή Γουλανδρή βρήκε το σπίτι της στην Αθήνα

Ένας μοναδικός χώρος στην οδό Ερατοσθένους στο Παγκράτι, όπου οι ιστορίες, οι διαδρομές και οι ανεκδοτολογικές αναφορές του ζεύγους Γουλανδρή ζωντανεύουν στους τοίχους του.

Το Μουσείο Γουλανδρή, στην οδό Ερατοσθένους 13 στο Παγκράτι, άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό στις 2 Οκτωβρίου. Και δεν πρόκειται για ένα µουσείο όπως όλα τα άλλα. Είναι ένας µοναδικός χώρος όπου οι ιστορίες, οι διαδροµές και οι ανεκδοτολογικές αναφορές του ζεύγους Γουλανδρή ζωντανεύουν στους τοίχους του. Το Fortune µίλησε µε τη Μαρία Κουτσοµάλλη, υπεύθυνη για τη µουσειολογική µελέτη της συλλογής του, τα εκθέµατα και τις µοναδικές ιστορίες που κρύβονται πίσω από αυτά.

Η ζωή της Μαρίας Κουτσοµάλλη είναι άρρηκτα συνδεδεµένη µε το µουσείο, καθώς ο πατέρας της, Κυριάκος Κουτσοµάλλης, εργαζόταν ως γραµµατέας του Βασίλη και της Ελίζας Γουλανδρή στο Παρίσι από το 1972. Έκτοτε δεν έφυγε ποτέ από το πλάι τους, ενώ ανέλαβε και τη διεύθυνση του Ιδρύµατος Γουλανδρή το 1979.

Η Μαρία Κουτσοµάλλη επιχείρησε τα πρώτα της βήµατα στον χώρο της τέχνης µέσα από τις σπουδές της στην École Supérieure de Commerce de Paris, στο Τµήµα Ιστορίας της Τέχνης στη Σορβόννη και στο Πανεπιστήµιο Paris-IX Dauphine, στο management. Στη συνέχεια ξεκίνησε να εργάζεται στη Νέα Υόρκη, για τον γνωστό οίκο δηµοπρασιών έργων τέχνης Sotheby’s, στο Τµήµα Ιµπρεσιονισµού και Μοντέρνας Τέχνης.

Κατόπιν επέστρεψε στο Παρίσι, στον οίκο Christie’s, στο Τµήµα Τέχνης του 19ου Αιώνα. Εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 2012, όποτε εντάχθηκε στο ανθρώπινο δυναµικό του ιδρύµατος. Παρ’ όλα αυτά, όπως µας αποκαλύπτει, «ποτέ δεν µου κόλλησε το µικρόβιο του συλλέκτη, γιατί έχω τη χαρά να βλέπω µπροστά µου όλα αυτά τα σηµαντικά έργα».

Μέσα από την προσωπική της εµπειρία κατάφερε, όπως αναφέρει, να µπει «στην ιστορία της συλλογής». Χαρακτηρίζει τον Βασίλη και την Ελίζα Γουλανδρή «λάτρεις της τέχνης, που, παρότι µπορούσαν να αγοράσουν δύο ή τρία έργα µαζί, προτιµούσαν να περιµένουν χρόνια προκειµένου να αποκτήσουν αυτό που επιθυµούσαν. Η συλλογή αυτή ήταν το µεράκι τους». Όλα ξεκίνησαν το 1956. Τότε ο Βασίλης και η Ελίζα Γουλανδρή αποφάσισαν να αφιερώσουν πολύ από τον προσωπικό τους χρόνο, κόπο, αλλά και πόρους, προκειµένου να δηµιουργήσουν µια µεγάλη συλλογή µε σηµαντικούς καλλιτέχνες από όλο τον κόσµο.

Το πρώτο έργο που απέκτησαν ήταν το «Νεκρή φύση µε γκρέιπ φρουτ» του Paul Gauguin, το οποίο, όπως αναφέρει η Μαρία Κουτσοµάλλη, «αγοράστηκε στο Παρίσι το 1957 σε δηµοπρασία έναντι ποσού ρεκόρ για εκείνη την εποχή». Το ζεύγος δεν έβλεπε την τέχνη ως επένδυση. Αντίθετα, τη βίωνε καθηµερινά ανάµεσα στους πίνακες, στα γλυπτά, στα µοναδικά έργα που κοσµούσαν τις κατοικίες τους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Όραµα και των δύο, λοιπόν, ήταν να στεγάσουν τη µυθική συλλογή τους σε ένα µουσείο αντάξιό της.

