Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα: Η Ελλάδα 4η πιο ακριβή χώρα της ΕΕ σε κόστος ενέργειας και προμήθειας

Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα: Η Ελλάδα 4η πιο ακριβή χώρα της ΕΕ σε κόστος ενέργειας και προμήθειας
Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία Αλέξης Τσίπρας ανακοινώνει την παραίτησή του από πρόεδρος του κόμματος, κατά τη διάρκεια έκτακτης συνέντευξης Τύπου στο Ζάππειο Μέγαρο, Αθήνα, Πέμπτη 29 Ιουνίου 2023. Ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε επίσης πως δεν θα είναι υποψήφιος στην εκλογή νέας ηγεσίας από τα μέλη του κόμματος, όπως ορίζει το καταστατικό του. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Νέα ανάλυση αποκαλύπτει ότι οι επιδοτήσεις και η λιανική τιμή αποκρύπτουν το πραγματικό βάρος για τα ελληνικά νοικοκυριά, με την επιβάρυνση σε όρους αγοραστικής δύναμης να φτάνει το +40% σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η Ομάδα Ενέργειας, Περιβάλλοντος και Κλιματικής Κρίσης του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα διαψεύδει με νέα του επεξεργασία το κυβερνητικό αφήγημα για τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας.

Επιβεβαιώνει με στοιχεία τη δυσκολία των νοικοκυριών να πληρώσουν τους λογαριασμούς και αποφαινεται: Η Ελλάδα στις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης σε κόστη ενέργειας και προμήθειας.

Ειδικότερα, η ανάλυση του Ινστιτούτου Τσίπρα αναφέρει:

1.1 Η Λιανική Τιμή της Ηλεκτρικής Ενέργειας

“Τα τιμολόγια των ελληνικών νοικοκυριών το πρώτο εξάμηνο του 2025, ήταν 21% φθηνότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο”. Κυριάκος Μητσοτάκης, 27 Φεβρουαρίου 2026

Στο Σχήμα 1 παρουσιάζονται τα δεδομένα για την εξέλιξη της λιανικής τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, σε σχέση με τον μέσο όρο των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το 2012 έως και το 1ο εξάμηνο του 2025. Οι τιμές που παρουσιάζονται σε αυτό το γράφημα αντλούνται από το σετ δεδομένων nrg_pc_204 της Eurostat και αφορούν ονομαστικές τιμές λιανικής, συμπεριλαμβανομένων των φόρων, για νοικοκυριά με ετήσια κατανάλωση από 2.500 kWh έως 5.000 kWh. Πρόκειται, δηλαδή, για τα δεδομένα από τα οποία προήλθε το “21% φθηνότερα” του πρωθυπουργού.

Παρατηρούμε ότι, ιστορικά, οι τιμές λιανικής στην Ελλάδα κινούνται σταθερά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που καθιστά το -21% του 2025 όχι κάποια καινοφανή επιτυχία, αλλά μάλλον υποχώρηση σε σχέση με το παρελθόν. Συγκεκριμένα, η ανάλυση της περιόδου 2015-2019 δείχνει σταδιακή αύξηση της απόκλισης (δηλαδή μείωση του κόστους για την Ελλάδα σε σχέση με την Ευρώπη των 27), αγγίζοντας το -26% και το -28% στο τέλος του 2019, πράγμα που σημαίνει ότι η τρέχουσα απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έχει στην πραγματικότητα συρρικνωθεί. Η Ελλάδα μετά το 2019 προσεγγίζει στην ακρίβεια λιανικών τιμών τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, και μόνο από το 2023 και μετά υπήρξε επιστροφή στο -20%, κατά μέσο όρο, που και πάλι είναι σαφώς χειρότερο από τις τιμές των τελευταίων ετών της περιόδου 2015-2019.

Σχήμα 1: Απόκλιση τιμών λιανικής Ελλάδας και Ευρώπης των 27. Με πορτοκαλί χρώμα η περίοδος 2015-2019.

