Kevin Featherstone: Ο καθηγητής του LSE και πρώην σύμβουλος του Γιώργου Παπανδρέου απαντά γιατί η Ελλάδα βυθίστηκε στην κρίση και πώς θα βγει από αυτή

Λίγες μέρες πριν έρθει στην Ελλάδα στο πλαίσιο του 18ου Συνεδρίου Οικονομικών Διευθυντών της KPMG, ο διακεκριμένος καθηγητής μοιράζεται τις απόψεις του για μια σειρά από εξαιρετικά κρίσιμα θέματα.

Από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στην ψηφιακή διακυβέρνηση και το Quantum Computing: η ατζέντα του φετινού 18ου Συνεδρίου Οικονομικών Διευθυντών της KPMG  ισορροπεί ανάμεσα στην έγκυρη μακροοικονομική ανάλυση και την παρουσίαση τεχνολογικών εξελίξεων και πρακτικών ζητημάτων οικονομικής διοίκησης. Η διοργάνωση που θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 13 Ιουνίου, στο ξενοδοχείο Grand Hyatt Athens έχει στόχο να αναδείξει ολιστικά επίκαιρα ζητήματα που αφορούν τον Οικονομικό Διευθυντή.

Κεντρικοί διεθνείς ομιλητές του συνεδρίου είναι ο καθηγητής του London School of Economics και Διευθυντής του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Kevin Featherstone, ο εξειδικευμένος σε θέματα χρηματοοικονομικών και οικονομικού management στην World Quantum Association Enrique Lizaso Olmos, ο καθηγητής Γιάννης Χαραλαμπίδης, μέλος των «100 πιο σημαντικών ανθρώπων στην ψηφιακή διακυβέρνηση», με βάση την επιρροή που έχουν στον καθορισμό των εξελίξεων σε παγκόσμια κλίμακα παγκοσμίως και o Bjarte Bognes, Πρόεδρος του Beyond Budgeting Roundtable.

Λίγες μέρες πριν έρθει στην Ελλάδα, ο Kevin Featherstone μίλησε στο Fortrune Greece. Η εμπειρία του από την περίοδο κατά την οποία υπήρξε σύμβουλος του Έλληνα πρωθυπουργού, Γιώργου Παπανδρέου, από το 2009 ως το 2010 είναι ιδιαίτερα διδακτική όσον αφορά την εικόνα του για τη δημόσια διοίκηση, αλλά και την πορεία της ελληνικής οικονομίας μέσα στην κρίση.

Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη «κακοδαιμονία» της ελληνικής δημόσιας διοίκησης; Που εντοπίζετε την αδυναμία υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων στην πράξη; Τι γίνεται λάθος όταν αρχίζει η εφαρμογή ψηφισθέντων νόμων;

Η παθογένεια της ελληνικής δημόσιας διοίκησης έχει διαφορετικές πτυχές: τη χειραγώγηση από τους υπουργούς για τα δικά τους πολιτικά συμφέροντα, το ιστορικό έλλειμμα επαγγελματικών δεξιοτήτων και σύγχρονης τεχνολογίας, αλλά και η κοινωνική «αιχμαλώτισή» της. Η ελληνική δημόσια διοίκηση έχει παγιδευτεί σε μια «κοινωνική παγίδα»: τα κοινωνικά συμφέροντα αναμένουν πολιτικές χάρες και αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο κακής απόδοσης. Για να ξεφύγει η Ελλάδα από αυτή την κοινωνική παγίδα, θα απαιτηθεί μια αποφασιστική ηγεσία, μια μεταστροφή σε επίπεδο κουλτούρας, και κάποιος χρόνος. Αυτή είναι μια συστημική πρόκληση.

Υπήρξατε επίσης ο πρώτος μη Έλληνας μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Τεχνολογίας την περίοδο 2010-2013. Ποιος ήταν ο ρόλος και η αποστολή σας και τι εμπειρία αποκομίσατε για τις δυνατότητες της Ελλάδας στον τομέα αυτό;

Το Συμβούλιο, υπό την ηγεσία του Καθηγητή Σταμάτη Κριμιζή (του Πανεπιστημίου Johns Hopkins και της NASA), αναγνώρισε ότι η Ελλάδα διαθέτει πραγματικές δυνατότητες έρευνας & ανάπτυξης σε ορισμένους τομείς που μπορούν να συνδεθούν με την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη. Επί υπουργίας της κ. Άννας Διαμαντοπούλου, το Συμβούλιο ανέπτυξε ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο για τον ορισμό των προτεραιοτήτων και την ανάπτυξη των δυνατοτήτων αυτών. Δυστυχώς, οι απαιτήσεις της Τρόικας αποδιοργάνωσαν εντελώς τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, κι αυτό υπήρξε μια απώλεια τόσο για την Ελλάδα όσο και για τους πιστωτές της. Σε κάθε περίπτωση, τα προβλήματα των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων στην Ελλάδα οφείλονται, εν μέρει, στην απουσία ενός σταθερού, ανταγωνιστικού συστήματος χρηματοδότησης της έρευνας. Η απουσία αυτή αποθαρρύνει την έρευνα και δημιουργεί μια κουλτούρα μετριότητας και απομονωτισμού.

Η ελληνική οικονομία ανακάμπτει και σταδιακά επιστρέφει στην ανάπτυξη, μετά από πολλά χρόνια σκληρής λιτότητας. Θεωρείτε βιώσιμη αυτή την πορεία; Έχουν γίνει οι μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται στο κρατικό μηχανισμό; 

Η έξοδος από την κρίση περιορίζεται τόσο από το περιορισμένο εύρος και βάθος των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων, όσο και από τον δημοσιονομικό «ζουρλομανδύα» που επιβλήθηκε στην Ελλάδα με τη συμφωνία του Αυγούστου του 2018 με την ΕΕ. Η κρίση δεν οδήγησε σε επαρκείς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα επέτρεπαν στην ελληνική οικονομία να γίνει πιο ανταγωνιστική και να έχει αποτελεσματικότερους δημόσιους θεσμούς ικανούς να παράσχουν τις απαραίτητες υπηρεσίες. Την ευθύνη για αυτούς τους περιορισμούς έχουν οι Έλληνες πολιτικοί αλλά και ο επιπόλαιος χαρακτήρας των προγραμμάτων διάσωσης.

Μακροπρόθεσμα, υπάρχουν σοβαροί στρατηγικοί κίνδυνοι για την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως αποτέλεσμα των παραπάνω. Σύντομα, η ΕΕ ίσως συμφωνήσει πάνω στη δική της ανανέωση, λαμβάνοντας μέτρα προς την κατεύθυνση περαιτέρω ολοκλήρωσης. Όμως, μια Ελλάδα που δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί αρκετά ή να καταστεί πολύ πιο ανταγωνιστική κινδυνεύει να υποχωρήσει ή να περιθωριοποιηθεί από την ΕΕ στο μέλλον. Εάν ο Πρόεδρος Macron πετύχει με το τολμηρό νέο του όραμα για την ΕΕ, είναι η Ελλάδα σε θέση να συμμετάσχει, να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις, και να παραμείνει εντός του πυρήνα της ΕΕ; Ή, εάν ακολουθηθεί μια «γερμανική» ατζέντα από την ΕΕ, είναι και πάλι η Ελλάδα ικανή να συμβαδίσει με αυτήν; Όλα αυτά μένουν να αποδειχθούν στο μέλλον. Σημειώστε ότι σε αρκετούς βασικούς δείκτες ποιότητας των δημόσιων θεσμών, η Ελλάδα συγκλίνει με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, ενώ η Πορτογαλία προσεγγίζει τη Γαλλία και τη Γερμανία. Υπάρχουν στρατηγικοί κίνδυνοι για την Ελλάδα εάν δεν κάνει αρκετά για να βοηθήσει τον εαυτό της.

Πως θα χαρακτηρίζατε τους Έλληνες πολιτικούς; Πως βλέπουν οι ξένοι το ελληνικό πολιτικό προσωπικό;

Είναι δεδομένο ότι υπήρξε μια σημαντική αλλαγή μετά την κρίση του 2015. Ο Βαρουφάκης μείωσε δραματικά την αξιοπιστία της Ελλάδας στην ΕΕ. Έκτοτε, η αξιοπιστία των ηγετών έχει βελτιωθεί σημαντικά. Όμως, η αξιοπιστία είναι εύθραυστη, χάνεται εύκολα και ανακάμπτει αργά. Τα προγράμματα διάσωσης κατέστρεψαν τη σταδιοδρομία πολλών ικανών ελλήνων πολιτικών, οπότε και η ίδια η ΕΕ είναι ένοχη. Μετά τις φετινές εκλογές, η αξιοπιστία της ηγεσίας θα είναι ζωτικής σημασίας για να δοθούν καλύτερες συνθήκες ανάκαμψης στην Ελλάδα.

 Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επέλεξε το βιβλίο The road to Maastricht: negotiating economic and monetary union που συγγράψατε με τον Kenneth Dyson ως ένα από τα 100 βιβλία για την Ευρώπη που αξίζει κανείς να θυμάται. Πόσο επίκαιρο είναι το «Μάαστριχτ» σήμερα και ποια θεωρείτε πως πρέπει να είναι η νέα στρατηγική για την Ευρώπη; Ποιο πρέπει να είναι το νέο όραμα που θα πρέπει να βαδίσει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, με δεδομένες τις απειλές που αναδύονται από τις ακραίες φωνές σε χώρες που βρίσκονται στο πυρήνα της;

Το Μάαστριχτ ήταν ίσως το πιο τολμηρό βήμα προς τα εμπρός που έχει κάνει η ΕΕ από τη δεκαετία του 1950, αλλά ήταν μη ισορροπημένο και ελλιπές. Δημιούργησε μια ευρωζώνη χωρίς μια δημοσιονομική ένωση που θα είχε μεγαλύτερη ικανότητα να αντιμετωπίσει ασύμμετρα οικονομικά σοκ, και η ζώνη αποδείχθηκε υπερβολικά ελιτίστικη, χωρίς πολιτική λογοδοσία και νομιμοποίηση. Όταν ήρθε η διεθνής κρίση, αυτά τα κενά κατέστησαν την ευρωζώνη ακατάλληλη για να την αντιμετωπίσει.

Σήμερα, η ελλιπής φύση του Μάαστριχτ αναγνωρίζεται ευρέως, αλλά οι λύσεις εξακολουθούν να διαφέρουν βάσει διαχωριστικών γραμμών που ήταν ήδη εμφανείς πριν από το Μάαστριχτ. Και οι δύο πλευρές μιλούν για «οικονομική διακυβέρνηση», αλλά δίνουν πολύ διαφορετικό νόημα σε αυτήν. Οι Γερμανοί ηγέτες χρησιμοποιούν τον όρο ως συνώνυμο του «ορντολιμπεραλισμού» – το αντίθετο της αρχικής γαλλικής αντίληψης περί οικονομικής ένωσης, με μεγαλύτερη δημοσιονομική ικανότητα σε επίπεδο ΕΕ. Ο Macron υιοθέτησε αυτήν την τελευταία αντίληψη και επιδιώκει να μετασχηματίσει το σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης. Ωστόσο, δεδομένης της ύπαρξης ενός συνασπισμού κρατών-μελών της ΕΕ υπό την ηγεσία της Γερμανίας, εξακολουθεί να υπάρχει διάσταση μεταξύ εκείνων που επιμένουν ότι η μείωση των κινδύνων αποτελεί ευθύνη των εθνικών κυβερνήσεων και εκείνων που πιστεύουν ότι το ευρωπαϊκό σχέδιο συνεπάγεται καταμερισμό κινδύνων. Μια συνεκτική, ενωμένη ΕΕ θα οικοδομηθεί καλύτερα επί ενός μοντέλου τύπου Macron.

Η Ευρώπη χρειάζεται μια τέτοια τολμηρή νέα μεταρρύθμιση όχι μόνο για να διασφαλίσει το ευρώ αλλά και για να μπορέσει να αναπτύξει μια ατζέντα που να είναι πιο σχετική και να στηρίζει τη ζωή των ανθρώπων σε ολόκληρη την Ένωση. Ορισμένοι οικονομολόγοι μιλούν για ένα κοινό ευρωπαϊκό πρόγραμμα ανεργίας, για παράδειγμα. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να εισαχθεί η «Ευρώπη» στη συνείδηση και την καθημερινή ζωή των Ευρωπαίων πολιτών, των οικογενειών και των φίλων τους. Άλλες πρωτοβουλίες, σε σχέση π.χ. με την ενεργειακή ασφάλεια και την αλλαγή του κλίματος, θα μπορούσαν να κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση. Η ΕΕ έχει πληγεί από την κρίση του ευρώ, καθώς φάνηκε να είναι απομακρυσμένη από τη ζωή των απλών ανθρώπων· συχνά γινόταν αντιληπτή ως απειλή και όχι ως πηγή στήριξης.

Δεν μπορούμε να εφησυχάζουμε για την ΕΕ. Οι έρευνες γνώμης δείχνουν ότι οι Έλληνες ψηφοφόροι έχουν λιγότερο θετική εικόνα για την ΕΕ και ότι την εμπιστεύονται λιγότερο από τους Βρετανούς, για παράδειγμα. Κι αυτό δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια προειδοποίηση για όλους.

*O καθηγητής θα είναι ομιλητής στο 18ο Συνέδριο Οικονομικών Διευθυντών που διοργανώνει η KPMG στις 13 Ιουνίου.

Σχετικά άρθρα