Οικονομία και επενδύσεις: Απότομη προσγείωση ή συγχρονισμένη ανάκαμψη το 2020;

O επενδυτικός οδηγός του Fortune για το 2020: Tι θα φέρει η νέα χρονιά. Οι προκλήσεις για την παγκόσμια οικονομία, οι εκτιμήσεις των αναλυτών για ΗΠΑ – Ευρωζώνη και η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας  – Τι θα γίνει με νομίσματα, αγορές, ομόλογα και μετοχές.

«Επιβράδυνση της παγκόσµιας οικονοµίας» ή, αλλιώς, «µέτρια αύξηση της παγκόσµιας ανάπτυξης» είναι οι δύο φράσεις που συµπυκνώνουν τις εκτιµήσεις των αναλυτών για το 2020. Και παρότι οι προβλέψεις για ύφεση το 2019 αποδείχθηκαν υπερβολικές και για τη νέα χρονιά το ενδεχόµενο αυτό φαίνεται να αποµακρύνεται, οικονοµολόγοι, επενδυτικοί οργανισµοί και οίκοι αξιολόγησης συγκλίνουν στο ότι οι µεγαλύτερες οικονοµίες του πλανήτη θα έχουν χαµηλές «πτήσεις».

Το βασικό ερώτηµα είναι αν οι αγορές θα αποφύγουν την απότοµη προσγείωση. Οι εκτιµήσεις περιλαµβάνουν σηµαντικούς κινδύνους, οι οποίοι συνδέονται µε µια µεγαλύτερη του αναµενοµένου επιβράδυνση της παγκόσµιας ανάπτυξης και της συναλλακτικής δραστηριότητας εξαιτίας του εµπορικού προστατευτισµού. Επίσης, το ενδεχόµενο αποχώρησης του Ηνωµένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) χωρίς τη σύναψη συµφωνίας, η απότοµη διόρθωση στις χρηµατοπιστωτικές αγορές, η κλιµάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων και η αναζωπύρωση της προσφυγικής κρίσης αποτελούν σηµαντικές µεταβλητές κινδύνου.

Σε επίπεδο προσώπων, ο Donald Trump και το βρετανικό ισοδύναµό του, ο πρόσφατα θριαµβευτής στις εκλογές Boris Johnson, συνδέονται µε τους περισσότερους παράγοντες που προκαλούν ανησυχία και µπορούν να επηρεάσουν την επίδοση των αγορών και φέτος.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, σε µια εκλογική χρονιά για τον ίδιο, συνεχίζει να προκαλεί µε τις αποφάσεις του αβεβαιότητα τόσο στους CEOs των επιχειρήσεων όσο και στην παγκόσµια οικονοµία. Όπως πολύ εύστοχα περιγράφει σε άρθρο του, που έχετε την τύχη να διαβάσετε σε αυτό το τεύχος, ο Geof Colvin του αµερικανικού Fortune, ο Αµερικανός Πρόεδρος ζει στον φανταστικό κόσµο των εύκολα κερδισµένων εµπορικών πολέµων, πλήττει το εµπόριο και προκαλεί συγκρούσεις οι οποίες έχουν αρνητικά αποτελέσµατα όχι µόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στις άλλες δύο µεγαλύτερες οικονοµίες του πλανήτη, την Κίνα και την Ευρώπη. Η ανάπτυξη διεθνώς θα µειωθεί στο 3% το επόµενο έτος, προβλέπει το Διεθνές Νοµισµατικό Ταµείο. Πρόκειται για την πιο χαµηλή ανάπτυξη µετά την οικονοµική κρίση. Ο νούµερο ένα λόγος; Η αύξηση των εµπορικών φραγµών, που προκαλείται από τις συχνά αψυχολόγητες αποφάσεις του Αµερικανού Προέδρου.

Από την άλλη, ο Boris Johnson καλείται να διαχειριστεί την έξοδο της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρώπη. Όπως µας αναφέρει η Pimco σε επικοινωνία που είχαµε µαζί της, για το Brexit υπάρχουν δύο βασικά σενάρια που συγκεντρώνουν το ίδιο ποσοστό πιθανότητας: µια περιορισµένη συµφωνία ελεύθερου εµπορίου ή µια παράταση της µεταβατικής περιόδου.