Πέρα όμως από τους πίνακες και τα ποσοστά, υπάρχει η ωμή πραγματικότητα που αντικρίζει ο καθένας μας μόλις ανοίξει τον φάκελο του λογαριασμού. Είναι το ρεύμα στην Ελλάδα φθηνό; Η απάντηση είναι, φυσικά και όχι. Οι πολίτες δεν ζουν σε μια ψευδαίσθηση. Ζουν σε μια καθημερινότητα όπου το ρεύμα έχει μετατραπεί από βασικό αγαθό σε είδος πολυτελείας. Αν κάποιος συγκρίνει έναν λογαριασμό του 2018 με έναν σημερινό, η διαφορά είναι σοκαριστική. Με βάση τα δεδομένα της Eurostat, η λιανική τιμή του ρεύματος για τα νοικοκυριά το 1ο εξάμηνο του 2025 είναι αυξημένη κατά 46% σε σχέση με το 2019 (226.3 €/MWh το 1ο εξάμηνο 2025 έναντι 155.1 €/MWh το 2019). Η τάση παγίωσης των αυξήσεων σε σχέση με το 2019 σε επίπεδα άνω του 40% είναι η νέα πραγματικότητα.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η τελική λιανική τιμή στην Ελλάδα καθορίζεται κατόπιν κρατικών παρεμβάσεων και επιδοτήσεων, οι οποίες συγκαλύπτουν τη σταθερή απόκλιση της ελληνικής χονδρικής αγοράς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, μια απόκλιση που συμπαρασύρει το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και προμήθειας σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Το κυριότερο μεθοδολογικό σφάλμα όμως έγκειται στην ίδια τη χρήση των ονομαστικών τιμών λιανικής σε ευρώ χωρίς τη συνεκτίμηση του διαθέσιμου εισοδήματος των Ελλήνων, σε σύγκριση με τα εισοδήματα άλλων Ευρωπαίων πολιτών. Η Eurostat χρησιμοποιεί για αυτό το σκοπό τον δείκτη PurchasingPowerStandard (PPS), δηλαδή το Πρότυπο Αγοραστικής Δύναμης, για να δείξει πόσο επιβαρύνει μια υπηρεσία την τσέπη του πολίτη.

Η ονομαστική τιμή του ρεύματος, αν δεν συσχετιστεί με το επίπεδο των μισθών, αποσιωπά το πραγματικό βάρος που καλείται να σηκώσει κάθε νοικοκυριό. μια υπηρεσία την τσέπη του πολίτη.

Με άλλα λόγια, το να ισχυρίζεται κανείς ότι το ρεύμα είναι φθηνό στην Ελλάδα επειδή η τιμή της λιανικής σε ευρώ είναι χαμηλή σε σχέση με άλλες χώρες, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την αγοραστική δύναμη των πολιτών κάθε χώρας, είναι σαν να λέει ότι ένα ενοίκιο 800€ στην Αθήνα είναι καλή τιμή επειδή στο Λονδίνο κοστίζει 1.500€, αγνοώντας ότι ένας μέσος μισθός στην Αθήνα είναι 1000€ και στο Λονδίνο 3.500€.

Στο Σχήμα 2 φαίνεται η σύγκριση των τιμών λιανικής για τις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 1ο εξάμηνο του 2025, λαμβάνοντας υπόψη την αγοραστική δύναμη των πολιτών κάθε χώρας. Η κατάσταση εδώ έχει μεταβληθεί σημαντικά. Η Ελλάδα, αν ληφθεί υπόψη η αγοραστική δύναμη, προσεγγίζει απόλυτα το επίπεδο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, δηλαδή υψηλότερες τιμές λιανικής. Ακόμα και αυτό το γράφημα όμως, δεν αποτυπώνει πλήρως τη σχετική θέση της Ελλάδας όσον αφορά το πραγματικό κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς συγχωνεύει το κόστος ενέργειας με τους φόρους και τις επιδοτήσεις, οι οποίοι διαφέρουν αισθητά από χώρα σε χώρα.