Η συλλογή πήρε πάνω από 40 χρόνια για να ολοκληρωθεί, όσο δηλαδή ζούσαν εκείνοι, και έγινε, όπως µας πληροφορεί η Μαρία Κουτσοµάλλη, «µία από τις σηµαντικότερες που έχουν δηµιουργηθεί το δεύτερο µισό του 20ού αιώνα. Αυτό που µπορεί να δει κανείς είναι κυρίως τους σηµαντικότερους καλλιτέχνες της µοντέρνας και της σύγχρονης τέχνης από το 1870 µέχρι το 1990 περίπου». Οι καλλιτέχνες που εκπροσωπούνται στη συλλογή είναι πολλοί. Από τους Paul Cézanne, Vincent Van Gogh, Paul Gauguin, Claude Monet, Edgar Degas, Pablo Picasso, Henri de Toulouse-Lautrec, µέχρι τους Jackson Pollock, Francis Bacon και Friedensreich Hundertwasser, µεταξύ άλλων. Αυτό, µάλιστα, αποτελεί µια πολύ σηµαντική πρωτοπορία για τα ελληνικά δεδοµένα.

«Το µουσείο έρχεται να καλύψει ένα σηµαντικό κενό. Μέχρι σήµερα οι Έλληνες δεν είχαν τη δυνατότητα να δουν στη χώρα τους έργα τόσο µεγάλων καλλιτεχνών. Ωστόσο, πλέον έχουν όχι µόνο την ευκαιρία να δουν έργα σπουδαίων καλλιτεχνών, αλλά και να δουν τα σηµαντικότερα από αυτά». Όµως, το έργο του Ιδρύµατος Γουλανδρή δεν σταµατά εδώ. Οι αγορές σηµαντικών έργων συνεχίζονται, στρεφόµενες στην εγχώρια τέχνη, καθώς στόχος είναι να στηριχθεί η σύγχρονη ελληνική δηµιουργία.

Εν προκειµένω αξίζει να σηµειωθεί πως, σύµφωνα µε τη µελέτη Global Art Market Report των Art Basel και UBS, στην αγορά έργων τέχνης για το 2018 καταγράφεται αύξηση 6% στις πωλήσεις παγκοσµίως, µε τους millennials να πρωταγωνιστούν ως αγοραστές και τις online συναλλαγές να εµφανίζουν αυξητικές τάσεις.  Πιο αναλυτικά, οι πωλήσεις ανά τον κόσµο ανήλθαν σε 67,4 δισεκατοµµύρια δολάρια το 2018 (αύξηση 6% σε σύγκριση µε το 2017), επίδοση που έφερε την παγκόσµια αγορά έργων τέχνης στο δεύτερο υψηλότερο επίπεδο σε µια δεκαετία (σωρευτική αύξηση 9% από το 2008).

Βέβαια, όπως τα περισσότερα εγχειρήµατα, έτσι και το Μουσείο Γουλανδρή αντιµετώπισε αρκετές δυσκολίες ήδη από τη στιγµή της σύλληψης της ιδέας από τους ιδρυτές του.

Ας πάρουµε, όµως, τα πράγµατα από την αρχή. Όπως µας αποκαλύπτει η Μαρία Κουτσοµάλλη, το νέο µουσείο οφείλει την ύπαρξή του «στη θέληση του Βασίλη και της Ελίζας Γουλανδρή να αναδείξουν τη χώρα τους και να την τιµήσουν µε τον δικό τους τρόπο». Ξεκίνησαν, λοιπόν, το έργο τους στην Άνδρο, όπου χρηµατοδότησαν το Αρχαιολογικό Μουσείο και συνέχισαν µε την ανέγερση των δύο πρώτων µουσείων του ιδρύµατος. Το 1971 άρχισαν να σκέφτονται ότι θα ήθελαν να δώσουν και στην πρωτεύουσα ένα κτίριο στο οποίο θα παρουσιαζόταν η εκτενής συλλογή τους µε έργα τέχνης.

Κάπως έτσι άρχισε η οδύσσεια της κατασκευής του. Το 1992 προτάθηκε στην τότε κυβέρνηση να ανεγερθεί το µουσείο σε έναν χώρο τον οποίο θα επέλεγε το κράτος. Και µπορεί κατ’ αρχάς η απάντηση να ήταν θετική, αλλά η διαδικασία στη συνέχεια ήταν γεµάτη από εµπόδια.

Το πρώτο σενάριο ήταν να κατασκευαστεί στη Ρηγίλλης, αλλά εκεί υπήρξαν ευρήµατα από το Λύκειο του Αριστοτέλη, οπότε αυτή η επιλογή δεν προχώρησε. Το δεύτερο σενάριο ήταν να επιλεγεί ως χώρος ανέγερσης το πάρκο Ριζάρη, ωστόσο λόγω διάφορων γραφειοκρατικών δυσκολιών ούτε εκεί ευδοκίµησε το έργο. Έτσι, τα µέλη του διοικητικού συµβουλίου του ιδρύµατος αποφάσισαν να δηµιουργήσουν το µουσείο µε το δικό τους «πορτοφόλι», κάτι το οποίο σήµαινε 100% ιδιωτική χρηµατοδότηση.

Πάντως, παρά τις δυσκολίες και τις δυσχέρειες, δεν υπήρξε ποτέ σκέψη να τα παρατήσουν ή να ανοίξει το εν λόγω µουσείο στο εξωτερικό. Οι συντελεστές «ήθελαν να σεβαστούν απόλυτα την επιθυµία των ιδρυτών και να φτιάξουν ένα µουσείο ακριβώς όπως το είχαν οραµατιστεί ο Βασίλης και η Ελίζα Γουλανδρή. Ήθελαν έναν χώρο στο κέντρο της Αθήνας, όπου οι πολίτες όλης της χώρας θα µπορούσαν να θαυµάσουν αυτά τα έργα τέχνης».

Με γνώµονα, λοιπόν, την επίδραση στον κοινωνικό ιστό της πρωτεύουσας, το διοικητικό συµβούλιο επέλεξε τον συγκεκριµένο χώρο στο Παγκράτι. Ένα από τα κριτήρια επιλογής και στόχος ήταν η ενίσχυση της ιστορικής περιοχής της Αθήνας, η οποία πραγµατικά υπέφερε κατά την περίοδο της οικονοµικής κρίσης. Άλλωστε πρόκειται για µια γοητευτική γειτονιά, µε προνοµιακή θέση, κοντά στα µεγάλα µουσεία και µνηµεία της Αθήνας, η οποία προσείλκυε ανέκαθεν το ενδιαφέρον ανθρώπων των γραµµάτων και τεχνών, αλλά και των τουριστών.

Το κτίριο χρειάστηκε περίπου επτά χρόνια για να κατασκευαστεί. Έχει επιφάνεια 7.250 τ.µ., εκτείνεται σε έντεκα ορόφους και, εκτός από τους εκθεσιακούς χώρους, σε αυτό λειτουργούν ένα πωλητήριο και ένα café-εστιατόριο, βιβλιοθήκη τέχνης, παιδικό εργαστήριο, καθώς και ένα σύγχρονων προδιαγραφών αµφιθέατρο 190 θέσεων. Στόχος του µουσείου δεν είναι µόνο να προσφέρει στον επισκέπτη την ευκαιρία να δει από κοντά σπουδαία έργα τέχνης, αλλά και µια συνολική εµπειρία.

Με αυτό κατά νου, οι συντελεστές εγκαινιάζουν τον µηνιαίο προγραµµατισµό των εκδηλώσεών του. Συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, συζητήσεις, δράσεις για ενήλικες και παιδιά, καθώς και εκπαιδευτικά εργαστήρια, συµπληρώνουν τη φιλοσοφία του ιδρύµατος, µε µία σειρά πρωτότυπων εκδηλώσεων που εντάσσονται αρµονικά στον µουσειακό χώρο. «Θέλουµε ο επισκέπτης να δει το µουσείο σαν το σπίτι του. Να έρχεται όσες φορές το επιθυµεί» καταλήγει η Μαρία Κουτσοµάλλη.​