Κάθε νησί και lager, κάθε πόλη και Pils;

REUTERS

Οι νέοι παίχτες στην Ελληνική αγορά μπύρας, ο τουρισμός και η «δίψα» για διάκριση.

Την τελευταία διετία η αγορά της μπύρας στην Ελλάδα έχει μειωθεί κατά 20%, το 2013 η πτώση συνεχίζεται, και όμως νέες μικροζυθοποιίες φυτρώνουν σαν μανιτάρια, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, σχεδόν σε μηνιαία βάση.

Μπορεί να ακούγεται υπερβολή αλλά δεν είναι. Την τελευταία διετία στην Ελλάδα δημιουργήθηκαν τόσες μπύρες όσες δεν είχαν βγει από την σύσταση του ελληνικού κράτους.

Ανεξαρτήτως ηλικίας όλοι θυμούνται ότι η μπύρα στην Ελλάδα ήταν από μονοπωλιακή έως ολιγοπωλιακή υπόθεση. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται την κυριαρχία της FIX και οι μεσήλικες την παντοκρατορία της Amstel– μάλιστα κάποιες χρονιές το 40% της παγκόσμιας κατανάλωσης της ολλανδικής φίρμας γινόταν στην χώρα μας – και οι νεότεροι την «πράσινη» Heineken να έχει πάρει κεφάλι.

Φυσικά και υπήρχαν και άλλες μπύρες στην αγορά (Henninger, Lowerbrau, Kaiser, Carlsberg κ.α.), αλλά ο ρόλος τους ήταν αυτός του συμπληρωματικού σε ένα κατάλογο ταβέρνας.

H μπύρα που έφερε νέα δεδομένα στην αγορά
Η πρώτη φορά που ταρακουνήθηκαν τα νερά της αγοράς μετά από χρόνια, ήταν το 1997 με το λανσάρισμα της μπύρας «Μύθος» από τον Κωνσταντίνο Μπουτάρη. Την κίνηση του για το αυτονόητο, μία ελληνική μπύρα μετά από χρόνια, και παρ’ όλη την θετική πορεία της, δεν φάνηκε να θέλουν να την ακολουθήσουν πολλοί.

Ίσως να έπαιξε ρόλο και η αποτυχημένη προσπάθεια του Βασίλη Κουρτάκη για επαναλανσάρισμα της Fix.

Tην ίδια εποχή ή και η επιθετική πολιτική της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας που έφερε και την επέμβαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Το 1997 ήταν επίσης η χρονιά που δημιουργήθηκε η μικροζυθοποιία Craft από τον Παύλο Εμμανουηλίδη που ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο στο σημερινό φαινόμενο της έκρηξης των μικρών ζυθοποιείων που πλέον ξεπερνούν τις 15 και όλες τους είναι παιδιά της κρίσης μιας και ανδρώθηκαν στο σύνολο τους μετά το 2008.

Η κρίση θέλει τη μπύρα της!
Το εντυπωσιακότερο: οι περισσότερες είναι δημιούργημα της τελευταίας τριετίας, όπου η πτώση στην κατανάλωση έχει ξεπεράσει το 20%. Τι βλέπουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι και τρέχουν να βράσουν βύνη και λυκίσκο σε συνδυασμό με τα δικά τους ιδιαίτερα υλικά, ώστε να κερδίσουν μερίδιο σε μία πτωτική αγορά;

Το σίγουρο είναι ότι βλέπουν μία τάση που έχει επικρατήσει στο εξωτερικό και είναι υπέρ των μικρών του κλάδου. Μία τάση που έχει να κάνει με την αναζήτηση των καταναλωτών σε νέες γεύσεις. Στην Αμερική μόνο εκτιμάται ότι κάθε ημέρα προστίθεται και μία ακόμη μικρή εταιρεία στον χάρτη και πλέον έχουν ξεπεράσει τις 2.500 έναντι μόλις 89 που ήταν το 1979!

Ο σημερινός αριθμός είναι ιστορικό ρεκόρ που ξεπερνάει και την περίοδο προ της ποτοαπαγόρευσης. Στην Ελλάδα, που ο ανταγωνισμός είναι μόλις δύο τρεις παίκτες για κάθε νεοεισερχόμενο, η αγορά φαντάζει παράδεισος. Φυσικά εδώ είναι που ελλοχεύει και ο κίνδυνος του ενθουσιασμού.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι λίγα χρόνια πριν υπήρχε η άνοιξη των «κτημάτων» στην αγορά του κρασιού και λίγο αργότερα – σε μικρότερο βαθμό – η άνοιξη του τσίπουρου.

Μες στον ενθουσιασμό σου ξεχνάς ότι οι μεγάλοι περιμένουν στην γωνία να σε πατήσουν κάτω σαν ρώγα από σταφύλι. Με τις παροχές που κάνουν σε χονδρεμπόριο και λιανεμπόριο και τα έξοδα προβολής σε συνδυασμό με το οργανωμένο δίκτυο διανομής, μπορεί να φρενάρουν κάθε επίδοξο ανταγωνιστή.

Ο ρόλος του τουρισμού και η εντοπιότης
Για να γυρίσουμε στην μπύρα το δεύτερο σίγουρα θετικό είναι το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς καθώς ο φόρος στις μικροζυθοποιίες είναι σχεδόν ο μισός σε σχέση με τους μεγάλους της αγοράς, και αν το δούμε και σε μία ευρύτερη αγορά που λέγεται κατανάλωση αλκοόλ παίζουν σχεδόν χωρίς ανταγωνισμό σε σχέση με τα «σκληρά ποτά».

Μετά έρχεται η εντοπιότης. Αν παρατηρήσει κανείς την γεωγραφικό καταμερισμό των μικρών ζυθοποιείων, ο μεγαλύτερος αριθμός αφορά τουριστικές περιοχές (Σαντορίνη με Crazy Donkey και Volkan, Κρήτη με Χάρμα και Ρεθυμνιακή, Magnus και VAP από την Ρόδο, Νήσος στην Τήνο, Corfu στην Κέρκυρα, Μπύρα Χίου).

Μπορεί οι ιδιοκτήτες τους να έχουν ιδιαίτερα υψηλούς στόχους και όνειρα για τα προϊόντα τους ο μεγαλύτερος τζίρος, κακά τα ψέματα, προέρχεται από την τουριστική αγορά, δηλαδή από τον ταξιδιώτη που θα θέλει να δοκιμάσει την τοπική μπύρα, τον μαγαζάτορα που θα στηρίξει τον συμπολίτη του και τα χαμηλά έως ανύπαρκτα κόστη διακίνησης και τοποθέτησης.

Αν σε αυτά προσθέθει και η παραγωγή ανώνυμης φθηνής μπύρας, που μπορεί να φτιάχνει κάποιος για τα all inclusive ξενοδοχεία του νησιού, ναι τότε βγαίνει ένα καλό μεροκάματο που σου δίνει το δικαίωμα να πειραματισθείς και σε ποιο ψαγμένες συνταγές και αγορές με υψηλότερο περιθώριο κέρδους.

Κάποιοι το τόλμησαν και αυτό από την αρχή και μέχρι στιγμής δεν βγήκαν χαμένοι. Η Πειραϊκή και η Septem είναι δύο χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις. To παράδειγμα τους στην αγορά premium το ακολούθησε πριν από λίγες εβδομάδες και η Status από την Θεσσαλονίκη, ενώ τον Σεπτέμβριο στην ίδια κατηγορία εισέρχεται και η Delphi με εγκαταστάσεις επίσης στον νομό Ευβοίας.

Δίψα να υπάρχει για μπύρα και όπως όλα δείχνουν η ελληνικά αγορά έχει πολλά να δώσει από όσους ακολουθούν την συνταγή «επενδύστε υπεύθυνα».