Υπ. Οικονομικών: Στόχος του νέου Ταμείου, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας

Απαντήσεις σε ζητήματα που αφορούν το νέο Ταμείο Περιουσίας, δίνει ατύπως μέσω κύκλων του το υπουργείο Οικονομικών.

Απαντήσεις σε διάφορα ζητήματα που αφορούν στο νέο Ταμείο Περιουσίας, δίνει ατύπως μέσω κύκλων του το υπουργείο Οικονομικών.

Σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν, κατ αρχήν η διάρκεια της ζωής του Ταμείου είναι τα 99 έτη, καθώς αυτό αποτελεί συνήθη πρακτική για μεγάλους οργανισμούς με μακροπρόθεσμους στόχους. Ο λόγος δε για τον οποίο η διάρκεια της νέας Εταιρείας είναι μεγαλύτερος από τη διάρκεια του δανείου, είναι διότι ο στόχος της είναι ευρύτερος από τις κοντόφθαλμες ιδιωτικοποιήσεις, όπως γινόταν στην περίπτωση του ΤΑΙΠΕΔ. Ο στόχος της εταιρείας είναι η διαχείριση και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας με μακροπρόθεσμη προοπτική, στο πλαίσιο ενιαίας στρατηγικής, με στόχο την ανάπτυξη.

Όπως επισημαίνουν οι παράγοντες του υπουργείου, «πρέπει να γίνει κατανοητό ότι όσο πιο σύντομη είναι η διάρκεια ζωής της εταιρείας, και άρα όσο πιο σύντομα είναι αναγκασμένη να αποδώσει μέρος των εσόδων της για την εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης δανειακής σύμβασης, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η πίεση για επιδίωξη βραχυπρόθεσμων εσόδων (ιδιωτικοποιήσεις για άμεσες αποπληρωμές). Αυτό ακριβώς προσπαθούμε να αποφύγουμε διευρύνοντας τον ορίζοντα λειτουργίας της εταιρείας, ώστε τα έσοδα να προκύψουν από σωστή διαχείριση και όχι ιδιωτικοποιήσεις. Ίσως αυτό είναι που ενοχλεί την αντιπολίτευση – ότι με ρητό τρόπο έχει γίνει σαφές στον νόμο (άρθρο 190, παρ. 2α) ότι «η Γενική Συνέλευση της εταιρείας (ο υπουργός Οικονομικών) [?]. Εγκρίνει, [?] το στρατηγικό σχέδιο της εταιρείας και των άμεσων θυγατρικών της [?] που περιλαμβάνει τους όποιους στόχους αξιοποίησης ή ιδιωτικοποίησης της εταιρείας [?]).

Συνεπώς, οποιαδήποτε ιδιωτικοποίηση προτείνεται από τα διοικητικά όργανα της εταιρείας πρέπει να εγκριθεί από τον υπουργό. Αυτό αφορά, φυσικά και τις ΔΕΚΟ που εντάσσονται στο Ταμείο (θυμίζουμε: ΟΑΣΑ, ΟΣΥ, ΣΤΑΣΥ, ΟΣΕ, ΕΛΤΑ, ΟΑΚΑ) σχετικά με τις οποίες έχει παραχθεί αδιανόητη παραπληροφόρηση. Οι ΔΕΚΟ αυτές δεν έχουν ενταχθεί στην εταιρεία για αποκρατικοποίηση».

Οι ίδιοι κύκλοι του υπουργείου, προσθέτουν ότι το σκέλος των εσόδων της εταιρείας που πηγαίνει στην απομείωση του χρέους αφορά μόνο στις υποχρεώσεις τού ν. 4336/2015 (τρίτη δανειακή σύμβαση). Μετά την κάλυψή τους, και συνεπώς για το υπόλοιπο της ζωής της εταιρείας, η λειτουργία του θα αφορά καθαρά αναπτυξιακούς στόχους.

Αναφορικά με το ποια περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου μεταβιβάζονται στο νέο Ταμείο, οι παράγοντες του υπουργείου Οικονομικών απαντούν ότι στην εταιρεία δεν περνάει όλη η περιουσία του Δημοσίου, αλλά ένα μέρος της – ακίνητα του υπουργείου Οικονομικών για τα οποία, πλέον, η ΕΤΑΔ θα έχει την αρμοδιότητα να κάνει διοικητικές αποβολές. Στο άρθρο 188, ορίζονται οι άμεσες θυγατρικές της εταιρείας και στο παράρτημα «Δ» ορίζονται ποιες ΔΕΚΟ περνούν σε αυτό για διαχείριση.

Επισημαίνουν δε, ότι πουθενά στον νόμο δεν προβλέπεται πώληση των ΔΕΚΟ που μπαίνουν στο Ταμείο. Μάλιστα, είναι τεράστια η διαφορά μεταξύ αξιοποίησης και ιδιωτικοποίησης. Σύμφωνα με το υπουργείο, «κατ’ αρχάς μιλάμε για μακροπρόθεσμη διαχείριση. Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι μόνο ένα από τα πολλά εργαλεία που έχει στη διάθεσή της η εταιρεία, και, επαναλαμβάνουμε, δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς την έγκριση του υπουργού. Το στρατηγικό σχέδιο της εταιρείας εγκρίνεται από τον μοναδικό μέτοχο, δηλαδή το Δημόσιο, και περιλαμβάνει τις γενικές στρατηγικές κατευθύνσεις που παρέχονται από τον υπουργό Οικονομικών».

Σχετικά με το πού θα οδεύουν τα έσοδα του Ταμείου, οι παράγοντες του υπουργείου αναφέρουν ότι «αυτά αφενός συμβάλλουν στην απομείωση του χρέους, αφετέρου δε διοχετεύονται σε επενδύσεις που στοχεύουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης της οικονομίας, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε μέχρι σήμερα! Αυτό προβλέπεται ρητά στο άρθρο 200 παρ.2 όπου αναφέρεται ότι: «Ποσά τα οποία, [?], χρησιμοποιούνται για επενδυτικούς σκοπούς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τους ακόλουθους τύπους επενδύσεων:

(α) Επενδύσεις που συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας, και

(β) Επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας και των άμεσων θυγατρικών της»».

Ανώτατο όργανο του Ταμείου, δηλώνουν από το υπουργείο, είναι η Γενική Συνέλευση, δηλαδή ο υπουργός Οικονομικών (άρθρο 190, παρ.2). Η πλειοψηφία στο Εποπτικό Συμβούλιο (3/5) ανήκει στο Δημόσιο και ο πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου δεν έχει επιπλέον αρμοδιότητες από τα υπόλοιπα μέλη. Δεν έχει διπλή ψήφο, και δεν έχει διαφορετικό σκοπό πέρα από την τήρηση του στόχου και της αποστολής της εταιρείας. Εξάλλου, και για τα δύο μέλη των θεσμών απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του υπουργού Οικονομικών με δικαίωμα βέτο (άρθρο 191 παρ. 2.β).

Το Εποπτικό Συμβούλιο ? συνεχίζουν οι κύκλοι του υπουργείου Οικονομικών – εποπτεύει τη λειτουργία της εταιρείας. Δεν ασκεί τη διοίκησή της, η οποία ασκείται από το Διοικητικό Συμβούλιο, τα μέλη του οποίου επιλέγονται από το Εποπτικό Συμβούλιο μέσα από μια διαφανή διαδικασία. Μάλιστα, παραθέτουν τα σχετικά άρθρα και συγκεκριμένα:

«Ο υπουργός Οικονομικών συμμετέχει στην επιλογή του Διευθύνοντος Συμβούλου σύμφωνα (άρθρο 192 παρ. 1) για να διασφαλίσει ότι το πρόσωπο που επιλέγεται έχει τα χαρακτηριστικά της μακροπρόθεσμης οπτικής για την εταιρεία και τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε αυτή.

Το Διοικητικό Συμβούλιο, το όργανο που διοικεί το Εταιρεία, υποχρεούται να συζητήσει στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής την ετήσια έκθεση που καταρτίζει (άρθρο 192, παρ. 2ιβ). Επίσης, το Διοικητικό Συμβούλιο ελέγχεται από την Γενική Συνέλευση, δηλαδή τον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 190). Το στρατηγικό σχέδιο της Εταιρείας εγκρίνεται από τον υπουργό Οικονομικών (άρθρο 190, παρ. 2α). Ρητή αναφορά στο νόμο ότι οι ΔΕΚΟ θα επιδιώκουν τη διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη των επιχειρήσεων (π.χ. καταναλωτές, εργαζόμενους)».

Εν κατακλείδι, η εταιρεία είναι ελληνική, η διοίκησή της είναι ελληνική, εδρεύει στην Ελλάδα και διέπεται από το ελληνικό δίκαιο. Δεν πρόκειται δε να γίνουν, ούτε απολύσεις, ούτε αλλαγές στο εργασιακό καθεστώς των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ που θα μπουν στο Εταιρεία (άρθρο 197, παρ. 9).

Απαντώντας, τέλος, στο εάν οι επενδύσεις του Ταμείου στα ίδια τα περιουσιακά του στοιχεία από το 50% των εσόδων από τις ιδιωτικοποιήσεις (το υπόλοιπο 50% θα δίδεται για αποπληρωμή του χρέους) αποτελούν αναπτυξιακή πολιτική, οι παράγοντες του υπουργείου αναφέρουν ότι «οι επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας είναι μόνο η μία πλευρά των παρεχόμενων δυνατοτήτων.

Η άλλη σημαντική πλευρά, η οποία σκοπίμως αποσιωπάται, είναι οι επενδύσεις που έχουν ως στόχο την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και αφορούν σημαντικούς τομείς από πλευράς κυβερνητικής πολιτικής, οι οποίοι εγκρίνονται από τον μοναδικό μέτοχο. Αλλά και οι επενδύσεις στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, αποσκοπούν στην αύξηση της αξίας τους, όχι μόνο για να πουληθούν, αλλά και για την αύξηση των εσόδων από τη διαχείρισή τους και γενικότερα κάθε είδους αξιοποίηση»

Η απάντηση της ΝΔ

Με ενημερωτικό σημείωμα στη ΝΔ αναφέρουν ότι από την άτυπη ενημέρωση της κυβέρνησης πληροφορήθηκαν τα εξής:

«1ον. Η υπογραφή της συμφωνίας πώλησης του 67% του Ο.Λ.Π. στην Cosco ήταν μια «κοντόφθαλμη ιδιωτικοποίηση» του κ. Τσίπρα. Τα ίδιο ισχύει, προφανώς και για σύμβαση παραχώρησης των 14 περιφερειακών αεροδρομίων που κυρώνεται με το πολυνομοσχέδιο της κυβέρνησης.

2ον. Ότι δεν θα γίνουν ιδιωτικοποιήσεις, όταν μόλις πριν από λίγες ώρες ο υπουργός Οικονομικών κ. Τσακαλώτος, έλεγε στη Βουλή ότι θα γίνουν ιδιωτικοποιήσεις.

3ον. Το νέο Υπερταμείο (Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε.) έχει στόχους «αξιοποίησης ή ιδιωτικοποίησης», αλλά ότι οι ΔΕΚΟ (ΟΟΣΑ, Ο.Σ.Υ., ΣΤΑΣΥ, Ο.Σ.Ε., ΕΛΤΑ, ΟΑΚΑ) που εντάσσονται σε αυτό δεν «θα αποκρατικοποιηθούν», ούτε «προβλέπεται να πωληθούν». Πράγματι, προβλέπεται μόνο ότι μπορεί να ιδιωτικοποιηθούν, όχι να αποκρατικοποιηθούν».

Στη Συγγρού κάνουν λόγο για τραγελαφικά και αντιφατικά σημεία σε αυτή την κυβερνητική ενημέρωση και τονίζουν τα εξής:

«Η Νέα Δημοκρατία καταψηφίζει την ίδρυση του νέου Υπερταμείου αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης περιουσίας. Πρόκειται για πρωτοφανή εκχώρηση του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας της χώρας, για διάστημα περίπου έναν αιώνα, χωρίς ουσιαστικό εθνικό και δημοκρατικό έλεγχο και λογοδοσία, γεγονός που δεν συνάδει με τις έννοιες της εθνικής κυριαρχίας και εθνικής αξιοπρέπειας.

Ειδικότερα:

Το Ταμείο έχει διάρκεια 99 ετών, πολύ πέρα από τη λήξη των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας. Ενδεικτικά, η μέση υπολειπόμενη διάρκεια των δανείων του 3ου Μνημονίου είναι τα 33 έτη. Ο κ. Τσίπρας που κραύγαζε να μη δεσμεύσει η προηγούμενη κυβέρνηση τη χώρα για έναν χρόνο, τώρα τη δεσμεύει για έναν αιώνα.

Δημιουργείται πενταμελές Εποπτικό Συμβούλιο, με ισχυρές αρμοδιότητες, πρόεδρος του οποίου επιλέγεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, οι αποφάσεις του οποίου θα λαμβάνονται κατόπιν θετικής ψήφου τουλάχιστον τεσσάρων μελών, άρα με αναγκαία τη σύμφωνη γνώμη των μελών που επιλέγουν οι θεσμοί. Επομένως, το ότι ο πρόεδρος του Υπερταμείου του Εποπτικού Συμβουλίου δεν έχει «διπλή ψήφο» δεν έχει καμία σημασία. Δεν λαμβάνεται καμία απόφαση αν δεν είναι παρών και αν δεν συμφωνεί τουλάχιστον ένας εκ των δύο εκπροσώπων των δανειστών. Πρόκειται για ένα ετεροβαρές σχήμα λήψης αποφάσεων υπέρ των δανειστών.

Μάλιστα το Εποπτικό Συμβούλιο διορίζει τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο του Διοικητικού Συμβουλίου, ζητώντας την απλή γνώμη (!!!) του υπουργού Οικονομικών. Εν προκειμένω, όπως παραδέχεται και η κυβέρνηση, ο ρόλος του υπουργού Οικονομικών είναι διακοσμητικός.

Για την Επενδυτική Πολιτική που θα υλοποιήσει το Υπερταμείο και οι άμεσες θυγατρικές του αποφασίζει το Εποπτικό Συμβούλιο και όχι ο υπουργός Οικονομικών, όπως άλλωστε προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 189 και 200 του πολυνομοσχεδίου. Επιπλέον, κανείς δεν γνωρίζει ακόμα τον Εσωτερικό Κανονισμό του Υπερταμείου, ούτε και τι αρμοδιότητες έχει, πως συγκροτείται και πως αποφασίζει η Επιτροπή Επενδύσεών του, η οποία εμφανίζεται και εξαφανίζεται στο άρθρο 200.

Η διαδικασία αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, στο νέο Υπερταμείο γίνεται κατόπιν πρότασης του Διοικητικού Συμβουλίου και προσυπογράφεται από το Εποπτικό Συμβούλιο, ενώ στο ΤΑΙΠΕΔ με απόφαση του υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου. Δηλαδή, ο ρόλος των δανειστών είναι αυξημένος στο νέο Υπερταμείο.

Τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται στο νέο Υπερταμείο δεν είναι απολύτως σαφή. Απόδειξη, οι συνεχείς τροπολογίες που καταθέτει η κυβέρνηση, προσπαθώντας να αποκρύψει ή να συσκοτίσει την πραγματικότητα. Μάλιστα, μελλοντικά, περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν κατά κυριότητα στο ελληνικό Δημόσιο, δύναται να μεταβιβαστούν στο Υπερταμείο, απλώς και μόνο με απόφαση του υπουργού Οικονομικών. Δηλαδή, ουσιαστικά, εισφέρεται σε αυτό με αυστηρούς όρους και δεσμεύσεις το σύνολο σχεδόν του ενεργητικού της ελληνικής οικονομίας που βρίσκεται υπό δημόσιο έλεγχο, κάτι που συνιστά ένα είδος εγγύησης – ενεχύρου έναντι της χρηματοδότησης που λαμβάνουμε («ρήτρα αφερεγγυότητας»).

Για οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, δεν είναι απαραίτητο να γίνει εκτίμηση από ανεξάρτητο ορκωτό ελεγκτή, αλλά το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να επιλέξει μία τράπεζα και αυτή να εκφράσει γνώμη, κάτι που δεν προβλέπεται, συνήθως, στα διεθνή εκτιμητικά πρότυπα.

Δεν τίθεται «οροφή» στην αξία των περιουσιακών στοιχείων που το ταμείο θα αξιοποιεί και θα ρευστοποιεί. Στο 3ο Μνημόνιο υπήρχε τουλάχιστον η πρόβλεψη για 50 δισ. ευρώ. Στο σχέδιο νόμου τέτοια πρόβλεψη δεν υφίσταται, και αυτό γιατί η κυβέρνηση μεταβιβάζει ολόκληρη την περιουσία της χώρας, για τεράστιο χρονικό διάστημα, στο Υπερταμείο.

Το 50% των κερδών χρησιμοποιούνται για τις επενδύσεις του Υπερταμείου. Επειδή μάλιστα δεν υφίσταται σχετική πρόβλεψη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη και το σύνολο αυτού του ποσοστού για επενδύσεις στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας, ώστε να βελτιωθεί το τίμημα πώλησής τους.

Και φυσικά δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για εθνικό έλεγχο και λογοδοσία».