Σχήμα 2: Τιμές λιανικής με όρους αγοραστικής δύναμης (PPS) – Α’ Εξάμηνο 2025

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

1.2 Η Χονδρική Τιμή της Ηλεκτρικής Ενέργειας

Προκειμένου να δούμε καθαρά πως κινείται η Ελλάδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στις τιμές τις ηλεκτρικής ενέργειας, πρέπει να εξετάσουμε τη χονδρική αγορά, εκεί όπου το ρεύμα διαπραγματεύεται ως προϊόν πριν φτάσει στα νοικοκυριά. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι επίσημοι φορείς, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι Ρυθμιστικές Αρχές, εστιάζουν στη χονδρική αγορά και όχι στη λιανική, καθώς η χονδρική αποτελεί τον μοναδικό καθαρό δείκτη σύγκρισης της ενεργειακής απόδοσης μιας χώρας, πριν δηλαδή προστεθούν φόροι, τέλη δικτύου και κοινωνικές πολιτικές.

“Ήμασταν το 2019 μακράν η πιο ακριβή χώρα στη χονδρική τιμή ενέργειας στην Ευρώπη”. Κυριάκος Μητσοτάκης, 27 Φεβρουαρίου 2026

Η Ελλάδα την περίοδο 2021-2023 είχε αποκλίσεις-ρεκόρ στη χονδρική τιμή σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Στο Σχήμα 3 βλέπουμε τη διαφορά της χονδρικής τιμής στην Ελλάδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, για κάθε μήνα από το 2015 έως σήμερα. Το 2019 πράγματι είχαμε αναλογικά την πιο ακριβή τιμή χονδρικής ανά MWh, με απόκλιση περί τα 20 ευρώ/MWh από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ωστόσο, σημαντικά μεγαλύτερη απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο εμφανίζεται την περίοδο 2021-2023, όπως φαίνεται καθαρά στο Σχήμα 3, φτάνοντας κάποιους μήνες μέχρι και τα 90 ευρώ/MWh (τα στοιχεία αναφέρονται σε μηνιαίους μέσους όρους των ωριαίων τιμών). Η τεράστια αυτή απόκλιση Ελλάδας – Ε.Ε. την περίοδο 2021-2023 δεν μπορεί να αποδοθεί στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας, καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου επηρέασαν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

1.3 Το Καθαρό Κόστος Ηλεκτρικής Ενέργειας και Προμήθειας

Η Ελλάδα είναι η 4η ακριβότερη χώρα στην Ε.Ε. σε κόστη ενέργειας και προμήθειας.

Απομονώνοντας το καθαρό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και προμήθειας (δείκτης ”Energy and Supply” από το σετ δεδομένων nrg_pc_204_c της Eurostat), διαπιστώνουμε ότι το ρεύμα, ως προϊόν, είναι 11% ακριβότερο στη Ελλάδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όταν μάλιστα συνυπολογιστεί η αγοραστική δύναμη, η πραγματική επιβάρυνση εκτινάσσεται στο +40% έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει την 4η ακριβότερη θέση της Ε.Ε. (Σχήμα 4). Τα στοιχεία αφορούν το έτος 2024, καθώς η Eurostat δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει τα δεδομένα του έτους 2025 για αυτόν τον δείκτη.

Η μετατόπιση επί τα χείρω φαίνεται σαφώς στο Σχήμα 5: η φαινομενικά χαμηλότερη λιανική τιμή (-21%) δεν οφείλεται σε πραγματικά φτηνότερη ηλεκτρική ενέργεια, που όπως διαπιστώσαμε είναι από τις πιο ακριβές στην Ευρώπη, αλλά στην υφιστάμενη επιδοματική και φορολογική πολιτική και στο γεγονός ότι δεν συνυπολογίζεται η αγοραστική δύναμη του Έλληνα πολίτη. Σε όρους αγοραστικής δύναμης, η τελική λιανική τιμή που πληρώνει ένας πολίτης δεν είναι καθόλου φτηνή και προσεγγίζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Επιπλέον, το υψηλό κόστος του ρεύματος ως προϊόν συνεχίζει να επιβαρύνει την οικονομία και, στην πραγματικότητα, μετακυλίεται έμμεσα πάλι στους ίδιους τους πολίτες, καθώς οι επιδοτήσεις χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους που προέρχονται από τη φορολόγησή τους. Έτσι, το αφήγημα περί “φθηνής ενέργειας στην Ελλάδα” αποδεικνύεται εντελώς ανακριβές.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: