ΗΠΑ – Ιράν: Οι τρεις «κόκκινες γραμμές» που εγκατέλειψε ο Τραμπ για να πετύχει ειρήνη
- 18/06/2026, 10:31
- SHARE
Η ενδιάμεση συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν αλλάζει μόνο τα δεδομένα στη Μέση Ανατολή. Επανακαθορίζει και τις θέσεις που η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση επικαλούνταν μέχρι πρόσφατα για να δικαιολογήσει τη σύγκρουση με την Τεχεράνη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ υπερασπίστηκε δημόσια την απόφασή του να προχωρήσει σε συμφωνία με το Ιράν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον είναι πλέον διατεθειμένη να αποδεχθεί θέσεις που μέχρι πριν από λίγους μήνες αποτελούσαν αδιαπραγμάτευτες «κόκκινες γραμμές» της αμερικανικής πολιτικής.
Σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε έτοιμος να αποδεχθεί τη συνέχιση του εμπλουτισμού ουρανίου από το Ιράν, τη διατήρηση του βαλλιστικού πυραυλικού του προγράμματος και την αποδέσμευση δισεκατομμυρίων δολαρίων παγωμένων περιουσιακών στοιχείων.
Η αλλαγή στάσης προκαλεί αίσθηση, καθώς ο ίδιος ο Τραμπ είχε επανειλημμένα χρησιμοποιήσει τα συγκεκριμένα ζητήματα ως βασικά επιχειρήματα κατά της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 που είχε συνάψει η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα με την Τεχεράνη.
Η πρώτη στροφή: Οι βαλλιστικοί πύραυλοι
Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά σημεία της συνέντευξης Τύπου αφορούσε το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν.
Λίγες ημέρες μετά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ είχε δηλώσει ότι βασικός στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν η εξουδετέρωση της ιρανικής πυραυλικής απειλής.
Ο Τραμπ, ωστόσο, εμφανίστηκε πολύ πιο διαλλακτικός. Μιλώντας στους δημοσιογράφους μετά τη σύνοδο κορυφής της G7, υποβάθμισε τη σημασία του ζητήματος και υποστήριξε ότι το Ιράν θα πρέπει να διαθέτει πυραύλους, όπως διαθέτουν και άλλες χώρες της περιοχής.
Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε έκπληξη ακόμη και σε στελέχη που υποστηρίζουν τη σκληρή γραμμή έναντι της Τεχεράνης.
Η δεύτερη ανατροπή: Ο εμπλουτισμός ουρανίου
Ανάλογη ήταν η μεταστροφή και στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος.
Για χρόνια, ο Τραμπ και κορυφαία στελέχη των Ρεπουμπλικανών υποστήριζαν ότι το Ιράν δεν θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα να εμπλουτίζει ουράνιο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε δηλώσει μόλις τον Μάιο ότι η Τεχεράνη οφείλει να εγκαταλείψει πλήρως τον εμπλουτισμό.
Στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου, όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος υιοθέτησε διαφορετικό τόνο. Υποστήριξε ότι είναι δύσκολο να απαγορεύεται στο Ιράν κάτι που επιτρέπεται σε γειτονικές χώρες και άφησε να εννοηθεί ότι μια περιορισμένη μορφή εμπλουτισμού για ειρηνικούς σκοπούς θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή.
Τα παγωμένα δισεκατομμύρια και οι αντιδράσεις
Η τρίτη και ίσως πιο αμφιλεγόμενη μεταβολή αφορά τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία του Ιράν.
Ο Τραμπ δήλωσε ότι τα συγκεκριμένα χρήματα ανήκουν στο Ιράν και άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο αποδέσμευσής τους, υποστηρίζοντας ότι διαφορετικά θα υπονομευόταν η εμπιστοσύνη στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και στο δολάριο.
Η θέση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από προσωπικότητες που παραδοσιακά στηρίζουν τον πρόεδρο.
Ο πρώην αντιπρόεδρος Μάικ Πενς και η πρώην πρέσβειρα των ΗΠΑ στον ΟΗΕ Νίκι Χέιλι εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους, ενώ ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τεντ Κρουζ υποστήριξε ότι η αποδέσμευση δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την Τεχεράνη αποτελεί σοβαρό λάθος.
Αντίθετα, οργανώσεις που εδώ και χρόνια ζητούν διπλωματική προσέγγιση με το Ιράν χαιρέτισαν τις εξελίξεις, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία ως διόρθωση μιας πολιτικής πίεσης που απέτυχε να αποδώσει αποτελέσματα.
Οι τρεις «κόκκινες γραμμές» που αμφισβητούνται
- Δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου από το Ιράν.
- Διατήρηση του βαλλιστικού πυραυλικού προγράμματος.
- Αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων στο εξωτερικό.
Η συμφωνία δεν έχει κριθεί ακόμη
Παρά τη στροφή που καταγράφεται, η διαδικασία απέχει από το να θεωρηθεί ολοκληρωμένη.
Το Μνημόνιο Κατανόησης που υπέγραψαν οι δύο πλευρές ανοίγει έναν κύκλο διαπραγματεύσεων διάρκειας 60 ημερών και δεν περιλαμβάνει ακόμη οριστικές δεσμεύσεις για τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα.
Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το Ιράν έχει ήδη αποδυναμωθεί σημαντικά οικονομικά και στρατιωτικά και ότι η συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα για την επανένταξη της χώρας στην παγκόσμια οικονομία.