«Στο πρώτο σενάριο, η διαπραγµάτευση µιας συνολικής συµφωνίας ελεύθερου εµπορίου σε λιγότερο από έναν χρόνο θα αποδειχθεί µάλλον πολύ δύσκολη, καθώς παρόµοιες συµφωνίες στο παρελθόν χρειάστηκαν αρκετά χρόνια. Η ΕΕ και το Ηνωµένο Βασίλειο έχουν µεγαλύτερη πιθανότητα να καταλήξουν σε µια συµφωνία περιορισµένης ισχύος, η οποία θα καλύπτει µόνο τους σηµαντικότερους κλάδους, αφήνοντας, για παράδειγµα, τη διευθέτηση του εµπορίου σε µικρότερους τοµείς υπηρεσιών για µελλοντικές συνοµιλίες» επισηµαίνει η Pimco στο Fortune Greece.

Στο δεύτερο σενάριο, ο µεγαλύτερος διαχειριστής κεφαλαίων στον κόσµο αναφέρει ότι, «ενώ οι Συντηρητικοί έχουν δεσµευτεί στο εκλογικό τους µανιφέστο να µην παρατείνουν τη µεταβατική περίοδο, η µεγάλη τους πλειοψηφία µπορεί να ενθαρρύνει τον Boris Johnson να εγκαταλείψει αυτή την υπόσχεση και να στραφεί προς µια πιο ήπια προσέγγιση στις εµπορικές διαπραγµατεύσεις ΕΕ-Ηνωµένου Βασιλείου».

Η παγκόσµια ανάπτυξη και ο εµπορικός πόλεµος ΗΠΑ – Κίνας

Σε δηµοσκόπηση που διεξήγαγε το πρακτορείο Reuters σε περισσότερους από 40 οικονοµολόγους, το κεντρικό συµπέρασµα είναι ότι µια µεγαλύτερη υποχώρηση της παγκόσµιας οικονοµικής ανάπτυξης είναι πιο πιθανή από µια συγχρονισµένη ανάκαµψη, µε την τελική εκτίµηση να διορθώνει προς τα κάτω το ποσοστό παγκόσµιας ανάπτυξης (3,1%) σε σχέση µε το 3,3% που έδινε η αντίστοιχη έρευνα τον Ιούλιο.

Οι ΗΠΑ, σύµφωνα µε τους αναλυτές, θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται µε ρυθµούς όχι δυναµικούς, αλλά πάντως ικανοποιητικούς, της τάξης του 1,6% µε 1,9% στα επόµενα τρίµηνα έως και το 2021. Όπως αναφέρει στο Fortune Greece ο διευθύνων σύµβουλος – επικεφαλής Ευρώπης της Bank of America Merrill Lynch Aθανάσιος Βαµβακίδης, «δεν αναµένουµε ύφεση, αλλά χαµηλή παγκόσµια ανάπτυξη. Στις ΗΠΑ εκτιµούµε ότι ο ρυθµός ανάπτυξης θα φτάσει στο 1,7%, σε σύγκριση µε το 2% που είναι οι πραγµατικές δυνατότητες της οικονοµίας. Στην Ευρωζώνη και τη Μεγάλη Βρετανία βλέπουµε ανάπτυξη της τάξης του 1%, και στην Κίνα στα επίπεδα του 5,6%. Θεωρούσα, έτσι και αλλιώς, υπερβολικές τις εκτιµήσεις για ύφεση το 2019. Έχουµε δει µεν πιο αδύναµη ανάπτυξη σχεδόν παντού, αλλά µακριά από τα επίπεδα ύφεσης. Αν παρατηρήσετε, οι δείκτες ανεργίας είναι πιο χαµηλοί από τα επίπεδα προ κρίσης σε όλες τις µεγάλες οικονοµίες και µειώνονται ακόµη περισσότερο».

Ο διευθύνων σύμβουλος-επικεφαλής Ευρώπης της Bank of America Merrill Lynch Αθανάσιος Βαμβακίδης.

Στο ίδιο επίπεδο κυµαίνονται και οι προβλέψεις της Pimco, µε τα στελέχη της να αναφέρουν: «Η πρόσθετη παγκόσµια νοµισµατική χαλάρωση υπό την ηγεσία της Fed και η προσωρινή ανακωχή στην εµπορική διαµάχη ΗΠΑ – Κίνας έχουν µειώσει τον κίνδυνο ύφεσης στον κυκλικό ορίζοντα. Επιπλέον, οι πρόσφατοι δείκτες PMI δείχνουν µια σταθεροποίηση στον παγκόσµιο κύκλο εµπορίου και µεταποίησης µετά την απότοµη κάµψη που σηµειώθηκε νωρίτερα φέτος. Ενώ τα νούµερα στη βασική µας πρόβλεψη για µια µέτρια αύξηση της ανάπτυξης παγκοσµίως κατά τη διάρκεια του 2020 δεν έχουν αλλάξει πολύ, η πίστη µας σε αυτό το σενάριο έχει αυξηθεί».

Η φράση που µπορεί να περιγράψει καλύτερα το power game µεταξύ ΗΠΑ και Κίνας είναι «America First εναντίον China First». Η µερική συµφωνία στην οποία κατέληξαν τον Δεκέµβριο οι δύο υπερδυνάµεις προβλέπει µείωση των αµερικανικών δασµών σε κινεζικά προϊόντα και περισσότερες αγορές αµερικανικών –κυρίως αγροτικών– προϊόντων από την πλευρά του Πεκίνου.

Η συµφωνία θέτει επίσης ένα πλαίσιο κανόνων για ζητήµατα πνευµατικών δικαιωµάτων, ενώ αναφέρεται επιγραµµατικά και σε νοµισµατικά θέµατα. Θα φέρει η συµφωνία αυτή το τέλος του εµπορικού πολέµου που µαίνεται µεταξύ των δύο υπερδυνάµεων την τελευταία διετία; Πολλοί ειδικοί διατηρούν σοβαρές αµφιβολίες.

«Αναφορικά µε τον εµπορικό πόλεµο, αυτό που επιδιώκει η Αµερική είναι η Κίνα να εξαγάγει την πνευµατική ιδιοκτησία της στις ΗΠΑ για µεταποίηση και να την επιστρέψει στην Κίνα. Αυτό είναι το αντίθετο από αυτό που κάνουν οι ΗΠΑ τα τελευταία 30 χρόνια. Οι φθηνές εισροές εργασίας και κεφαλαίου επέτρεψαν στις αµερικανικές επιχειρήσεις να µειώσουν το κόστος τους, εξάγοντας την πνευµατική ιδιοκτησία στην Κίνα για την παραγωγή προϊόντων. Ωστόσο, δεδοµένου του στόχου της Κίνας να κινηθεί προς µια κατεύθυνση προηγµένης µεταποίησης εντός της χώρας, αµφιβάλλουµε ότι οι κινεζικές Αρχές έχουν µεγάλη επιθυµία για µια τέτοια πολιτική. Συνολικά αντιλαµβανόµαστε την πρόσφατη συµφωνία ως κάτι που ελάχιστα απέχει από µια µίνι εκεχειρία, η οποία, προς το παρόν, αποτρέπει την περαιτέρω κλιµάκωση· αναµφισβήτητα, πρόκειται για µια καλή είδηση για τις επιχειρήσεις και την ψυχολογία των καταναλωτών. Ωστόσο, δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο η συµφωνία θα µακροηµερεύσει, καθώς οι στόχοι των αγορών εµφανίζονται να είναι εξαιρετικά φιλόδοξοι. Οι κινεζικές δεσµεύσεις αγοράς προϊόντων ύψους 200 δισεκατοµµυρίων δολαρίων σε διάστηµα δύο ετών ενδέχεται να µην είναι εφικτές και δεν είναι σαφές ποιος θα είναι ο µηχανισµός επιβολής όταν δεν επιτευχθούν οι στόχοι» σχολιάζει η Pimco.

«Σχετικά µε την εµπορική ένταση ανάµεσα σε ΗΠΑ και Κίνα, αναµένουµε µια συµφωνία που θα αποτρέψει την επιβολή περισσότερων δασµών. Μια τέτοια εκεχειρία είναι θετική, καθώς θα µειώσει τους κινδύνους για την παγκόσµια οικονοµία, αλλά δεν είναι ιδανική, καθώς οι πρόσφατες εµπορικές κυρώσεις θα παραµείνουν και οι εντάσεις θα µπορούν να κλιµακωθούν και πάλι στο µέλλον» σχολιάζει ο Αθανάσιος Βαµβακίδης.

Δεν θα πρέπει, πάντως, να ξεχνάµε ότι ο Τrump κρατά πάντα στο τραπέζι και την απειλή των δασµών στις εισαγωγές αυτοκινήτων από Ευρώπη. Και εάν, τελικά, την κάνει πράξη, ο ΟΟΣΑ έχει προειδοποιήσει πως οι επιπτώσεις θα είναι ακόµη πιο δραµατικές από εκείνες που προκαλεί η σινοαµερικανική διαµάχη.

Η φράση που µπορεί να περιγράψει καλύτερα το power game µεταξύ ΗΠΑ και Κίνας είναι «America First εναντίον China First»

Η Eυρωζώνη και το «πικρό» φάρµακο των αρνητικών επιτοκίων

Τα δεδοµένα για τις µεγάλες οικονοµίες της ζώνης του ευρώ είναι κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά, µε την άλλοτε ατµοµηχανή της ανάπτυξης, τη Γερµανία, να έχει παγιδευτεί σε τέλµα και συνολικά τον µεταποιητικό κλάδο να αιµορραγεί. Συγκεκριµένα, η γερµανική αυτοκινητοβιοµηχανία ασκεί µια υπερβολικά µεγάλη πίεση στη γερµανική οικονοµία και βρίσκεται σε φάση αναδιάρθρωσης, την ώρα που η πτώση σε βασικές αγορές όπως η Κίνα πλήττουν τη ζήτηση για τα γερµανικά προϊόντα.

Παράλληλα, οι περισσότεροι αναλυτές τονίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η οποία έχει νέα επικεφαλής την Christine Lagarde, δεν πρόκειται να λάβει νέα µέτρα. Εξάλλου, όλοι πλέον αναγνωρίζουν πως τα εργαλεία της νοµισµατικής πολιτικής έχουν τα όριά τους στη στήριξη της ανάπτυξης, ενώ παράλληλα προκαλούν παρενέργειες. Η Christine Lagarde έχει αφήσει να εννοηθεί ότι δεν βιάζεται να αυξήσει τα επιτόκια. Έχει, ωστόσο, αναγνωρίσει την ανάγκη για µέτρα που θα µετριάζουν τις συνέπειες της υπερβολικά χαλαρής νοµισµατικής πολιτικής.

Άλλωστε ο προκάτοχος της Mario Draghi φρόντισε τον Σεπτέµβριο να ανακοινώσει µια σειρά µέτρων στήριξης, που περιλάµβαναν µία µείωση επιτοκίου και την απόφαση επανέναρξης των αγορών οµολόγων για να δοθεί ώθηση στην οικονοµία. Σύµφωνα µε τα στοιχεία της BIS (Τράπεζα Διεθνών Διακανονισµών), µέσα στο 2019 και µετά τη διαπίστωση της επερχόµενης απειλής, δεκαέξι κεντρικές τράπεζες µείωσαν τα επιτόκιά τους και οι πιο πολλές από αυτές –οι ισχυρότερες, µεταξύ των οποίων οι κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης, των ΗΠΑ, της Κίνας και έµµεσα της Ιαπωνίας– ξεκίνησαν εσπευσµένα προγράµµατα «ποσοτικής χαλάρωσης».

Αυτή, άλλωστε, η πλασµατική ρευστότητα µηδενικού ή και αρνητικού «κόστους» στις αγορές κεφαλαίου τροφοδότησε παγκοσµίως τις χρηµαταγορές, οδηγώντας σε ύψη ρεκόρ τους χρηµατιστηριακούς δείκτες, ενώ παράλληλα µείωνε την «ταχύτητα» µε την οποία αναδυόταν η γενικευµένη τάση οικονοµικής επιβράδυνσης. Κατά τη Christine Lagarde, η µοναδική κατ’ αρχάς «λύση» δεν µπορεί να είναι άλλη παρά η αντικατάσταση της τραπεζικής παρέµβασης από την παρέµβαση των κυβερνήσεων µε τα δηµοσιονοµικά τους πλεονάσµατα.

«Τα αρνητικά επιτόκια έχουν γίνει µέρος του προβλήµατος, µειώνοντας την κερδοφορία των τραπεζών και την ανάπτυξη. Η ΕΚΤ είναι πιθανό να συνδέσει τα θετικά επιτόκια µε τον πραγµατικό πληθωρισµό και να ξεφορτωθεί τα αρνητικά επιτόκια και το πρόγραµµα ποσοτικής χαλάρωσης. Η επικοινωνία µιας τέτοιας κύριας µετατόπισης στην πολιτική της είναι κάτι που συνεπάγεται πολλές προκλήσεις» αναφέρει ο Αθανάσιος Βαµβακίδης.

Pimco και Bank of America βλέπουν «ανάπτυξη» της τάξης του 1% στην Ευρωζώνη για το 2020.

«Για την Ευρωζώνη βλέπουµε τη συνέχιση της ανάπτυξης στο 1,0%. Η πορεία του ΑΕΠ προβλέπεται ότι θα χαρακτηριστεί από µια σταδιακή εκ νέου επιτάχυνση λόγω της βελτίωσης (έλλειψης κλιµάκωσης) του εµπορικού πολέµου και των µειωµένων κινδύνων από το Brexit. Από την άλλη πλευρά, οι δηµοσιονοµικές και νοµισµατικές συνθήκες παραµένουν ευνοϊκές και θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν την εγχώρια ζήτηση. Η χώρα που αντιµετωπίζει τις σηµαντικότερες διακυµάνσεις στην αναπτυξιακή δυναµική της είναι η Γερµανία, δεδοµένης της εµπορικής της εξάρτησης. Οι πιθανές διαταραχές περιλαµβάνουν το κόστος της επικείµενης συµµόρφωσης µε τα πρότυπα εκποµπών ρύπων και τη µείωση των εξαγωγών λόγω της χαµηλής κατανάλωσης στο Ηνωµένο Βασίλειο ή την Κίνα ή των δασµών των ΗΠΑ. Όσον αφορά τον πληθωρισµό, είµαστε λιγότερο αισιόδοξοι. Η Ευρωζώνη αντιµετωπίζει έλλειψη συνολικής ζήτησης σε σχέση µε την προσφορά. Οι αποφάσεις νοµισµατικής πολιτικής του Σεπτεµβρίου θα συµβάλουν στην αύξηση της ζήτησης, αλλά η δηµοσιονοµική πολιτική (π.χ. τα κυβερνητικά πακέτα τόνωσης) θα µπορούσε να έχει πιο άµεσο και πιο µεγάλο αποτέλεσµα» επισηµαίνει η Pimco.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σύµφωνα µε τα στοιχεία της ΕΚΤ, η µεταβολή του πραγµατικού ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ ήταν 0,2% το γ’ τρίµηνο του 2019, ενώ η εξέλιξή του ως το 2022 αποτυπώνεται στο παρακάτω γράφηµα, µε αυξητικές και µετέπειτα σταθερές τάσεις. Παραδοχές όπως το οµαλό Brexit, και όχι περαιτέρω µέτρα οικονοµικού προστατευτισµού, τα οποία µε τη σειρά τους µειώνουν την πιθανότητα µιας απότοµης επιβράδυνσης της οικονοµίας της Κίνας, αποτελούν τη βάση των προβλέψεων της ΕΚΤ. Οι χρηµατοδοτικές συνθήκες αναµένεται να παραµείνουν ευνοϊκές και οι τεχνικές προβλέψεις της ΕΚΤ κάνουν λόγο για µέτρια αύξηση των ονοµαστικών επιτοκίων από τα τωρινά χαµηλά επίπεδα.

Όσον αφορά την κατάσταση ευρύτερα στην ΕΕ, η πρόσφατη έρευνα (EIBIS 2019) για τις επενδύσεις και το επενδυτικό κλίµα, που εκπονεί κάθε χρόνο η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), επισηµαίνει επιδείνωση του οικονοµικού κλίµατος.

Σύµφωνα µε τα κύρια συµπεράσµατα της έρευνας για τις επενδύσεις και το επενδυτικό κλίµα, η Ευρώπη µπορεί να βρίσκεται στα πρόθυρα µιας κυκλικής ύφεσης, ενώ αυτό που χρειάζεται για να αντεπεξέλθει στις ιστορικές προκλήσεις είναι να επιταχύνει τις επενδύσεις.

Η Ευρώπη δεν αντέχει να περιµένει να βιώσει ακόµα µια κυκλική ύφεση, σχολιάζει η Βίκυ Κεφαλά στο Fortune Greece, η οποία είναι µέλος της Eπενδυτικής Eπιτροπής του Ευρωπαϊκού Ταµείου Στρατηγικών Επενδύσεων (EFSI) της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και επικεφαλής Επενδύσεων & Αναπτυξιακών Έργων στην Consolidated Contractors Company (CCC).

«Η Ευρώπη οφείλει να αδράξει τη µοναδική της ευκαιρία σε αυτήν τη γενιά για να µετασχηµατίσει την οικονοµία της. Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί θα πρέπει να αντιµετωπίσουν την επιβράδυνση της οικονοµίας λαµβάνοντας αντικυκλικά µέτρα ως µέρος µιας µακροπρόθεσµης στρατηγικής που θα αντιµετωπίσει τις ρίζες του προβλήµατος, µε στόχο να κάνει την Ευρώπη πιο αειφόρο, πιο ανταγνωστική και περισσότερο δίκαια και αλληλέγγυα. Οι χώρες της πρέπει να αξιοποιήσουν την ευκαιρία ιστορικά χαµηλών επιτοκίων για να υποστηρίξουν τις προσπάθειές τους και όχι µόνο µε βραχυπρόθεσµες ενέργειες. Το προτεινόµενο τρίπτυχο ενεργειών περιλαµβάνει δηµόσιες επενδύσεις για να ενισχυθούν οι συνθήκες για αειφόρο, δίκαια και αλληλέγγυα ανάπτυξη, δηµιουργία του κατάλληλου περιβάλλοντος (άρση εµποδίων για την είσοδο νέων εταιρειών στην αγορά, υποστήριξη επενδύσεων σε έρευνα και καινοτοµία, για ιδιωτικές επενδύσεις που θα επιταχύνουν την µετάβαση της οικονοµίας) και ενίσχυση και προώθηση του τοµέα της χρηµατοπιστωτικής διαµεσολάβησης (financial intermediation) σε όλη την Ευρώπη µε εργαλεία και προϊόντα όπως venture debt, venture capital και εγγυοδοτικά προϊόντα τα οποία θα στηρίξουν νέες οικονοµικές αγορές και θα κινητοποιήσουν τη χρηµατοδότηση και από ιδιώτες».

Η Ευρώπη οφείλει να αδράξει τη µοναδική της ευκαιρία σε αυτήν τη γενιά για να µετασχηµατίσει την οικονοµία της.

Βίκυ Κεφαλά, µέλος της Eπενδυτικής Eπιτροπής του Ευρωπαϊκού Ταµείου Στρατηγικών Επενδύσεων (EFSI) της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ)
Bίκυ Κεφαλά.

H Ελλάδα, η αναπτυξιακή δυναµική και οι προκλήσεις

Η Ελλάδα µπορεί να ατενίζει το 2020 µε µεγαλύτερη αισιοδοξία. Ο προϋπολογισµός που κατέθεσε η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη προβλέπει επιτάχυνση της ανάπτυξης, επίτευξη των συµφωνηµένων δηµοσιονοµικών στόχων (3,5% πρωτογενές πλεόνασµα το 2020), αλλά και µείωση του χρέους και των δανειακών αναγκών της Ελλάδος. Μάλιστα, η εκτίµηση για την ανάπτυξη (2,8%) είναι υψηλότερη από αυτή της Κοµισιόν (2,4%) και της Τράπεζας της Ελλάδος (2,4%), την ώρα που το 2019 αναµένεται να κλείσει στα επίπεδα του 2%.

Όπως αναφέρει η ΤτΕ στην ενδιάµεση έκθεσή της για τη Νοµισµατική Πολιτική, η ελληνική οικονοµία ενίσχυσε την αναπτυξιακή δυναµική της την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεµβρίου 2019, παρά την επιβράδυνση της παγκόσµιας οικονοµίας.

«Η ανάπτυξη πρωτίστως υποστηρίχθηκε από τη θετική συµβολή των εξαγωγών, κυρίως υπηρεσιών, λόγω της σηµαντικής ανόδου των τουριστικών εσόδων, των εσόδων από τη ναυτιλία, αλλά και των εσόδων από αγαθά. Θετική συµβολή στην άνοδο του ΑΕΠ είχε και η δηµόσια κατανάλωση. Ωστόσο, η επενδυτική ζήτηση παρέµεινε υποτονική το εννεάµηνο. Οριακά θετική συµβολή στη διαµόρφωση του ΑΕΠ είχε η ιδιωτική κατανάλωση. Ταυτόχρονα, καταγράφονται ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά µηνύµατα, όπως η άνοδος της αγοράς ακινήτων, η συνεχιζόµενη ανάκαµψη της αγοράς εργασίας και η επιτάχυνση του διαθέσιµου εισοδήµατος των νοικοκυριών, η σηµαντική αύξηση των επενδύσεων των µη χρηµατοπιστωτικών επιχειρήσεων, η αύξηση της αποταµίευσης και της χρηµατοδότησης των επιχειρήσεων από τις τράπεζες και τις κεφαλαιαγορές, καθώς και η ανοδική πορεία των εσόδων από τον τουρισµό τα τελευταία έτη. Η πορεία αυτών των δεικτών υποδηλώνει σηµαντική ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονοµίας στην παγκόσµια οικονοµική επιβράδυνση» αναφέρεται στην έκθεση της TτΕ.

Επίσης, όπως επισηµαίνει η ίδια έκθεση, οι επενδύσεις εκτιµάται ότι θα ενισχυθούν σηµαντικά την προσεχή διετία. Στην αύξηση των επενδύσεων αναµένεται να συµβάλουν η εµπέδωση της εµπιστοσύνης των επενδυτών, η σταδιακή αποκατάσταση της ρευστότητας του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος, η αύξηση της δηµόσιας επενδυτικής δαπάνης, η επίσπευση των µεγάλων επενδυτικών σχεδίων (fast track) και των συµπράξεων δηµόσιου και ιδιωτικού τοµέα, και κυρίως η αξιοποίηση της δηµόσιας περιουσίας και η επιτάχυνση του προγράµµατος των ιδιωτικοποιήσεων.

Παράλληλα, όµως, η ΤτΕ κρούει και τον κώδωνα του κινδύνου για την πορεία της ελληνικής οικονοµίας και την επιτάχυνση των µεταρρυθµίσεων. «Σε ό,τι αφορά το εγχώριο περιβάλλον, το ενδεχόµενο επιβράδυνσης της ανάκαµψης εξαιτίας του αρνητικού διεθνούς οικονοµικού περιβάλλοντος ενέχει τον κίνδυνο να επέλθει µεταρρυθµιστική κόπωση και να καθυστερήσει η εφαρµογή των αναγκαίων µεταρρυθµίσεων. Αντιθέτως, η ταχύτερη υλοποίηση των διαρθρωτικών µεταρρυθµίσεων, η άµεση ή/και έµµεση µείωση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασµα και η ταχύτερη του αναµενοµένου αποκλιµάκωση των µη εξυπηρετούµενων δανείων καθιστούν πιθανή µια θετικότερη του αναµενοµένου έκβαση για την οικονοµική ανάπτυξη» αναφέρει η ΤτΕ.

Όσον αφορά ειδικά στο ζήτηµα των «κόκκινων δανείων» και τον τραπεζικό κλάδο, η ΤτΕ θεωρεί θετική εξέλιξη την εφαρµογή του Σχεδίου «Ηρακλής», ωστόσο ζητά συµπληρωµατικά µέτρα, καθώς το ποσοστό των δανείων που είχαν τεθεί σε καθεστώς ρύθµισης αλλά συνεχίζουν να εµφανίζουν καθυστέρηση παραµένει ακόµη υψηλό, ενώ περιορισµένες παραµένουν οι εισπράξεις.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

«Μετά από µια παρατεταµένη ύφεση, οι αριθµοί PMI αυξάνονται, η πολιτική είναι σταθερή και η νέα κυβέρνηση είναι προσανατολισµένη στις µεταρρυθµίσεις. Ο προϋπολογισµός και οι συνθήκες βαίνουν καλώς. Ωστόσο, παραµένουν κίνδυνοι: κυρίως το υψηλό ποσοστό του χρέους, το υψηλό επίπεδο των µη εξυπηρετούµενων δανείων και η βιωσιµότητα της τάσης µέσης ανάπτυξης» σχολιάζει για την ελληνική οικονοµία η Pimco.

​Τι δηλώνουν παράγοντες της αγοράς για την ελληνική οικονομία

Νίκος Βουνισέας: Senior Partner της KPMG

Η ελληνική οικονομία θα πρέπει μέσα στο 2020 να πετύχει απαιτητικούς στόχους ανάπτυξης και στην πορεία αυτή θα πρέπει να αντιμετωπιστούν τρεις βασικές προκλήσεις: Επάρκεια Κεφαλαίου, Διαθεσιμότητα Ανθρώπινων Πόρων και Διαχείριση Ανασταλτικών Παραγόντων. Η επάρκεια κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση της οικονομίας εξαρτάται κυρίως από την επιτυχή αναδιάρθρωση του τραπεζικού κλάδου και την εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση του κεφαλαίου που απαιτείται για τη χρηματοδότηση υγιών και καινοτόμων επιχειρήσεων, καθώς και για την υποστήριξη της αναδιάρθρωσης εταιρειών που αντιμετώπισαν δυσκολίες την τελευταία περίοδο, αλλά έχουν ουσιαστική προοπτική βιωσιμότητας. Εξαρτάται επίσης από την υλοποίηση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση, στο φορολογικό σύστημα και στην εργατική νομοθεσία για τη διευκόλυνση προσέλκυσης και υλοποίησης ξένων επενδύσεων.

Νικήτας Κωνσταντέλλος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου Εταιρειών ICAP

Το 2020 θα είναι μια καλή χρονιά για την οικονομία και τις επιχειρήσεις, αρκεί να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις. Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει μια μεγάλη πρόκληση, χτίζοντας τον προϋπολογισμό του 2020 με 2,8% ρυθμό ανάπτυξης, όταν όλοι οι διεθνείς οργανισμοί και η Τράπεζα της Ελλάδος δίνουν 2-2,5% πρόβλεψη. Για να κινηθούμε, όμως, σε ρυθμούς ανάπτυξης της τάξεως του 3% χρειάζονται πολλά, αλλά κυρίως συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και σημαντικές επενδύσεις. Ενώ, λοιπόν, εξακολουθούμε να βρισκόμαστε τρεις βαθμίδες κάτω από την ελάχιστη επενδυτική βαθμίδα, η πατρίδα μας χρειάζεται ένα επενδυτικό σοκ, αφού οι επενδύσεις είχαν καταρρεύσει μέσα στην πολύχρονη κρίση. Σήμερα, δε, βρίσκονται μόλις στο 60% της κορυφής, όπου είχαν φθάσει το 2007. Πιστεύω ότι υπάρχουν ευκαιρίες και είναι ο κατάλληλος χρόνος να προχωρήσουν οι εταιρείες σε επενδύσεις. Οι περισσότεροι διστάζουν ακόμη, αλλά αρκετοί προχωρούν και αυτοί θα έχουν το προβάδισμα.

Πιστεύω ότι υπάρχουν ευκαιρίες και είναι ο κατάλληλος χρόνος να προχωρήσουν οι εταιρείες σε επενδύσεις.

Νικήτας Κωνσταντέλλος
Δημήτρης Κουτσόπουλος, CEO Deloitte Ελλάδος

Η σημαντική μεταστροφή στην ψυχολογία της αγοράς τους τελευταίους μήνες ενισχύεται χάρη στις κυβερνητικές κινήσεις που ευνοούν τη γρήγορη πρόοδο υλοποίησης εμβληματικών έργων όπως π.χ. το Ελληνικό. Eνδεικτικά στη ΔΕΗ έχουν ενεργοποιηθεί μία σειρά από άμεσες δράσεις, όπως η αναγγελθείσα επιταχυνόμενη απολιγνιτοποίηση. Μερικά ακόμη δείγματα της κυβερνητικής πολιτικής είναι το Σχέδιο «Ηρακλής» για τις τράπεζες, η πρόθεση για επίσπευση αποκρατικοποιήσεων, καθώς και η συμβολική μείωση των φορολογικών συντελεστών. Όλα αυτά συμβάλλουν στη δημιουργία προϋποθέσεων ανάπτυξης στο άμεσο μέλλον. Ωστόσο δεν πρέπει να αγνοήσουμε πως πρέπει να γίνουν πράξη χρόνια αναβαλλόμενες επίπονες δομικές αλλαγές, απαραίτητες για να γίνει η Ελλάδα επενδυτικός προορισμός ποιοτικών διεθνών επενδυτών. Οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει άμεσα να λάβουν μέτρα προσαρμογής των επιχειρησιακών τους μοντέλων που απαιτεί η 4η Βιομηχανική Επανάσταση. H θεαματική τεχνολογική πρόοδος αλλάζει τον τρόπο ζωής μας και επομένως και τον τρόπο του επιχειρηματικού γίγνεσθαι.

Bασίλης Πετίνης, Partner & Generαl manager RSM Ελλάδος.

Zητούμενα για την οικονομία είναι η διατήρηση και η ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής του 2019, κάτι το οποίο θα ενδυναμώσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και τις προσδοκίες των επιχειρήσεων. Τα ανωτέρω, με τη σειρά τους, θα οδηγήσουν σε αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, που συμβάλλουν στην τόνωση της ρευστότητας του συστήματος, τη νούμερο ένα πρόκληση για τη νέα χρονιά. Σημαντική πρόκληση αποτελεί η έναρξη επενδύσεων αναπτυξιακού χαρακτήρα, κάτι στο οποίο θα συντελέσει η ενίσχυση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, καθώς και οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Η παγίωση της επιστροφής της Ελλάδας στις διεθνείς χρηματαγορές με βιώσιμους όρους θα συμβάλει στην ενίσχυση της εικόνας της χώρας μας και το χαμηλό χρηματοδοτικό κόστος, κάτι που, προφανώς, θα συντελέσει στην αύξηση των εξαγωγών. Καταλυτικό ρόλο καλείται να διαδραματίσει το τραπεζικό σύστημα, ως μοχλός ρευστότητας για την υγιή επιχειρηματικότητα.

Διαβάστε επιπλέον τι θα γίνει με ομόλογα, μετοχές, νομίσματα, μέταλλα αλλά και με τις επιχειρήσεις με βάση αποκλειστικά στοιχεία από την ετήσια έρευνα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) για την Ελλάδα.

Στο νέο τεύχος του Fortune που κυκλοφορεί την Παρασκευή 03 Ιανουαρίου στα περίπτερα!